Ελεύθερος επαγγελματίας: Ο άσπονδος εχθρός όλων των κυβερνήσεων

Αφορμή για το παρόν άρθρο ήταν η ομιλία του Πρωθυπουργού στη ΔΕΘ πριν από λίγες ημέρες. Μια ομιλία που περιελάμβανε εξαγγελίες σχεδόν για όλες τις κοινωνικές και επαγγελματικές ομάδες. Με μία βασική εξαίρεση: Τους ελεύθερους επαγγελματίες. Αποδεικνύοντας για μία ακόμα φορά, ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας αποτελεί τον άσπονδο «εχθρό» όλων των κυβερνήσεων. Είτε κεντροαριστερών είτε κεντροδεξιών είτε φιλελεύθερων.

Πράγματι, παρά τις κυβερνητικές διαρροές στον τύπο τον προηγούμενο μήνα, ότι ο Πρωθυπουργός στη ΔΕΘ θα εξαγγείλει (επιτέλους) την κατάργηση ή έστω τη μείωση του τέλους επιτηδεύματος, κάτι τέτοιο τελικά δεν έγινε. Και απ’ ότι φαίνεται δεν θα γίνει ούτε μέχρι το τέλος της παρούσας κυβερνητικής θητείας, παρά το γεγονός ότι το κυβερνών κόμμα είχε υποσχεθεί προεκλογικά τη μείωση και την κατάργησή του ως το τέλος της τετραετίας. Όπως όμως αποδεικνύεται, το «προσωρινό» τέλος επιτηδεύματος έχει την ίδια αντοχή που έχουν και οι κατσαρίδες. Θα καταργηθεί (αν ποτέ καταργηθεί) τελευταίο. Το ίδιο ισχύει και για τα τεκμήρια διαβίωσης, για τα οποία επίσης υπήρξαν κάποιες κυβερνητικές διαρροές περί επικείμενης κατάργησής τους. Αποδεικνύονται όμως και αυτά εξίσου ανθεκτικά με τις κατσαρίδες.

Σε σχετική ανάρτησή μου στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στην οποία σχολίασα αρνητικά τη μη κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, δέχθηκα δεκάδες σχόλια που επαναλάμβαναν το γνωστό στερεότυπο: Ότι οι ελεύθεροι επαγγελματίες είναι «φοροφυγάδες» και «δεν πληρώνουν φόρους». Σε αντίθεση με τα «γνωστά υποζύγια», τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους. Και ότι, συνεπώς, το τέλος επιτηδεύματος καλώς δεν καταργήθηκε, διότι αποτελεί αντιστάθμισμα της φοροδιαφυγής των ελευθέρων επαγγελματιών. Θα επιχειρήσω λοιπόν να απαντήσω σε αυτές τις αιτιάσεις, καταθέτοντας κάποιες σκέψεις και χρησιμοποιώντας ορισμένα παραδείγματα:

Ξεκινώ από το στερεότυπο ότι «οι ελεύθεροι επαγγελματίες είναι φοροφυγάδες». Δεν θα κρυφτώ πίσω από το δάχτυλό μου. Πράγματι, στις τάξεις των ελευθέρων επαγγελματιών υπάρχει ένα σημαντικό ποσοστό φοροδιαφυγής. Η φοροδιαφυγή όμως δεν περιορίζεται σε μία μόνο επαγγελματική ή κοινωνική ομάδα. Αποτελεί ένα γενικευμένο φαινόμενο στην Ελλάδα (και σε όλο τον κόσμο). Δεν φοροδιαφεύγουν μόνο οι ελεύθεροι επαγγελματίες. Φοροδιαφυγή υπάρχει παντού.

Υπάρχει καταρχάς στους δημοσίους υπαλλήλους, όπου τα «φακελάκια» αποτελούν μία διαχρονική παθογένεια της ελληνικής δημόσιας Διοίκησης, όπως επίσης και η (παράνομη) απασχόληση δημοσίων υπαλλήλων εκτός υπηρεσίας (π.χ. ιδιαίτερα μαθήματα). Και στις δύο αυτές περιπτώσεις υπάρχει φυσικά φοροδιαφυγή και μάλιστα σημαντική. Κάτι που αποδείχθηκε την περίοδο της οικονομικής κρίσης και των πρώτων μνημονίων, με τη δημοσίευση στοιχείων για 5.260 δημοσίους υπαλλήλους που έστειλαν στο εξωτερικό εμβάσματα ύψους 1,5 δισ. ευρώ. Ήταν όλα αυτά δηλωμένα και φορολογημένα;

Υπάρχει και στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, όπου είναι σύνηθες το φαινόμενο να δηλώνονται μισθωτοί με μερική απασχόληση, ενώ στην πραγματικότητα εργάζονται (και αμείβονται) με πλήρη απασχόληση. Ή να δηλώνεται ότι λαμβάνουν το βασικό μισθό, ενώ στην πραγματικότητα αμείβονται επιπλέον, λαμβάνοντας τα υπόλοιπα «μαύρα» και «στο χέρι». Προφανώς και εδώ υπάρχει φοροδιαφυγή (και εισφοροδιαφυγή).

Υπάρχει ακόμα και στους δηλωθέντες ως ανέργους και δικαιούχους του επιδόματος ανεργίας ή του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης (ΚΕΑ), καθώς πολλοί επιτήδειοι εισπράττουν το επίδομα ανεργίας ή το ΚΕΑ και παράλληλα απασχολούνται στη «μαύρη» (αδήλωτη) εργασία, προκειμένου να συνεχίσουν να λαμβάνουν τα συγκεκριμένα επιδόματα. Και εδώ λοιπόν υπάρχει φοροδιαφυγή, αλλά και εισφοροδιαφυγή και απάτη σε βάρος του Δημοσίου.

Υπάρχει τέλος (σε μικρότερο βαθμό) ακόμα και στους συνταξιούχους, καθώς κι εδώ κάποιοι επιτήδειοι λαμβάνουν κανονικά τη σύνταξή τους και παράλληλα απασχολούνται στη «μαύρη» (αδήλωτη) εργασία.

Φοροδιαφυγή συνεπώς υπάρχει παντού και όχι μόνο στους ελεύθερους επαγγελματίες. Υπάρχει ακόμα και σε αυτούς που αποκαλούνται ως «συνήθη υποζύγια», σε αντιπαραβολή με τους «φοροφυγάδες» ελεύθερους επαγγελματίες. Ο αναμάρτητος λοιπόν πρώτος τον λίθον βαλέτω.

Συνεχίζω με το έτερο στερεότυπο ότι «οι ελεύθεροι επαγγελματίες δεν πληρώνουν φόρους». Θα απαντήσω και σε αυτό το μύθο χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα: Ας υποθέσουμε λοιπόν ότι ένας δικηγόρος εισπράττει αμοιβή 1.000 ευρώ για παροχή νομικών υπηρεσιών.

Καταρχάς, η αμοιβή αυτή επιβαρύνεται με ΦΠΑ 24%. Συνεπώς, ο δικηγόρος του παραδείγματος, είτε θα ζητήσει από τον πελάτη του αμοιβή 1.240 ευρώ, είτε θα ζητήσει 1.000 ευρώ και θα αναγκαστεί να απορροφήσει ο ίδιος το ΦΠΑ, περιορίζοντας την καθαρή αμοιβή του. Και στις δύο περιπτώσεις θα αποδώσει 24% ΦΠΑ στο Δημόσιο. Σε απλά ελληνικά, θα φορολογηθεί με 24% και μάλιστα επί του τζίρου του (ακαθάριστα έσοδα) και όχι επί του καθαρού εισοδήματός του (κέρδος). Ποια άλλη επαγγελματική κατηγορία (φυσικά πρόσωπα) φορολογείται με 24% επί της αμοιβής που λαμβάνει; Ποια άλλη επαγγελματική κατηγορία αποδίδει στο Δημόσιο 24% φόρο επί του τζίρου της;

Πέραν του ΦΠΑ, εάν ο πελάτης του παραδείγματος είναι επιτηδευματίας, επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο (ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου), από την αμοιβή των 1.000 ευρώ θα παρακρατηθεί και 20% φόρος ελευθέρων επαγγελματιών. Δηλαδή ο δικηγόρος θα λάβει τελικά ως αμοιβή 800 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα 200 ευρώ θα παρακρατηθούν από τον πελάτη του και θα αποδοθούν στο Δημόσιο ως φόρος. Ο δικηγόρος λοιπόν του παραδείγματος, πέραν του ΦΠΑ 24%, θα φορολογηθεί και με ένα επιπλέον 20%.

Ακολουθεί ο φόρος εισοδήματος, με φορολογικό συντελεστή που ξεκινά σήμερα από 9% (πρώτο κλιμάκιο εισοδήματος). Και μάλιστα από το πρώτο ευρώ, καθώς οι ελεύθεροι επαγγελματίες, σε αντίθεση με τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, δεν έχουν πλέον αφορολόγητο όριο. Και φτάνει βεβαίως μέχρι και το 44% (ανώτατο κλιμάκιο εισοδήματος).

Αλλά δεν τελειώνουμε εδώ. Επί του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος βεβαιώνεται (πληρώνεται) και προκαταβολή φόρου για το επόμενο έτος (μία ακόμα ελληνική «πατέντα»). Το ύψος της οποίας κυμαίνεται, ανάλογα με τις «διαθέσεις» των κυβερνήσεων, από 55% έως και 100%. Διπλή φορολόγηση δηλαδή.

Και πάνω σε όλα αυτά έρχεται να προστεθεί, ως κερασάκι στην τούρτα, και ο απαράδεκτος «κεφαλικός» φόρος, ύψους 650 ευρώ, που βαφτίστηκε «τέλος επιτηδεύματος». Ο οποίος μάλιστα δεν αφαιρείται από το ποσό του οφειλόμενου φόρου εισοδήματος, αλλά προστίθεται σε αυτό, «τιμωρώντας» ακόμα και τους απολύτως συνεπείς ελεύθερους επαγγελματίες. Είναι λοιπόν ένας φόρος με υψηλό συμβολισμό σε βάρος των ελευθέρων επαγγελματιών. Ένας φόρος που αντιμετωπίζει εκ προοιμίου όλους τους ελεύθερους επαγγελματίες ως φοροφυγάδες.

Και βεβαίως, όλα τα προαναφερθέντα δεν αφορούν μόνο το πραγματικό εισόδημα του ελεύθερου επαγγελματία. Δηλαδή το εισόδημα που δηλώνει. Αφορούν και το τεκμαρτό εισόδημά του, σε περίπτωση που αυτό υπερβαίνει το δηλωθέν. Έτσι, λοιπόν, ένας ελεύθερος επαγγελματίας που είχε την «ατυχία» να κληρονομήσει ένα σπίτι από τους γονείς του και να αγοράσει ένα μέσο οικογενειακό αυτοκίνητο 1.600 κυβικών, θα φορολογηθεί (από το πρώτο ευρώ) επί τεκμαρτού εισοδήματος άνω των 15.000 ευρώ, ακόμα και αν στην πραγματικότητα είχε ζημιά, μηδενικό εισόδημα ή χαμηλότερο εισόδημα. Σε απλά ελληνικά, θα φορολογηθεί σαν να έχει βγάλει 15.000 ευρώ, ενώ στην πραγματικότητα μπορεί να έχει βγάλει μόνο 3.000 ευρώ. Και για να προλάβω βεβαίως τυχόν σχόλια, για το πώς είναι δυνατόν να βγάζει τόσα λίγα, θα σημειώσω ότι το φορολογητέο εισόδημα 3.000 ευρώ αντιστοιχεί σε τζίρο τουλάχιστον 12.000 ευρώ, καθώς από τα ακαθάριστα έσοδα δεν αφαιρούνται μόνο οι επαγγελματικές δαπάνες (έξοδα γραφείου κλπ.), αλλά και οι ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλει ο ελεύθερος επαγγελματίας στον ΕΦΚΑ, διογκώνοντας έτσι τεχνητά τα έξοδά του και μειώνοντας επίσης τεχνητά το φορολογητέο εισόδημά του (ενώ παλαιότερα οι ασφαλιστικές εισφορές αφαιρούνταν απευθείας από το φορολογητέο εισόδημα). Με τον τρόπο αυτό, ο ελεύθερος επαγγελματίας εμφανίζεται να δηλώνει 3.000 – 5.000 ευρώ λιγότερα από τα πραγματικά του εισοδήματα.

Από όσα αναφέρθηκαν παραπάνω καταρρίπτεται και ο έτερος μύθος, ότι δηλαδή οι ελεύθεροι επαγγελματίες «δεν πληρώνουν φόρους». Η πραγματικότητα είναι πως όχι μόνο πληρώνουν φόρους, αλλά επιβαρύνονται και με περισσότερους φόρους από οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική ή κοινωνική ομάδα (φυσικά πρόσωπα). Και επιπλέον επιβαρύνονται και με μία τεράστια και άσκοπη φορολογική γραφειοκρατία, η συμμόρφωση προς την οποία αποτελεί σημαντικό διαχειριστικό βάρος για τους ίδιους ή τους λογιστές τους, όπως έχω επισημάνει σε παλαιότερο άρθρο μου με τίτλο «Φορολογικός Κώδικας de minimis για μικρές επιχειρήσεις και επαγγελματίες».

Το υπαρκτό όμως πρόβλημα της φοροδιαφυγής των ελευθέρων επαγγελματιών παραμένει. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα για το πως θα μπορούσε να περιοριστεί αυτή η φοροδιαφυγή. Ίσως η απάντηση να είναι πως δεν μπορεί να περιοριστεί. Άλλωστε οι κυβερνήσεις διαχρονικά έχουν δοκιμάσει κυριολεκτικά τα πάντα: Από τα πάλαι ποτέ (αντισυνταγματικά) αντικειμενικά κριτήρια, μέχρι και το ισχύον σύστημα της υπερφορολόγησης, χωρίς αφορολόγητο όριο, με προκαταβολή φόρου και τέλος επιτηδεύματος.

Εφόσον λοιπόν όλες οι «συμβατικές» μέθοδοι έχουν αποτύχει διαχρονικά να αντιμετωπίσουν τη φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών, μήπως τελικά η φορολογική αρχή θα πρέπει να δοκιμάσει και «αντισυμβατικές» μεθόδους; Μήπως αντί της «κλασικής ιατρικής» αντιμετώπισης είναι προτιμότερο να χρησιμοποιήσει την «ομοιοπαθητική»; Μήπως, αντί να προσπαθεί να σφίξει όλο και περισσότερο τα (φορολογικά) «λουριά» στους ελεύθερους επαγγελματίες, θα ήταν αποδοτικότερο για τα δημόσια ταμεία να τα χαλαρώσει; Να αποδεχθεί, δηλαδή, τη φοροδιαφυγή των ελευθέρων επαγγελματιών ως ένα φαινόμενο μη δυνάμενο να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά και να προσπαθήσει να αντλήσει όσο το δυνατόν περισσότερα φορολογικά έσοδα. Τα οποία μάλιστα θα είναι περισσότερα από αυτά που εισπράττονται σήμερα μέσω της φορολογικής στοχοποίησης και υπερφορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών. Θα αναφέρω δύο παραδείγματα:

(1) Επαναφορά του αφορολόγητου ορίου των ελευθέρων επαγγελματιών και κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος. Μπορεί η επαναφορά του αφορολόγητου ορίου και για τους ελεύθερους επαγγελματίες να αυξήσει τα φορολογικά έσοδα; Η απάντηση είναι πως μπορεί. Πράγματι, όταν το αφορολόγητο όριο για όλους (και για τους ελεύθερους επαγγελματίες) ήταν στις 12.000 ευρώ, οι περισσότεροι ελεύθεροι επαγγελματίες δήλωναν φορολογητέο εισόδημα λίγο κάτω από αυτό. Σήμερα, όμως, που το αφορολόγητο όριο έχει καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες και φορολογούνται από το πρώτο ευρώ, το εισόδημα που δηλώνουν έχει μειωθεί κατά πολύ, ακόμα και κάτω από τις 5.000 ευρώ. Σε ποια από τις δύο περιπτώσεις το Δημόσιο εισπράττει περισσότερους φόρους; Η προφανής απάντηση είναι στη δεύτερη (χωρίς αφορολόγητο). Λάθος. Διότι με φορολογητέο εισόδημα 5.000 ευρώ, το Δημόσιο εισπράττει σήμερα 1.200 ευρώ ΦΠΑ + 450 ευρώ φόρο εισοδήματος + 650 ευρώ τέλος επιτηδεύματος. Σύνολο δηλαδή 2.300 ευρώ. Ενώ με φορολογητέο εισόδημα 12.000 ευρώ, αφορολόγητο όριο 12.000 ευρώ και χωρίς τέλος επιτηδεύματος, το Δημόσιο θα εισέπραττε φόρο 2.880 ευρώ. Από πού; Από το ΦΠΑ που αναλογεί στις 12.000 ευρώ. Θα εισέπραττε δηλαδή 580 ευρώ περισσότερα παρά το υψηλό αφορολόγητο όριο και την κατάργηση του τέλος επιτηδεύματος.

(2) Κατάργηση των τεκμηρίων διαβίωσης. Μέσω των τεκμηρίων διαβίωσης το Δημόσιο καταφέρνει να εισπράττει μεγαλύτερο φόρο εισοδήματος από τους ελεύθερους επαγγελματίες. Σε τελικά ανάλυση όμως είναι και πάλι χαμένο. Διότι το «μαύρο» (αδήλωτο) εισόδημα των ελευθέρων επαγγελματιών είτε παραμένει «παρκαρισμένο» σε στρώματα ή τραπεζικές θυρίδες είτε βρίσκεται ή καταναλώνεται στο εξωτερικό. Με την κατάργηση των τεκμηρίων διαβίωσης, το Δημόσιο θα χάσει μεν ένα σημαντικό μέρος του φόρου εισοδήματος που εισπράττει σήμερα από τους ελεύθερους επαγγελματίες, πλην όμως όλο αυτό το «παρκαρισμένο» χρήμα θα πέσει στην αγορά. Θα διατεθεί για την αγορά ακινήτων, αυτοκινήτων, σκαφών και άλλων περιουσιακών στοιχείων. Και έτσι το Δημόσιο θα ωφεληθεί πολλαπλώς: Εισπράττοντας τους δεκάδες φόρους που επιβαρύνουν τα ακίνητα. Τους φόρους που επιβαρύνουν τα οχήματα και τα καύσιμα. Το φόρο εισοδήματος από τους πωλητές των περιουσιακών στοιχείων. Το ΦΠΑ των συναλλαγών κ.ά. Τί είναι λοιπόν καλύτερο για το Δημόσιο και για τα φορολογικά έσοδα; Να παραμένουν τα αδήλωτα εισοδήματα «παρκαρισμένα» ή να «πέσουν» στην αγορά;

Ο ελεύθερος επαγγελματίας λοιπόν έχει στοχοποιηθεί εδώ και πολλές δεκαετίες, τόσο από το Κράτος όσο και από την κοινωνία και τα ΜΜΕ. Έχει «φορτωθεί» την ταμπέλα του «φοροφυγά». Είναι αυτός που δεν κόβει αποδείξεις και δεν πληρώνει φόρους. Αυτός που επιβαρύνει τα «συνήθη υποζύγια», τους μισθωτούς και συνταξιούχους (που υποτίθεται ότι δεν φοροδιαφεύγουν). Στο παρόν άρθρο καταβλήθηκε προσπάθεια να καταρριφθεί αυτός ο μύθος. Να αποκατασταθεί η πραγματικότητα. Καταδείχτηκε ότι η φοροδιαφυγή είναι ένα εκτεταμένο φαινόμενο που υφίσταται σε όλες τις επαγγελματικές και κοινωνικές ομάδες και όχι μόνο στους ελεύθερους επαγγελματίες. Αναλύθηκε με παραδείγματα και αριθμούς ότι ο ελεύθερος επαγγελματίας πληρώνει φόρους και μάλιστα πολλούς (και άδικους). Και εξηγήθηκε ότι η τακτική της υπερφορολόγησης των ελευθέρων επαγγελματιών φέρνει τελικά τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιδιωκόμενα. Ζημιώνει τα δημόσια ταμεία αντί να τα ωφελεί. Καιρός είναι λοιπόν οι κυβερνήσεις να σταματήσουν να αντιμετωπίζουν τον ελεύθερο επαγγελματία ως εχθρό τους. Να τον αφήσουν ελεύθερο να δουλέψει υπό τις ίδιες (φορολογικές) συνθήκες και με τους ίδιους (φορολογικούς) κανόνες που ισχύουν για όλους τους Έλληνες πολίτες. Με τον τρόπο αυτό θα κερδίσουν και οι δύο πλευρές, ενώ με το ισχύον φορολογικό σύστημα είναι και οι δύο χαμένες.

Αρθρο του Ιωάννη Γκιτσάκη 

πηγή