Μπορεί, άραγε, το έντυπο να περάσει στην αντεπίθεση;

«Η πένα είναι πιο δυνατή από το ξίφος»
(Edward Bulwer-Lytton)

Οι πρόσφατες και σημαντικές εξελίξεις στην ιστορική παραδοσιακή εφημερίδα της Αριστεράς, την Αυγή, δημιούργησαν εύλογα μεγάλο ντόρο. Στοιχείο που φανερώνει τη διαχρονική εμβέλεια του συγκεκριμένου δημοσιογραφικού εγχειρήματος. Με αφορμή αυτή την υπόθεση, μπορούμε να παραδεχτούμε πως υπάρχουν πολλά ανοιχτά μέτωπα με ευρύτερες προεκτάσεις. Με τα ανάλογα ερωτήματα να ζητούν απαντήσεις.

Θα αναφέρουμε κάποια βασικά και ενδεικτικά. Π.χ. το παρελθόν και οι διαχειρίσεις που έλαβαν χώρα από τις διάφορες διοικήσεις στα media, ο εν γένει ρόλος του κομματικού τύπου στο παρόν και στο μέλλον τόσο του πολιτικού και ιδεολογικού ανταγωνισμού, όσο και στο ευρύτερο μιντιακό περιβάλλον των νέων καιρών που έχουν ήδη ξεκινήσει σε παγκόσμιο επίπεδο.

Και ο κατάλογος των υπό διερεύνηση θεματικών συνεχίζεται, αγγίζοντας πιο εξειδικευμένες ατραπούς: πώς αντιμετώπισε τα προηγούμενα χρόνια ο επίσημος ΣΥΡΙΖΑ την Αυγή (όχι μόνο στο οικονομικό πεδίο), οι γενικότερες αντοχές και η δυναμική των σχετικών συνδικαλιστικών κινήσεων, η ευρύτερη αλληλεγγύη που επιδεικνύεται σε παρεμφερείς περιστάσεις από αναγνώστες, συναδέλφους και από εκείνο το σημαντικό αριθμητικά κομμάτι της ενεργούς κοινωνίας που νιώθει την πολυφωνία ως κάτι το αναγκαίο. Η συλλογική δραστηριοποίηση δεν είναι αποκούμπι για ιδιοτελείς στοχεύσεις σε στιγμές κρίσεων ή αδιεξόδων, αλλά το μόνο σίγουρο φάρμακο για κάθε «ασθένεια». Αρκεί να δίνει το υγιές «παρών» της…

Μα, ίσως και πάνω από όλα, αναδύεται και κάτι ακόμα, πολύ ουσιαστικό. Η απήχηση στο παρόν και στο μέλλον των ίδιων των εντύπων. Βρισκόμαστε αναφανδόν στο πιο κομβικό χωροχρονικό σημείο, στο οποίο «όλα είναι στο τραπέζι»: από το οριστικό σβήσιμο μέχρι την προοπτική της επιβίωσης. Για αναγέννηση και αύξηση του μεριδίου στην πίτα του γενικού ενδιαφέροντος είναι λίγο δύσκολο να μιλάει κάποιος στο σήμερα… Αν οι εφημερίδες δεν βρουν σε εύλογο χρόνο το σύγχρονο ρόλο τους θα αποτελέσουν σύντομα ρετρό αφιερώματα.

Είμαι ένας άνθρωπος που θα έλεγα πως ανήκω σε άλλη εποχή. «Γνήσιο τέκνο» της γενιάς μου που γαλουχήθηκε με το έντυπο, είτε αυτό ήταν εφημερίδα, είτε περιοδικό. Ακόμα και σήμερα, πού και πού προστρέχω στα γνωστά σε πολλούς μυημένους στέκια στο Μοναστηράκι για να προμηθευτώ περιοδικά και εφημερίδες παλαιότερων εποχών. Επίσης, επιμένω να αγοράζω στους καιρούς μας μέσο όρο δύο εφημερίδες σε καθημερινή βάση. Και αυτό εκτός Σαββάτου και Κυριακής -μέρες για τις οποίες κάτι τέτοιο μοιάζει ακόμα και σήμερα φυσιολογικό…

Παρότι ακούω πολλές ώρες ραδιόφωνο και σερφάρω στο internet εξίσου πολύ, πραγματικά αισθάνομαι ένα έντονο κενό αν κάποια μέρα δεν αγοράσω ούτε μία εφημερίδα. Αν και σε μία τέτοια περίπτωση, όλο και κάτι θα βρω σε έντυπη μορφή για να καλύψω το κενό. Ακόμα και αν είναι ένα περιοδικό από τη δεκαετία του 1990, που έχω φυλάξει σε κάποιο ντουλάπι… Τις προάλλες φερ΄ειπείν διάβαζα τεύχη του περιοδικού ΜΕΤΡΟ από τη δεκαετία του 1990, και φύλλα της εφημερίδας Φίλαθλος από την ίδια δεκαετία…

Η κάθε εποχή έχει τους όρους της. Οφείλουμε όλοι να τους ανακαλύπτουμε και να τους υπολογίζουμε. Θα φέρω ένα παράδειγμα. Πες πως κάποιος άνθρωπος θέλει να ενημερωθεί για ένα εξειδικευμένο αντικείμενο από εύρος πηγών. Το internet παρέχει πάρα πολλές τέτοιες πηγές σε σύντομο χρονικό διάστημα και χωρίς περαιτέρω κόπο πέρα από τις σχετικές πληκτρολογήσεις. Και επιπλέον χωρίς την αίσθηση που δημιουργεί το πέρασμα από το περίπτερο, το να βάζεις δηλαδή το χέρι στην τσέπη και να καταβάλεις ένα χρηματικό ποσό. Στις μέρες μας οι περισσότεροι έχουμε εθιστεί όταν πληρώνουμε να το κάνουμε συνήθως για κάποιον καταναγκασμό και όχι για κάτι καλό ή ψυχαγωγικό.

Σε γενικές γραμμές, κάθε μέσο έχει τα πλεονεκτήματά του και τα μειονεκτήματά του. Μπορεί, άραγε, το έντυπο να περάσει στην αντεπίθεση; Αρχικά, για να διασωθεί και ύστερα για να εδραιωθεί σε μεγαλύτερο κοινό. Μπορούν να βρεθούν έξυπνες λύσεις; Θα αναγκαστεί η εφημερίδα να γίνει περιοδικό ως προς το είδος του περιεχομένου και της τεχνοτροπίας της παρεχόμενης ύλης; Θα επενδύσει αποκλειστικά και μόνο στην άποψη, αφού πια η είδηση έχει γίνει συνυφασμένη με άλλα μέσα όπως η τηλεόραση, το ραδιόφωνο και το internet; Δεν έχω απαντήσεις.

Έχω μόνο απαισιοδοξία και κυρίως φόβο πως θα σβήσει μία από τις πιο αγαπημένες μου συνήθειες: να πιάνω κάθε μέρα στα χέρια μου εφημερίδες (και περιοδικά…) και να τις ξεκοκαλίζω… Όπως και με τα δάση που πέρναγα από αυτά πριν καούν (π.χ. προς Βαρυμπόμπη μεριά) και αναρωτιόμουν μέσα μου «μέχρι πότε θα αντέξουν στις ανθρώπινες απληστίες και αδηφαγίες», έτσι και με τις εφημερίδες. Την αγοράζω, απολαμβάνω τη μυρωδιά, ερωτεύομαι τα χρώματά της ξανά και ξανά, «τη βρίσκω» μέσω της αίσθησης της σχετικής αφής, αισθάνομαι πως δεν διεγείρεται μόνο το πνεύμα μου, αλλά ταυτόχρονα σκέφτομαι πως πια είναι ένα μικρό θαύμα που κρατάω ακόμα στα χέρια την κάθε συγκεκριμένη εφημερίδα (αναλογιζόμενος και τις ενεστωτικές κυκλοφορίες που ανακοινώνονται από το αρμόδιο πρακτορείο διανομής…). Και παίρνω πολλές διαφορετικές, γιατί η σφαιρικότητα των αντιλήψεων ενδυναμώνει πρωτίστως τη δική μου οξύνοια…

ΥΓ. Το μέλλον των εντύπων περνάει μέσα από δύο βασικούς άξονες: α) την εσωτερική ενδοσκόπηση των αναγνωστών, παλαιότερων και εν δυνάμει φρέσκων, δηλαδή τι θέλουν για να αγοράζουν περισσότεροι σε σταθερή βάση μία εφημερίδα, και β) στην έναρξη άμεσου διαλόγου ανάμεσα στους εμπλεκόμενους για την προώθηση σχετικής εκστρατείας πάνω στη βάση μίας κοινά συμφωνημένης στρατηγικής για το μέλλον των εντύπων στη χώρα μας… Αν βρεθεί και χρήμα, ως τονωτική ένεση στους σφιχτούς καιρούς που διανύουμε, καλό θα ήταν… Ένας θησαυρός όπως η εφημερίδα δεν πρέπει να σβήσει, γιατί αυτόματα θα χαθούν πολλά πράγματα. Ποια; Αυτοί που τα ξέρουν, ας πράξουν τα δέοντα… Υπάρχει, πάντως, ακόμα χώρος για το καλό έντυπο.

ΥΓ1.  Εύχομαι το καλύτερο και για την ίδια την Αυγή και για τους εργαζόμενούς της. Για πολλούς λόγους…

ΠΗΓΗ