Υποχρεωτικός εμβολιασμός: Μπορεί ένας πολίτης να προσφύγει κατά του προστίμου; – Τι λένε οι νομικοί

Υποχρεωτικός εμβολιασμός: Μπορεί ένας πολίτης να προσφύγει κατά του προστίμου; - Τι λένε οι νομικοί

Η κυβέρνηση δεν έχει το… «ακαταδίωκτο», αλλά ο πολίτης δεν το ξέρει! Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν έχει πει την τελευταία του λέξη, ούτε καν ..την πρώτη, και η χώρα μας, ας μην ξεχνάμε, είναι πρωταθλήτρια σε καταδίκες! Αν και η πανδημία αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, εκτός της κοινής στρατηγικής σε θέματα προμήθειας και χρήσης εμβολίων, του πιστοποιητικού εμβολιασμού και της οικονομικής ενίσχυσης των κρατών, η ευθύνη για την διαχείριση της κρίσης εντός των συνόρων του κάθε κράτους, ανήκει αποκλειστικά στην κυβέρνησή του.

Τόσο η ευρωπαϊκή όσο και η εσωτερική μας νομοθεσία και το Σύνταγμά μας, επιτρέπουν στην Κυβέρνηση να επιβάλλει μέτρα για την περιφρούρηση της δημόσιας υγείας, έστω και αν αυτά παραβιάζουν κάποια άλλα συνταγματικά δικαιώματα, καθώς η υγεία θεωρείται υπέρτατο αγαθό, αλλά και από την άλλη υποχρέωση του κράτους είναι να εξασφαλίζει στους πολίτες του, την καλύτερη δυνατή περίθαλψη.

Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκαν αιτήματα αναστολών επί της υποχρεωτικότητας των εμβολίων και των αναστολών εργασίας σε μη εμβολιασμένους, «άνοιξε» την όρεξη της Κυβέρνησής μας, για την εφαρμογή περισσότερων απαγορεύσεων και παρερμηνεύοντας την, προχώρησαν ακόμη και στην επιβολή «τιμωρητικού» προστίμου σε κάθε ανεμβολίαστο συνταξιούχο!

Όμως, το Κοινοτικό Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε για όλες αυτές τις υποχρεωτικότητες, ούτε καν μπήκε στην ουσία στην υποθέσεων. Τις απέρριψε γιατί όπως επισημαίνεται στην απόφασή του, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 39 (προσωρινά μέτρα) του Κανονισμού και των κανόνων του Δικαστηρίου. Ουσιαστικά οι δικαστές και με βάση τα στοιχεία που είχαν στη διάθεσή τους, έκριναν ότι οι «αιτούντες δεν αντιμετωπίζουν πραγματικό κίνδυνο μη αναστρέψιμης βλάβης». Να εξηγήσουμε εδώ, ότι η προσωρινή διαταγή, προβλέπεται και στο εσωτερικό μας δίκαιο (ασφαλιστικά μέτρα-προσωρινή διαταγή), για περιπτώσεις άμεσης ανάγκης και πολύ δύσκολα δίδεται.

Η ουσία όμως της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που αφήνει ορθάνοιχτη την πόρτα για έκδοση εκ διαμέτρου αντίθετων αποφάσεων βρίσκεται στην επισήμανσή της, ότι η απόρριψη της λήψης προσωρινών μέτρων(άρθρο 39), «σε καμιά περίπτωση δεν προδικάζει, τυχόν μεταγενέστερες αποφάσεις, σχετικά με το παραδεκτό ή όχι, επί της ουσίας της υπόθεσης».

Με βάση αυτή την επισήμανση, που μόνο τυχαία δεν πρέπει να θεωρείται, αν το Δικαστήριο κληθεί να μπει στην ουσία μιας κύριας προσφυγής πολιτών, όπου θα αποδεικνύουν την βάναυση προσβολή δικαιωμάτων τους και την μη αναστρέψιμη γι’ αυτούς βλάβη, με πρόσχημα την πανδημία, τότε είναι σφόδρα πιθανό η χώρας μας να εισπράξει άλλη μια καταδικαστική απόφαση, με αλυσιδωτές παρενέργειες. Κράτος και πολίτης έχουν αμφίδρομα δικαιώματα και υποχρεώσεις και όπως το πρώτο μπορεί να επιβάλλει μέτρα, έτσι και οι δεύτεροι μπορούν να … «επιβάλλουν» αντίμετρα στο πλαίσιο άσκησης των δικαιωμάτων του.

Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης και ο Έλληνας δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Μιχαήλ Βηλαράς και αντιπρόεδρος του Ευρωπαϊκού Δικηγορικού Συλλόγου Μιχαήλ Βηλαράς εξηγούν και αναλύουν, χωρίς φόβο, αλλά με αντικειμενικότητα, επιστημοσύνη και ορθότητα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του κράτους και των πολιτών αλλά και την συνταγματικότητα των μέτρων με αφορμή την πανδημία.

Αντώνης Ρουπαριώτης – δικηγόρος, πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ και πρώην υπουργός Δικαιοσύνης

Ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης κ. Αντώνης Ρουπακιώτης

«Διαμαρτύρονται, κραυγάζουν οι γιατροί και νοσηλευτές που πολεμούν τον κορονοϊό. Λείπουν κλίνες ΜΕΘ, λείπουν γιατροί και νοσηλευτές. Πεθαίνουν όλο και περισσότεροι συνάνθρωποι μας, θρηνούν οι συγγενείς τους. Το πρόβλημα οξύνεται, αποκτά τραγικές διαστάσεις και η Ελλάδα έρχεται δεύτερη μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών ως προς τον αριθμό των θανάτων ανά εκατομμύριο πολιτών. Η κυβέρνηση ωστόσο, αντί να καλύψει τα κενά, όπως είναι αυτονόητο, που γνωρίζει αλλά και συνεχώς υποδεικνύονται από τους γιατρούς – νοσηλευτές, εξαντλείται σε δηλώσεις του Πρωθυπουργού αλλά και υπουργών, ότι, πότε βρισκόμαστε ένα μίλι πριν από το τέλος της πανδημίας, πότε ότι το καλοκαίρι – που πέρασε θα ήταν απαλλαγμένο από τον κορονοϊό, πότε ότι θα ήταν πεταμένα χρήματα, αν αποκτούσαμε περισσότερες ΜΕΘ κ.α. Και σαν να μην έφταναν οι επιλογές αυτές, μειώνονται στον νέο προϋπολογισμό κατά εκατοντάδες εκατομμυρίων οι δαπάνες για τον τομέα υγείας, για την ενίσχυση των νοσοκομείων, και δεν υπάρχει πρόβλεψη για κάλυψη των κενών σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό του ΕΣΥ. Ομοίως δεν αντιλήφθηκε η κυβέρνηση την ευθύνη της για την ανάγκη αποσυμφόρησης των ΜΜΜ, των σχολικών αιθουσών, των δημοσίων υπηρεσιών με αξιοποίηση, ως προς τους τελευταίους, της τηλεργασίας, αρνούμενη γενικώς ότι υπάρχει πρόβλημα.

Αυτή η πολιτική, που συνοδεύεται και από την άρνηση επίταξης των υπηρεσιών ιδιωτικών θεραπευτηρίων, πέραν των οδυνηρών συνεπειών σε βάρος των ασθενών προβάλλει και ψευδή εικόνα προς τους πολίτες για την ανάγκη λήψης μέτρων προφύλαξης και ειδικότερα του εμβολιασμού με τα εγκεκριμένα εμβόλια. Έτσι μένει η χώρα μας, μεταξύ των άλλων χωρών της Ευρώπης, με πολύ χαμηλό ποσοστό εμβολιασμένων, έναντι των οποίων δεν εξάντλησε η κυβέρνηση την ανάγκη ενημέρωσης και πειθούς, αλλά, είτε προσπάθησε με εξουσιαστικού χαρακτήρα μέτρα να πιέσει, εξαιρώντας για ευδιάκριτους λόγους μεγάλα κοινωνικά υποσύνολα, όπως τα μέλη των σωμάτων ασφαλείας κ.α., είτε επιχείρησε με κάθε άλλο παρά σοβαρά κίνητρα να πείσει, όπως με την καταβολή 150 ευρώ για νέους- νέες να εμβολιαστούν. Παράλληλα σε όλη αυτή την περίοδο η κυβέρνηση, όχι μόνο αρνούνταν αλλά εξόρκιζε το ενδεχόμενο επιβολής μέτρων υποχρέωσης πολιτών να εμβολιαστούν, με δηλώσεις όλως πρόσφατες μάλιστα, τόσο του Πρωθυπουργού όσο και των αρμοδίων ή μη υπουργών. Έτσι προέκυψε ως απροσδόκητη η εξαγγελία από τον ίδιο τον Πρωθυπουργό και εν συνεχεία η ψήφιση από την Βουλή νόμου για την επιβολή προστίμου 100 ευρώ το μήνα για κάθε αρνούμενο να εμβολιαστεί ηλικίας άνω των 60 ετών. Σχετικώς έχουν διατυπωθεί διαφορετικές απόψεις για τη συνταγματικότητα ή μη των μέτρων που εξαγγέλλονται κάθε φορά, αδικούμε όμως το πρόβλημα αντιμετώπισης των τεραστίων και οδυνηρών συνεπειών εξαιτίας της διάχυσης του κορονοϊού, από το να καταμετράμε με πόσες νομικές απόψεις είναι υπέρ και πόσες κατά των μέτρων.

Το πρόβλημα είναι στην ευθύνη της κυβέρνησης να λάβει αποτελεσματικά μέτρα με βάση τις εισηγήσεις της αρμοδίας υγιειονομικής επιτροπής και της παγκόσμιας επιστημονικής κοινότητας και να εγκαταλείψει την εύκολη επιλογή να επικαλείται τις διαφορετικές απόψεις των νομικών και να προκαλείται έτσι σύγχυση στους πολίτες ως προς την υποχρέωση τους ή μη να εμβολιαστούν. Ωστόσο η επιβολή του προστίμου των 100 ευρώ πιστεύω, ότι μπορεί να ελεγχθεί για αντισυνταγματικότητα και αυτό γιατί, με βάση την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (25 παρ. 1 εδ. 4Σ) το μέτρο κάθε άλλο παρά πρόσφορο μπορεί να αξιολογηθεί ότι με τη λήψη του δηλαδή θα πεισθούν οι ανεμβολίαστοι να εμβολιαστούν. Πέραν αυτού η εφαρμογή του μέτρου εκδιπλώνεται με οριζόντια εφαρμογή σε διαφορετικής όμως οικονομικής αντοχής κοινωνικά υποσύνολα, έτσι δε οι οικονομικά εύποροι δεν έχουν πρόβλημα να καταβάλλουν το πρόστιμο των 100 ευρώ το μήνα και να μένουν ανεμβολίαστοι και να είναι έτσι δυνάμει φορείς της νόσου, ενώ, αντιθέτως, οι οικονομικώς ασθενείς με συντάξεις 350 ή και παραπάνω ευρώ το μήνα, με την καταβολή του προστίμου αυτού θέτουν σε κίνδυνο την επιβίωση τους ή και την υγεία τους, για τις οποίες υποχρεούται όμως το κράτος να μεριμνά κατά το άρθρο 21 παρ. 3 Σ. Επιπλέον λειτουργεί η οριζόντια εφαρμογή του μέτρου και μεταξύ χαμηλόμισθων ή χαμηλοσυνταξιούχων χωρίς να κατηγοριοποιούνται αυτοί.

Πέραν αυτών όμως και αν υποτεθεί ότι θα υπάρξει σχετική αποτελεσματικότητα του μέτρου πρέπει να παρατηρηθεί ότι αλλοιώνεται η ποιότητα της σχέσης του πολίτη με την οργανωμένη πολιτεία, εφόσον, αντί της πειθούς για τη λήψη αναγκαίων μέτρων, για τη μείωση του αριθμού των ανεμβολίαστων και την αντιμετώπιση γενικότερα του κορονοϊού, επιλέχτηκε η εξουσιαστική επιβολή του προστίμου των 100 ευρώ, επιλογή που εντάσσεται μεταξύ άλλων στο ιδεολογικό πλαίσιο της κυβέρνησης.

ΙΙ. Κατά τα άλλα η λήψη άλλων μέτρων, όπως η αποστέρηση της δυνατότητας παρουσίας των ανεμβολίαστων σε χώρους σύναξης, για διαφόρους λόγους, συνανθρώπων μας (εστίαση, θεάματα, ακροάματα, αθλητικές διοργανώσεις κα) πιστεύω ότι και ως αποτελεσματικά αξιολογούνται και νομικά ορθά είναι, όπως έχουν κριθεί τόσο από το ΕΔΔΑ (Vanticka and Others κατά Τσέχικης Δημοκρατίας 2020, όσο και από το ΣτΕ με τις αποφάσεις 2387/2020 και 133/2021 αλλά και αποφάσεις δικαστηρίων άλλων βαθμίδων στη βάση ότι με τα μέτρα αυτά ανάγονται στην υπεράσπιση του δημοσίου συμφέροντος, όπως αυτό της υγείας και έτσι περιορίζεται κατ’ ανάγκην το δικαίωμα της αυτονομίας ή αυτοκαθορισμού των ανθρώπων. Ανεξάρτητα ωστόσο από τις δικαστικές αυτές αποφάσεις, οι πολίτες που αρνούνται να εμβολιαστούν, πρέπει να αντιληφθούν ότι δεν είναι οι μόνοι υπάρχοντες, αλλά αντιθέτως συνυπάρχοντες με άλλους ανθρώπους, το δικαίωμα δε των πρώτων δεν μπορεί να παραβιάζει το δικαίωμα των άλλων. Είμαστε συνυπάρχοντες σε οργανωμένη κοινωνία και όχι μόνοι υπάρχοντες με τις δικές μας εγωιστικές, αδιάφορες, φοβικές ή και εμμονικές επιλογές. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι τα πολιτικά κόμματα της αντιπολίτευσης με το σθένος που αποκαλύπτουν τις ευθύνες της κυβέρνησης και προβάλλουν την απαίτηση να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα για τον περιορισμό της νόσου και των συνεπειών τους, οφείλουν παράλληλα να υποδεικνύουν στους πολίτες που δεν εμβολιάζονται, την υποχρέωση τους για αλληλεγγύη και σεβασμό της ζωής των άλλων».

Ο Μιχαήλ Βηλαράς – Δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Ο κ. Μιχάλης Βηλαράς

Ο κ. Βηλαράς μας απαντά πότε, ποιος και υπό ποιες προϋποθέσεις μπορεί να προσφύγει στο Κοινοτικό Δικαστήριο! Να σημειώσουμε εδώ, ότι δεν είναι λίγες οι φορές, όπου η χώρα μας έχει καταδικαστεί από το εν λόγω δικαστήριο, για παραβάσεις συνταγματικών κανόνων και ευρωπαϊκής νομοθεσίας!

«Σύμφωνα με το άρθρο 263 (εδάφιο 4 κυρίως ) και άρθρο 267της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ελέγχει τη νομιμότητα των νομοθετικών πράξεων, των πράξεων του Συμβουλίου, της Επιτροπής και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκτός των συστάσεων και γνωμών, και των πράξεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που παράγουν νομικά αποτελέσματα έναντι τρίτων. Ελέγχει επίσης τη νομιμότητα των πράξεων των λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.

Για τον σκοπό αυτό, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από κράτος μέλος, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο ή την Επιτροπή, λόγω αναρμοδιότητος, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως των Συνθηκών ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις, να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Επιτροπή των Περιφερειών, με σκοπό τη διατήρηση των προνομίων τους.

Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί, υπό τις προϋποθέσεις του πρώτου και του δευτέρου εδαφίου, να ασκεί προσφυγή κατά των πράξεων των οποίων είναι αποδέκτης ή που το αφορούν άμεσα και ατομικά, καθώς και κατά των κανονιστικών πράξεων που το αφορούν άμεσα χωρίς να περιλαμβάνουν εκτελεστικά μέτρα. Οι πράξεις για τη δημιουργία λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης μπορούν να προβλέπουν ειδικές προϋποθέσεις και πρακτικές ρυθμίσεις όσον αφορά τις προσφυγές που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα κατά πράξεων αυτών των λοιπών οργάνων ή οργανισμών που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι των εν λόγω προσώπων.

Οι προσφυγές που προβλέπονται στο παρόν άρθρο ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως.

————————————————–

Άρθρο 267

(πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ)

Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:

α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών,

β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί έπ’ αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

Όταν ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση ενώπιον δικαστηρίου κράτους μέλους, η οποία αφορά πρόσωπο υπό κράτηση, το Δικαστήριο αποφαίνεται το συντομότερο δυνατό».

Παναγιώτης Περάκης – Δικηγόρος παρ΄Αρείω Παγω, αντιπρόεδρος ολομέλειας Δικηγορικών Συλλόγων Ευρώπης(CCBE)

Ο κ. Παναγιώτης Περάκης

«Συνταγματικό το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού; Το ζήτημα της συνταγματικότητας ή μη του υποχρεωτικού εμβολιασμού δεν είναι ένα εύκολο θέμα. Η μεγαλύτερη δυσκολία του κατά τη γνώμη μου έγκειται στο ότι πρέπει να το προσεγγίσουμε με ψυχραιμία και ορθολογισμό, σε μια εποχή που, ούτως ή άλλως, ο κυρίαρχος τρόπος έκφρασης στη δημόσια σφαίρα δεν ευνοεί καθόλου αυτού του είδους τις προσεγγίσεις, αλλά τις αντίθετές της, τους αφορισμούς, τις κραυγές, την οργή, την υπεραπλούστευση, την πλαστή ευκολία της επιλογής μεταξύ του άσπρου ή του μαύρου και όχι την κοπιαστική έρευνα στις μεταξύ τους αποχρώσεις.

Αυτό είναι το πρώτο λοιπόν που εγώ θα ήθελα να πω προς όλους όσους αρθρώνουν έναν δημόσιο λόγο για το ζήτημα, όπως και για όλα τα συναφή ζητήματα που εγείρονται την περίοδο αυτή. Να κρατήσουμε την ψυχραιμία μας, να μην παρασυρόμαστε στην παγίδα του άσπρου ή μαύρου, να μην ξεχνάμε ότι είναι ιδιαίτερες οι κοινωνικές συνθήκες που βιώνουμε και γι’ αυτό ν’ αντιμετωπίζουμε με τη μεγαλύτερη δυνατή κατανόηση και συγκατάβαση τον διπλανό μας και να μην παρασυρόμαστε σε πόλεμο μαζί του, όσο άδικο κι αν νομίζουμε ότι έχει. Κι αυτό αφορά βεβαίως και τα μέσα ενημέρωσης, που οπωσδήποτε έχουν μια αυξημένη ευθύνη επιλέγοντας μεταξύ ενημέρωσης και κιτρινισμού (υποδαύλισης δηλαδή των παθών χάριν κερδοφόρου εντυπωσιασμού).

Πάμε τώρα στην ουσία. Το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού των πολιτών άνω των 60 ετών, με απειλή μάλιστα ποινής (προστίμου) 100 ευρώ ανά μήνα, αποτελεί προφανώς έναν περιορισμό σε θεμελιώδη ατομικά μας δικαιώματα. Πρέπει δε να πούμε ότι ο περιορισμός αυτός ανήκει στους πλέον επώδυνους, μια που δεν πρόκειται για μια απαγόρευση που μόνο εμποδίζει την άσκηση ενός ατομικού δικαιώματος (όπως λχ η απαγόρευση μετακινήσεων μετά από κάποια συγκεκριμένη ώρα ή η απαγόρευση εισόδου σε ένα εστιατόριο), αλλά για ένα μέτρο που επιβάλλει στον πολίτη να προβεί σε μια θετική ενέργεια, η οποία μάλιστα αφορά στο ίδιο το σώμα του. Είναι αυτό λοιπόν συνταγματικά επιτρεπτό; Κατ΄ αρχάς καλό είναι, όσο κι αν δεν μας αρέσει, να θυμόμαστε ότι περιορισμοί στα ατομικά μας δικαιώματα δεν απαγορεύονται από το Σύνταγμά μας ή από τα σχετικά διεθνή κείμενα, όπως, προεχόντως, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Τα δικαιώματα δεν είναι απόλυτα, συχνά η έννομη τάξη καλείται να κάνει μια στάθμιση μεταξύ δικαιωμάτων και έννομων αγαθών που συγκρούονται μεταξύ τους και η στάθμιση αυτή έχει ως αναπόδραστο αποτέλεσμα να τίθενται ορισμένοι περιορισμοί. Οι περιορισμοί όμως αυτοί είναι επιτρεπτοί –δηλαδή συνταγματικοί- μόνον εφόσον σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.

Συγκεκριμένα, μια νομοθετική παρέμβαση που περιορίζει θεμελιώδη δικαιώματα είναι αναλογική εφόσον (α) επιδιώκει έναν τουλάχιστον ίσης αξίας θεμιτό σκοπό, που εμπίπτει στα ενδιαφέροντα και την αποστολή του κράτους, ήτοι ένα επιτακτικό δημόσιο συμφέρον, (β) είναι αναγκαία και πρόσφορη σε σχέση με τον σκοπό αυτόν και (γ) δεν ξεπερνά το μέτρο που δικαιολογείται από τα προαναφερόμενα, είτε ως προς το εύρος της είτε ως προς τα λοιπά στοιχεία της, μη υπαρχόντων άλλων ευμενεστέρων -λιγότερο επαχθών ως προς την προσβολή του δικαιώματος- μέσων για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού (διότι, αν υπάρχουν, η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει να γίνει χρήση αυτών, των ηπιότερων, που συνεπάγονται μικρότερη προσβολή του δικαιώματος).

Αυτό τελικά είναι το ερώτημα: το μέτρο του υποχρεωτικού εμβολιασμού για τους άνω των 60 συμπολίτες μας πληροί τα παραπάνω κριτήρια ώστε να μπορεί να θεωρηθεί αναλογικό; Ως προς το (α) νομίζω πως αναμφίβολα ναι, αφού, όπως αναφέρεται και στη σχετική αιτιολογική έκθεση που δόθηκε στη δημοσιότητα, σκοπός είναι η προστασία της δημόσιας υγείας και η εκπλήρωση της υποχρέωσης του κράτους να εξασφαλίσει περίθαλψη για όλους, προστατεύοντας τη βιωσιμότητα του δημόσιου συστήματος υγείας ώστε να μπορούν να κάνουν χρήση του όσοι το χρειάζονται, οι οποίοι βέβαια δεν είναι μόνο οι νοσούντες από τον κορωναϊό. Το πρώτο λοιπόν αυτό στοιχείο, του θεμιτού σκοπού επιτακτικού δημόσιου συμφέροντος, ήτοι για την προστασία εν προκειμένου του υπέρτατης αξίας αγαθού όπως, εν τέλει, η ανθρώπινη ζωή, ικανοποιείται, αφού, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, οι βαρύτερα νοσούντες από τον κορωναϊό, οι οποίοι αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα όσων βρίσκονται σήμερα στις ΜΕΘ, αλλά και όσων δυστυχώς, καθημερινά πεθαίνουν, είναι ανεμβολίαστοι άνω των 60.

Για τα υπόλοιπα όμως, δεν μπορώ και δεν πρέπει να απαντήσω. Διότι δεν γνωρίζω ποια άλλα εναλλακτικά μέτρα θα ήταν δυνατόν να ληφθούν, τα οποία μάλιστα θα οδηγούσαν στο ίδια αποτέλεσμα με αυτό στο οποίο εκτιμάται ότι θα οδηγήσει το συγκεκριμένο μέτρο, κάτι το οποίο επίσης δεν γνωρίζω. Μόνον οι ειδικοί επιστήμονες είναι σε θέση να τα γνωρίζουν αυτά, έχοντας μάλιστα γνώση όλων των παραμέτρων του ζητήματος (διότι για τη λήψη των μέτρων κατά της πανδημίας είναι πάρα πολλοί, δεκάδες, οι επιπρόσθετοι παράγοντες -κοινωνικοί, οικονομικοί, ψυχολογικοί κλπ- που, πέραν της προστασίας της δημόσιας υγείας, πρέπει ασφαλώς να λαμβάνονται υπ΄ όψιν). Εγώ προφανώς δεν έχω υπ΄ όψιν μου τα στοιχεία αυτά, αμφιβάλλω δε εάν τα έχουν και όσοι συνάδελφοί μου αποφαίνονται επί του ερωτήματος υποστηρίζοντας ότι λαμβάνοντας τα Χ ή Ψ ηπιότερα μέτρα αντί του υποχρεωτικού εμβολιασμού θα είχαμε καλύτερα ή τα ίδια αποτελέσματα. Οι ειδικοί επιστήμονες ξέρουν, όχι εγώ ο νομικός, που μπορεί να ξέρω τι λέει το Σύνταγμα και η ΕΔΔΑ, αλλά αγνοώ όλα τα παραπάνω κρίσιμα στοιχεία, που είναι αντικείμενο άλλων επιστημόνων. Συνεπώς, η απάντηση στο ερώτημα της συνταγματικότητας ή μη του συγκεκριμένου μέτρου κρίνεται από το εάν η λήψη του τεκμηριώνεται από την επιστήμη. Αυτό θα ελεγχθεί, και μάλιστα, ως προς και τα δύο σκέλη του μέτρου, τόσο δηλαδή ως προς την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού όσο και ως προς το προβλεπόμενο πρόστιμο (και, ειδικότερα ως προς αυτό, ως προς όλα τα επιμέρους στοιχεία του, δηλαδή το ύψος του, τη μη πρόβλεψη κλιμάκωσής του με βάση εισοδηματικά ή άλλα κριτήρια κλπ).

Ο ρόλος των νομικών νομίζω ότι κατ΄ αρχήν είναι να ελέγξουμε αν η θέσπιση του μέτρου βασίστηκε στα στοιχεία, τις προτάσεις και τις εκτιμήσεις των επιστημόνων, και όχι βέβαια να τους υποκαταστήσουμε, παριστάνοντας εμείς τους επιδημιολόγους. Αυτό άλλωστε θα ελέγξει αύριο και η Δικαιοσύνη, όταν το ζήτημα θα τεθεί ενώπιόν της, χωρίς ούτε εκείνη να υπεισέλθει στο αντικείμενο των ειδικών. Ακόμη όμως και αν το συγκεκριμένο μέτρο κριθεί συνταγματικό, υπάρχει και κάτι άλλο, ίσως ακόμη πιο σημαντικό, που έχουμε να κάνουμε εμείς οι δικηγόροι, το οποίο προσπαθούμε να κάνουμε σε ευρωπαϊκό επίπεδο από την αρχή που ξέσπασε η πανδημία με όλες αυτές τις συνέπειες και τους περιορισμούς στη ζωή και στα δικαιώματα των ανθρώπων:

Να μην επιτρέψουμε οποιοσδήποτε περιορισμός που επιβάλλεται σήμερα, όσο δικαιολογημένος τυχόν κι αν είναι τώρα, να παραμείνει και αύριο, μετά την πανδημία. Αυτό νομίζω ότι είναι το διπλό κρίσιμο στοίχημα για μας τους δικηγόρους. Από τη μία να παρακολουθούμε και να ελέγχουμε αν τα διάφορα μέτρα δικαιολογούνται και τεκμηριώνονται από την επιστήμη, την οποία πρέπει να σεβόμαστε και όχι ανεύθυνα να υποκαθιστούμε (όπως δυστυχώς κάνουν κάποιοι ελάχιστοι «αρνητές» συνάδελφοί μου) και, από την άλλη, είμαστε διαρκώς παρόντες ώστε να αποκλείσουμε οποιοδήποτε ενδεχόμενο η πανδημία να χρησιμοποιηθεί ως ευκαιρία περιορισμού των δικαιωμάτων μας και της δημοκρατίας».

ΠΗΓΗ