ΕΕ-Λευκορωσία: Μεταξύ ανθρωπιστικού δράματος, θεσμικής κρίσης και υβριδικού πολέμου


Μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, έγιναν προσπάθειες από την πλευρά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της –ανεξάρτητης πλέον– Λευκορωσίας για συνεργασία σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο. Οι προσπάθειες αυτές, όμως, σε μεγάλο βαθμό ήταν ανεπιτυχείς. Συγκεκριμένα, παρά την υπογραφή Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας μεταξύ ΕΕ και Λευκορωσίας το 1995, στόχοι της οποίας ήταν η ενίσχυση του πολιτικού διαλόγου, η στήριξη του δημοκρατικού πολιτεύματος, η μετάβαση στην  οικονομία της αγοράς και η εμπορική και επενδυτική συνεργασία, η ΕΕ δεν επικύρωσε τη Συμφωνία.

Παράλληλα, με την εκλογή του Αλεξάντερ Λουκασένκο το 1994, η ΕΕ υποστήριξε πως η Λευκορωσία όδευε προς ένα αυταρχικό πολίτευμα και, έτσι, δεν τη συμπεριέλαβε ως εταίρο στις διαδικασίες της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Γειτονίας (ΕΠΓ), από την οποία απορρέει η προστασία της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρώπινων δικαιωμάτων, η οικονομική ανάπτυξη, η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας και η διευκόλυνση της μετανάστευσης και της κινητικότητας προσώπων. Στο πλαίσιο της ΕΠΓ θεσπίστηκε το 2009 η Ανατολική Εταιρική Σχέση ΕΕ και χωρών της Ανατολικής Ευρώπης και του Νοτίου Καυκάσου, για την πολιτική και οικονομική συνεργασία, στην οποία η Λευκορωσία ήταν μέρος μέχρι και τον Ιούνιο του 2021, όταν ανέστειλε τη συμμετοχή της. Οι εμπορικές σχέσεις ΕΕ και Λευκορωσίας έχουν κατά καιρούς δοκιμαστεί από την αυστηρή στάση της πρώτης λόγω της παραβίασης εργασιακών δικαιωμάτων εκ μέρους της δεύτερης. Η ΕΕ εξακολουθεί να είναι ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος της Λευκορωσίας μετά τη Ρωσία.

Ο ρόλος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στην εξίσωση αυτή δεν είναι σημαντικός μόνο λόγω του κοινού πολιτικού παρελθόντος και της στενής πολιτισμικής σχέσης με την Λευκορωσία, αλλά και λόγω της ίδρυσης του Κράτους Ενότητας (Union State) μεταξύ των δύο χωρών από το 1999. Η μετασοβιετική αυτή πρωτοβουλία είχε ως σκοπό την κοινή χάραξη πολιτικής των δύο χωρών στους τομείς της οικονομικής ενσωμάτωσης, της φορολογίας και της άμυνας και τη στενή συνεργασία στην πληροφορία. Η ρωσική οικονομική βοήθεια προς την Λευκορωσία τα τελευταία χρόνια ανήλθε σε περίπου 120 δισεκατομμύρια δολάρια, με τα ενεργειακά προϊόντα να είναι η βασική ρωσική εξαγωγή. Παρά τις διάφορες συζητήσεις περί πλήρους ενοποίησης των δύο χωρών στην αρχή της χιλιετίας, τα δύο κράτη παραμένουν ανεξάρτητα, έχοντας πλήρη κυριαρχία. Η ΕΕ και οι ΗΠΑ έχουν ανά καιρούς εκφράσει την ανησυχία τους για την πιθανή ένωση Ρωσίας – Λευκορωσίας, επικαλούμενες την υπονόμευση της κρατικής κυριαρχίας και φοβούμενες την ενίσχυση τη ρωσικής επιρροής στην Ανατολική Ευρώπη.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η Λευκορωσία βρίσκεται ανάμεσα στην Ρωσία και την ΕΕ όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και από άποψη οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών συμφερόντων. Η ταραγμένη σχέση Λευκορωσίας και ΕΕ αποτυπώνεται και στις ευρωπαϊκές κυρώσεις που έχουν επιβληθεί ανά τα χρόνια. Η ΕΕ ισχυρίζεται πως η επιβολή κυρώσεων αποσκοπεί στην άσκηση πίεσης στη λευκορωσική ηγεσία για δίκαιη διεξαγωγή εκλογών, μείωση της πολιτικής βίας και απελευθέρωση πολιτικών κρατουμένων, καθώς και για την έναρξη ενός υγιούς πολιτικού διαλόγου, όλα στο πλαίσιο της δημοκρατικής μετάβασης της χώρας. Κύκλοι περιοριστικών μέτρων της ΕΕ προς τη Λευκορωσία έχουν ξεκινήσει ήδη από το 2004, εντάθηκαν με τις, κατά την ΕΕ, νόθες εκλογές και τις παράνομες φυλακίσεις πολιτικών αντιπάλων και αντιφρονούντων το 2010 και κλιμακώθηκαν, φθάνοντας στη μέχρι στιγμής πιο έντονη φάση τους, τα τελευταία δύο χρόνια, και συγκεκριμένα, τις τελευταίες εβδομάδες.

Οι ευρωπαϊκές κυρώσεις στρέφονται κατά ατόμων, συμπεριλαμβανομένων ισχυρών πολιτικών προσώπων και του ίδιου του Προέδρου Λουκασένκο, που θεωρούνται υπεύθυνα για παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωμάτων και για φαλκίδευση της εκλογικής διαδικασίας. Η βίαιη καταστολή και η σωρεία πολιτικών φυλακίσεων διαδηλωτών και πολιτικών αντιπάλων του Λουκασένκο κατά τις –πρωτοφανείς για τη Λευκορωσία– μαζικές και δυναμικές λαϊκές διαδηλώσεις του 2020 αποτέλεσαν το έναυσμα για την ανανέωση του κύκλου ευρωπαϊκών κυρώσεων προς τη Λευκορωσία. Σε συγκεκριμένα άτομα επιβλήθηκαν ταξιδιωτικοί περιορισμοί για ευρωπαϊκούς προορισμούς και πάγωμα προσωπικών λογαριασμών. Προς το παρόν, δεν έχουν επιβληθεί οικονομικές κυρώσεις στη Λευκορωσία, αν και πολλοί από αυτούς στους οποίους έχουν επιβληθεί κυρώσεις είναι επιφανείς επιχειρηματίες. Απαγορεύτηκε, επίσης, η πτήση λευκορωσικών αεροσκαφών πάνω από τον ευρωπαϊκό εναέριο χώρο, πακέτο κυρώσεων το οποίο ενισχύθηκε μετά από την παράνομη προσγείωση αεροσκάφους της Ryanair στο Μινσκ, με αρχικό προορισμό την Αθήνα, για τη σύλληψη του δημοσιογράφου Προτασέβιτς και της Ρωσίδας συντρόφου του Σαπέγκα, οι οποίοι εναντιώνονταν δημόσια στο λευκορωσικό καθεστώς. Το πιο πρόσφατο πακέτο κυρώσεων της ΕΕ προς τη Λευκορωσία σχετίζεται με την προσφυγική κρίση που έχει ξεσπάσει τους τελευταίους μήνες στα σύνορα της Λευκορωσίας με την Πολωνία, τη Λιθουανία και τη Λετονία.

Εικόνα 1: Ο νέος διάδρομος μεταναστευτικών ροών, από τη Λευκορωσία προς την ΕΕ, Πηγή: Deutsche Welle

Τον περασμένο Οκτώβριο άρχισαν να συγκεντρώνονται ταχέως και μαζικά χιλιάδες άνθρωποι από χώρες της Μέσης Ανατολής και της κεντρικής Αφρικής στα σύνορα της Λευκορωσίας με τα γειτονικά της κράτη-μέλη της ΕΕ. Όλες αυτές τις εβδομάδες χιλιάδες άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων ολόκληρων οικογενειών, βρίσκονται εγκλωβισμένοι στο δάσος μεταξύ ΕΕ και Λευκορωσίας, σε θερμοκρασίες πολύ κάτω από το μηδέν, προσπαθώντας να περάσουν τα σύνορα προς τις χώρες της Ένωσης. Οι μαρτυρίες για νεκρούς ολοένα και αυξάνονται, αλλά η καταγραφή ακριβών στοιχείων είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Οι συνεχείς επαναπροωθήσεις από την Πολωνία πίσω στη Λευκορωσία, σε συνδυασμό με τις δυσμενείς συνθήκες επιβίωσης, έχουν οδηγήσει σε μια σοβαρότατη ανθρωπιστική κρίση στην Ανατολική Ευρώπη, η οποία όχι μόνο οξύνει περαιτέρω τις σχέσεις ΕΕ και Λευκορωσίας αλλά και δοκιμάζει τα ίδια τα όρια της Ένωσης, σε επίπεδο μεταναστευτικής πολιτικής και πολιτικής ασύλου, αλλά και σε επίπεδο εσωτερικής συνοχής.

Η ΕΕ υποστηρίζει πως οι πρόσφυγες εσκεμμένα οδηγήθηκαν στα βορειοανατολικά της σύνορα από τη Λευκορωσία. Συγκεκριμένα, ο Λουκασένκο θεωρείται ότι ευθύνεται για την οργάνωση και χρηματοδότηση πτήσεων από τη Μέση Ανατολή προς την Λευκορωσία και την καθοδήγηση των προσφύγων στα σύνορα με τις άλλες χώρες, με σκοπό την πρόκληση της κρίσης ως μέσο εκφοβισμού, επίδειξης δύναμης και δημιουργίας αστάθειας στην ΕΕ. Δημοσιογραφικές έρευνες έχουν συλλέξει πλήθος στοιχείων και μαρτυριών που αποδεικνύουν την παραπάνω στάση, αλλά ο ίδιος ο Λουκασένκο, σε συνέντευξή του στο BBC την περασμένη εβδομάδα, δήλωσε πως οι κατηγορίες αυτές είναι σκευωρίες της Δύσης και ψεύδη. Αναγνώρισε πως πρόκειται για ανθρωπιστική κρίση, για την οποία όμως υπαίτια είναι η ΕΕ, που δεν χορηγεί άσυλο σε εκείνους που προσπαθούν να περάσουν τα σύνορα.

Γίνεται ολοένα και πιο προφανές πως οι άνθρωποι που είναι εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην ΕΕ και την Λευκορωσία έχουν εργαλειοποιηθεί και από τις δύο πλευρές για την εξυπηρέτηση του μεταξύ τους ανταγωνισμού. Η χρήση του όρου «υβριδικός πόλεμος», για να χαρακτηριστεί η ανθρωπιστική και προσφυγική κρίση, είναι πλέον ευρεία. Υβριδικός πόλεμος είναι η χρήση μη συμβατικών μέσων, όπως ανθρώπινων ροών, για την πρόκληση ανασφάλειας και πανικού στον αντίπαλο. Η διαχείριση της πληροφορίας και των ψευδών ειδήσεων συμπληρώνει συνήθως τέτοιες πρακτικές. Πράγματι, έχει προκληθεί αστάθεια στην ΕΕ με τις αναπάντεχες και ταχέως αυξανόμενες ροές ανθρώπων στα σύνορά της, ενώ οι λευκορωσικές μυστικές υπηρεσίες κατηγορούνται για τη δημιουργία ψεύτικων προφίλ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με σκοπό την ώθηση περισσότερων ανθρώπων στα σύνορα με την Πολωνία, την Λιθουανία και την Λετονία.

Εν ολίγοις, η Λευκορωσία εκμεταλλεύτηκε την ήδη τεταμένη σχέση μεταξύ Πολωνίας και ευρωπαϊκών θεσμών και, προκειμένου να αποδυναμώσει την Ένωση, χρησιμοποίησε ανθρώπινες ζωές ως εργαλείο πολέμου. Αναλυτές, επίσης, υποστηρίζουν πως η Λευκορωσία εκβιάζει την ΕΕ προκειμένου η δεύτερη να την πληρώσει για να σταματήσει τις ροές προσφύγων, ως αντίβαρο στο κόστος που είχαν για την Λευκορωσία οι κυρώσεις των περασμένων χρόνων. Οφείλει να ειπωθεί πως ο χαρακτηρισμός μιας κατάστασης ως πολεμικής ανοίγει το δρόμο για μια απάντηση επίσης πολεμική, γεγονός που μπορεί να εκτροχιάσει την κρίση και να οδηγήσει σε περαιτέρω παραβίαση ανθρώπινων δικαιωμάτων και από τις δύο πλευρές.

Επίσης, η αδυναμία της ΕΕ να διαχειριστεί την προσφυγική κρίση στα σύνορά της είναι σημαντικότερη από το να αναζητηθεί μια τυπολογία (υβριδικός πόλεμος) για την εν λόγω κρίση. Η προσοχή της ΕΕ και της κοινής γνώμης είναι εστιασμένη στη «δαιμονοποίηση» του αδιαμφισβήτητα αυταρχικού Λουκασένκο και στις προσπάθειές του να αποσταθεροποιήσει τα δημοκρατικά πολιτεύματα των κρατών-μελών της ΕΕ, ενώ μικρότερη είναι η έμφαση που έχει δοθεί στην ίδια την προσφυγική κρίση και στις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων. Ακόμη, η κρίση έχει αναδείξει ανελεύθερες πολιτικές εντός των μελών της ΕΕ, σε συνδυασμό με την αναζωπύρωση ξενοφοβικών και ισλαμοφοβικών αντιλήψεων. Η πολωνική κυβέρνηση θέσπισε νέα νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία οι συνοριοφύλακες έχουν το δικαίωμα να απωθούν πρόσφυγες εκτός συνόρων επιτόπου, δίχως να εξετάζουν τα έγγραφα αίτησης ασύλου τους. Με την απόφαση αυτή κράτος-μέλος της ΕΕ παραβιάζει τον Κανονισμό Δουβλίνου ΙΙΙ (2013) και τη Συνθήκη της Γενεύης (1951). Ακόμη, η Λιθουανία έχει ήδη ξεκινήσει τις διαδικασίες οικοδόμησης τείχους στα σύνορά της, για να καταστεί αδύνατη η διέλευση προσφύγων στο έδαφός της.

Τέλος, η προσφυγική κρίση στη Ανατολική Ευρώπη έχει αναδείξει την αδυναμία τήρησης του Κοινού Ευρωπαϊκού Προγράμματος Ασύλου από όλα τα κράτη-μέλη και την έλλειψη εσωτερικής συνοχής, έχοντας παράλληλα ανατροφοδοτήσει ακροδεξιές και αυταρχικές νοοτροπίες και πολιτικές. Το βασικότερο ζήτημα προς επίλυση είναι η προστασία των ανθρώπων που είναι αποκλεισμένοι στα σύνορα ΕΕ – Λευκορωσίας και όχι η αγνόηση και επαναπροώθησή τους ως ένδειξη αντίστασης στις λευκορωσικές προκλήσεις.

Της Ειρήνης Γιαννοπούλου, Πολιτικής επιστήμονα, μεταπτυχιακής φοιτήτριας Διεθνών Σχέσεων ΕΚΠΑ – Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 2ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων

πηγη