«Κόντρες» στην παρουσίαση μελέτης του Οικονομικού Επιμελητηρίου για την ενέργεια

Μεταξύ άλλων, ασκήθηκε κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ ειπώθηκε πως ο πληθωρισμός δεν μπορεί να αποδοθεί στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Δεν έλλειψαν οι αντιπαραθέσεις, οι διαφωνίες αλλά και οι κρίσιμες παρεμβάσεις από τα κάτω, κατά την παρουσίαση της επιστημονικής μελέτης του Οικονομικού Επιμελητηρίου Ελλάδας με θέμα «Η Ενεργειακή Κρίση και η Ελληνική Οικονομία».

Ο επικεφαλής της συντακτικής ομάδας της μελέτης, αναπληρωτής καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και πρώην υπουργός Περιβάλλοντος και Κλιματικής Αλλαγής Γιάννης Μανιάτης, άσκησε κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δηλώνοντας «βαθιά απογοητευμένος από μια εξαιρετικά αδύναμη Ευρωπαϊκή Επιτροπή που αντί να εξομαλύνει τις διαφορές μεταξύ εθνικών κυβερνήσεων, σέρνεται πίσω από επιλογές ενός δύο-κρατών».

Παρουσίασε συγκριτικούς πίνακες που δείχνουν την Ευρώπη να βρίσκεται στη δυσμενέστερη θέση παγκοσμίως όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου – που φτάνουν τα 300 δολάρια τη μεγαβατώρα, από 40-45 στις ΗΠΑ και 90 στην Ιαπωνία και χαρακτήρισε λανθασμένη τη μείωση παραγωγής φυσικού αερίου στην Ευρώπη, κατά 40% τις τελευταίες δύο δεκαετίες, αυξάνοντας την ενεργειακή εξάρτηση από τις τρίτες χώρες.

Προτείνοντας πρακτικές λύσεις για την Ελλάδα είπε ότι ο ηλεκτρικός θερμοσίφωνας ευθύνεται για το 27,5% του λογαριασμού του ρεύματος και ότι θα έπρεπε να έχουμε ξεκινήσει ένα γενναίο σύστημα επιδότησης εγκατάστασης ηλιακού θερμοσίφωνα σε πρώτες κατοικίες, που θα ωφελούσε ως και 2 εκατομμύρια νοικοκυριά, κυρίως από τα πιο ευάλωτα στρώματα, και θα έχτιζε μια ισχυρή ελληνική βιομηχανία, πράσινη και με ευρωπαϊκές πρώτες ύλες

Ο διευθυντής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας επέμεινε ότι το ενεργειακό πρόβλημα θα είναι μπροστά μας για πολύ καιρό καθώς η πράσινη μετάβαση έχει κόστος και ότι ο πληθωρισμός δεν μπορεί να αποδοθεί στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά είναι αποτέλεσμα της ευρωπαϊκής πολιτικής του «φθηνού χρήματος».

Τόνισε ότι ο κλάδος της μεταποίησης στην Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό δαπάνης ενέργειας ως προς τις συνολικές δαπάνες, αλλά και εξωφρενικά υψηλό κόστος ενέργειας ως προς το ακαθάριστο λειτουργικό πλεόνασμα των επιχειρήσεων, σχεδόν 75% όταν η αμέσως προηγούμενη χώρα η Ρουμανία έχει 35% και η Γερμανία 21%.

Ο Νίκος Φαραντούρης, καθηγητής Ευρωπαϊκού Δικαίου και Δικαίου της Ενέργειας στο Πανεπιστήμιο Πειραιά μίλησε για το πώς η ενεργειακή πολιτική καθορίζεται όχι μόνο από την αγορά και τα χρηματιστήρια, αλλά από τις διεθνείς σχέσεις, χαρακτηρίζοντας ενεργειακό game changer την υπογραφή συμφώνου εκμετάλλευσης της ΑΟΖ της Λιβύης από την Τουρκία.

Απαντώντας σε ερώτημα του κοινου για το αν η επανακρατικοποίηση της ΔΕΗ και η επιβολή πλαφόν στην λιανική θα ανακουφίσει τους καταναλωτές, είπε ότι «ο βίος και η πολιτεία της ΔΕΗ τον τελευταίο χρόνο είναι εντελώς αναντίστοιχη με μια εταιρεία που έχει γνώμονα το δημόσιο συμφέρον», προσθέτοντας ότι από τη στιγμή που το 66% του μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ ανήκει σε ιδιώτη, προτεραιότητά της είναι η κερδοσκοπία, και όχι η κοινή ωφέλεια.

Αντίθετα, ο ομότιμος καθηγητής ενεργειακής οικονομίας του ΕΜΠ Παντελής Κάπρος υπερασπίστηκε την ιδιωτικοποίηση ως «διάσωση της ΔΕΗ» και απέρριψε την επιβολή πλαφόν. Ο ίδιος δήλωσε την κάθετη διαφωνία του με όσους άσκησαν κριτική στην ενεργειακή πολιτική της Ε.Ε., και είπε ότι μακροπρόθεσμα η πράσινη μετάβαση εξασφαλίζει την απεξάρτηση από τις εξαγωγές.

Στο απέναντι στρατόπεδο βρέθηκε ο καθηγητής οικονομικών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Διονύσης Χιόνης, λέγοντας ότι οι οικονομικές πολιτικές της Ε.Ε. κρίνονται εκ του αποτελέσματος, και «μπορεί το υπόδειγμα να είναι σωστό, αλλά τα αποτελέσματα σε ανταγωνιστικότητα, πληθωρισμό, μέσο επίπεδο ζωής δεν είναι αυτά που περιμένουμε».

Παρουσίασε το επιστημονικό πρόγραμμα «Διαχείριση της Ενέργειας από την πλευρά της ζήτησης με τη χρήση των μεγάλων δεδομένων» που επεξεργάζεται ερευνητική ομάδα ΔΠΘ με το Πανεπιστήμιο Σικάγο. Το πρόγραμμα μεταξύ άλλων συλλέγει πληροφορίες από τους παρόχους, τις επεξεργάζεται και αποστέλλει στους καταναλωτές εξατομικευμένα διαγράμματα που ενημερώνουν για το πόση ενέργεια ξοδεύουν σε σύγκριση με άλλα νοικοκυριά του ίδιου μεγέθους, από ποιες συσκευές και πόσο μπορούν να τη μειώσουν: μια εφαρμογή που θυμίζει τις ψηφιακές δίαιτες και τους θερμιδομετρητές των «έξυπνων» κινητών.

πηγή