Η μεγάλη μπλόφα ή η διαρκής αδυναμία της Τουρκίας, έναντι της Ελλάδας-Γ.Μουρουζίδης

Οι συνεχείς και απειλητικές δηλώσεις της Άγκυρας σε βάρος της χώρας μας, μόνο θυμηδία προκαλούν πλέον∙ και ο λόγος δεν είναι άλλος από το γεγονός ότι οι πομπώδεις αυτές ρηματικές απειλές βρίσκονται σε πλήρη αναντιστοιχία με τις ενέργειες της γειτονικής χώρας. 

Γράφει ο
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΟΥΡΟΥΖΙΔΗΣ

Για την κατανόηση της πολιτικής της Τουρκίας και την εξαγωγή συμπερασμάτων, ας ανατρέξουμε συνοπτικά στα κυριότερα γεγονότα τα οποία προκάλεσε από το 1974 και μετά και τα οποία οδήγησαν σε κρίση τις σχέσεις της με την Ελλάδα.  

–  To 1973 αποτέλεσε την αφετηρία της στρατηγικής εξόδου της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στο Αιγαίο. Η πετρελαϊκή κρίση, η ανεύρεση κοιτασμάτων στη Θάσο, ο Αραβοϊσραηλινός πόλεμος και η έναρξη των εργασιών για το δίκαιο της θάλασσας ήταν από μόνοι τους επαρκείς λόγοι για να διεκδικήσει η Τουρκία μερίδιο στα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής. Μολονότι η κυβέρνηση των Συνταγματαρχών είχε πληροφορίες, από τον Μάρτιο του 1973, για τις προθέσεις του τουρκικού στρατού, δεν έκανε απολύτως τίποτα για να αποτρέψει την εισβολή. Αντίθετα με το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου αποσάρθρωσε την κυπριακή άμυνα και διευκόλυνε την αποβατική επιχείρηση στην Κύπρο. Με την εισβολή και την παράνομη κατοχή της Κύπρου, ουσιαστικά η Τουρκία στρατιωτικοποίησε τις διεκδικήσεις της στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. 

–  Το καλοκαίρι του 1976, το τουρκικό ωκεανογραφικό σκάφος «HORA» βγήκε στο Αιγαίο και πραγματοποίησε έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Η Ελλάδα προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ και στο διεθνές δικαστήριο.  Η  ΄΄σύρραξη΄΄ αποφεύχθηκε και ακολούθησε το Πρωτόκολλο της Βέρνης το 1977, βάσει του οποίου Ελλάδα και Τουρκία συμφώνησαν να απέχουν από έρευνες σε αμφισβητούμενες περιοχές. Έτσι η Ελλάδα απώλεσε το δικαίωμα ερευνών εκτός των χωρικών της υδάτων (6 ν.μ από τις ακτές). 

– Την Άνοιξη του 1987, το εξελιγμένο πλέον «HORA» μετονομαζόμενο σε «SISMIK» βγήκε εκ νέου για έρευνες. Η Ελλάδα αποφάσισε να βγει σε πόλεμο, συνεργάστηκε με την Βουλγαρία, ενημέρωσε όλους τους διεθνείς οργανισμούς και διέταξε γενική επιστράτευση. Παρά το γεγονός αυτό και την επικράτηση της Ελλάδας στην κρίση, ένα χρόνο αργότερα, στο Νταβός, η Αθήνα δεσμεύτηκε ότι θα απέχει από οποιαδήποτε έρευνα στα διεθνή ύδατα του Αιγαίου, αν κάνει το ίδιο και η Τουρκία, μέχρις ότου λυθεί το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας. 

– Mε ψήφισμά της, από το 1995, η τουρκική Βουλή εξουσιοδότησε την τουρκική κυβέρνηση, εν λευκώ και στο διηνεκές, να κηρύξει πόλεμο (casus belli) στην Ελλάδα (εξουσιοδότηση για χρήση και στρατιωτικών μέσων κατά της Ελλάδος), σε περίπτωση που η τελευταία επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ν.μ.

– Το 1996, με την κρίση των Ιμίων και την κατάληψη εθνικού εδάφους η Τουρκία γκριζάρισε το Αιγαίο. Τον επόμενο χρόνο, στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ που έγινε στη Μαδρίτη, η Ελλάδα αναγνώρισε για πρώτη φορά «νόμιμα και ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο.

-Στις 15 Ιουλίου 2016, έγινε το αποτυχημένο πραξικόπημα στην Άγκυρα κατά του Ερντογάν, το οποίο απέτυχε. Στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας εμπεδώθηκε η άποψη ότι το πραξικόπημα ήταν στημένο, διότι η συνομωσιολογία εξακολουθεί να γοητεύει την κοινωνία μας, μια κοινωνία η οποία εν προκειμένω υποτάσσεται στον Ερντογανισμό, ο οποίος τα τελευταία χρόνια αναβαθμίζεται ΄΄στο ανώτερο στάδιο του τουρκισμού ΄΄. Αποδεχθήκαμε δηλαδή άκριτα μια αβάσιμη θεωρία, μυθοποιώντας τον Ερντογάν διότι μπόρεσε και οργάνωσε το πραξικόπημα για να καταστεί παντοδύναμος, ενώ ταυτόχρονα προστατεύσαμε τους κεμαλιστές στρατιωτικούς από την αποτυχία ενός πραξικοπήματος. 

-Το Δεκέμβριο του 2016, στην Ελλάδα επικρατούσε η ανησυχία για επιθετική ενέργεια και προσάρτηση του Καστελόριζου, προκειμένου η Τουρκία να διευρύνει την ΑΟΖ της. Όπως όμως αποκάλυψε ο Στγός Καμπουρίδης, ο οποίος την περίοδο εκείνη υπηρετούσε στην Άγκυρα ως ακόλουθος άμυνας, κανένα τουρκικό στρατόπεδο δεν παρουσίαζε εικόνα πολεμικής προπαρασκευής.

– Τον Ιανουάριο του 2017, όταν η ελληνική δικαιοσύνη απέρριψε το αίτημα της τουρκικής κυβέρνησης για την έκδοση των οκτώ, ο Ακάρ μαζί με την στρατιωτική ηγεσία του, φωτογραφιζόταν εντός των χωρικών υδάτων των Ιμίων, προσποιούμενος  την πολεμική αποφασιστικότητα της Άγκυρας, χωρίς στο μεταξύ να υπάρχουν ανάλογες σχετικές  στρατιωτικές ενδείξεις.    

 – Το καλοκαίρι του 2020, το «Ορούτς Ρέις», όργωσε το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, υποχρεώνοντας σε πολεμική επιφυλακή το πολεμικό μας Ναυτικό. Η στάση της Τουρκίας στη δυναμική αντίδραση της ΄΄επακούμβησης΄΄,  κατέδειξε τη φοβία της. 

– Πριν ένα μήνα περίπου, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούσαν, με αφορμή την επέτειο της εισβολής στην Κύπρο, την προσάρτηση των κατεχομένων από την Τουρκία. Είναι οι ίδιοι οι οποίοι με αφορμή την έξοδο του γεωτρύπανου  «Αμπντουλχαμίτ Χαν» στην Ανατολική Μεσόγειο, ζεσταίνουν πάλι τα τηλεπαράθυρα, με τις γνωστές υπερβολές αναφορικά με τις επιστημονικές  δυνατότητες του σκάφους και τις ικανότητες του τουρκικού στρατού.  

Στη Κύπρο δεν θα εισέβαλε ποτέ η Τουρκία, χωρίς προηγούμενη ανατροπή του Μακαρίου, την ενθάρρυνση των συμμάχων και την σιωπηρή ανοχή της χούντας. Οπουδήποτε εισβάλλει ή εμπλέκεται (Κουρδιστάν, Συρία, Αρμενία, Λιβύη κλπ), είναι απολύτως βέβαιη για την επιτυχή έκβαση της επιχείρησης, αφού επιλέγει να αντιμετωπίζει υποδεέστερους αντιπάλους. 

Ό,τι δε έχει επιτύχει σε βάρος της Ελλάδας από το 1976-77 μέχρι σήμερα οφείλεται στη ρητορική επιθετική της τακτική, σε συνδυασμό με την πολεμική  ΄΄μπλόφα΄΄, την οποία ποτέ δεν θα εφαρμόσει στην πράξη, όσο στην Ελλάδα υπάρχει αρραγές εθνικό μέτωπο, ανεξάρτητα από την στάση της διεθνούς κοινότητας την οποία έχει αποδείξει ότι δεν σέβεται. Σε κάθε κρίση, όπως και το 1974, είχαμε την υπεροχή την οποία δεν αξιοποιήσαμε ανάλογα. Εάν η Τουρκία επιθυμεί να κατακτήσει ελληνικό χώρο, γιατί δεν το επιχειρεί τη στιγμή που με ευκολία εφαρμόζει την επιθετικότητά της προς  άλλες κατευθύνσεις;

Ακόμα και ο πρόεδρος της Βόρειας Κορέας είναι λιγότερο γραφικός, διότι προβαίνει σε λιγότερες απειλητικές δηλώσεις, παρά το γεγονός ότι έχει στην κατοχή του πυρηνικά όπλα.

Η παρέμβαση του Χόλμπρουκ για την εκτόνωση της κρίσης των Ιμίων ικανοποίησε εξίσου και την άλλη πλευρά με την διαφορά ότι η Άγκυρα απέφυγε να εκφράσει δημόσια τις ευχαριστίες της.    

Τόσο η σημερινή κυβέρνηση όσο και η επερχόμενη κεμαλική -προφανώς  και επιθυμούν μερίδιο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο- γνωρίζουν πολύ καλά όμως ότι η ικανοποίηση της επιθυμίας αυτής, δεν περνάει μέσα από την επιλογή της γενικευμένης πολεμικής αναμέτρησης. Αντίθετα, ένας πόλεμος μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, όσο υφίσταται η σημερινή σχέση στρατιωτικής ισχύος, θα προκαλούσε ιστορικές ανατροπές, όπως τον διαμελισμό της χώρας και την άγνωστη τύχη της ζωής των υπεύθυνων πολιτικών της. 

Ερωτήματα που αναφύονται από τα παραπάνω: ποιος είναι ο λόγος που στη δημόσια συζήτηση της Ελλάδας σχολιάζεται καθημερινά -αγγίζοντας τα όρια της κοινωνικής τρομοκράτησης- η Τουρκική απειλή και, επιπλέον, από ποιους ενημερώνονται οι αναλυτές των μέσων μαζικής ενημέρωσης  για τις προθέσεις και τις κινήσεις της τουρκικής κυβέρνησης, όταν μάλιστα στον διεθνή τύπο και στις μεγάλες δεξαμενές σκέψεις ελάχιστα είναι τα σχετικά δημοσιεύματα ;

Σημαντική παράμετρο στην εκδήλωση της αποφασιστικότητας της Τουρκίας, αποτελούν και τα οικονομικά της στοιχεία, τα οποία επιβαρύνουν τα ερείσματα του Ερντογάν στο λαό, καθώς ο πληθωρισμός τρέχει με 80 %, αγγίζοντας το ιστορικό χαμηλό του 1998. Η κρίση εκείνης της εποχής αποτέλεσε την αιτία της πτώσης της κυβέρνησης του πρωθυπουργού Ετσεβίτ. Ανάλογη πολιτική κατάσταση επικρατεί και σήμερα στην Τουρκία, με την ακρίβεια να διαρρηγνύει τη σχέση της συντηρητικής τουρκικής κοινωνίας με τον φιλόδοξο χαλίφη της. Αξίζει να αναφερθεί ότι την περίοδο 1997-2016, δεν σημειώθηκε κανένα επεισόδιο άξιο λόγου, γεγονός που αποδίδεται στην βαθιά κρίση, στην μετάβαση στον Ερντογανισμό και στη θεαματική οικονομική ανάπτυξη που ακολούθησε στη συνέχεια. 

Όλα τα προαναφερόμενα συνιστούν τους λόγους για τους οποίους η Άγκυρα δεν θα αποτολμήσει στο προσεχές μέλλον μια πολεμική αναμέτρηση σε βάρος της Ελλάδας και θα επιδιώκει πάντοτε με μικρά επεισόδια ή προβοκάτσιες, να αναγάγει τις διεκδικήσεις της σε διμερείς διαφορές, ώστε, όταν η διεθνής συγκυρία την ευνοήσει, να παραπέμψει την διευθέτησή τους σε διαπραγματεύσεις. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το ερώτημα: ποια θα είναι η στάση της Δύσης και σε παραχωρήσεις θα προβεί προς τη νέα κεμαλική κυβέρνηση, προκειμένου να την προσδέσει στη δυτική συμμαχία σε βάρος της Ρωσίας; 

Όλη αυτή η τουρκολαγνεία στην Ελλάδα, καλλιεργεί τον συντηρητισμό και εκτρέπει την κοινωνία μας από τα σοβαρά προβλήματα της χώρας, ενώ ταυτόχρονα απαλλάσσει το πολιτικό σύστημα από τις ευθύνες του, ίσως και σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι συμβαίνει στην Τουρκία. 

*Δημοσιεύεται και στην εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

πηγη