Τα funds αρνούνται χείρα βοηθείας σε βιώσιμες επιχειρήσεις!


Τι κρύβει η άρνηση των εταιρειών διαχείρισης να προσφέρουν βιώσιμες λύσης διευθέτησης με αναχρηματοδότηση

Νέες αιχμές αφήνει η Τράπεζα της Ελλάδος εναντίον των εταιρειών διαχείρισης δανείων, στις οποίες έχουν περιέλθει συνολικά δάνεια 131 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα περισσότερα (67 δισ.) είναι δάνεια επιχειρήσεων. Οι εταιρείες, ουσιαστικά, αρνούνται χείρα βοηθείας στις επιχειρήσεις που μπορεί να είναι βιώσιμες και να έχουν τη δυνατότητα να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά βρίσκονται σε κίνδυνο κατάρρευσης, επειδή παραμένουν αποκλεισμένες από το τραπεζικό σύστημα και αδυνατούν να βρουν πρόσβαση σε ρευστότητα.

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά πρόβλημα, όσο προχωράει η προσπάθεια για την αναδιάρθρωση των δανείων που φεύγουν μεν από τα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, αλλά, όπως έχει επισημάνει χαρακτηριστικά ο Γιάννης Στουρνάρας, «δεν εξαφανίζονται μέσω της μεταφοράς τους από τους ισολογισμούς των τραπεζών στις Εταιρείες Διαχείρισης».

Τα επιχειρηματικά δάνεια χονδρικά διακρίνονται σε δύο κατηγορίες: αυτά που οφείλονται από επιχειρήσεις οι οποίες είναι θεμελιωδώς βιώσιμες και μπορούν να εξυπηρετήσουν τα χρέη μέσα από μια ρύθμιση που θα ανταποκρίνεται στην οικονομική τους θέση και αυτά που οφείλονται από εταιρείες καταδικασμένες να κλείσουν, για τις οποίες δεν υπάρχει άλλη οδός πέραν της ρευστοποίησης εξασφαλίσεων.

Στην πρώτη περίπτωση, ένα βασικό πρόβλημα που τίθεται κάθε φορά είναι πώς θα παραμείνει σε λειτουργία η επιχείρηση, μέχρι να διευθετηθεί σε συνεργασία με την εταιρεία διαχείρισης το χρέος της, όταν είναι εξ ορισμού αποκλεισμένη από το τραπεζικό σύστημα και δεν έχει δυνατότητα να αντλήσει χρηματοδότηση κεφαλαίου κίνησης. Η ελληνική νομοθεσία, ενσωματώνοντας διεθνείς καλές πρακτικές, έχει δώσει λύση σε αυτό το πρόβλημα: οι εταιρείες διαχείρισης έχουν τη δυνατότητα, λαμβάνοντας σχετική άδεια από την Τρ. Ελλάδος, να λειτουργήσουν σαν ιδρύματα χρηματοδότησης των βιώσιμων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε διαδικασία ρύθμισης των υποχρεώσεών τους. Να λειτουργήσουν, με άλλα λόγια, σαν τράπεζες ειδικά για «κόκκινες» επιχειρήσεις.

Αυτή είναι μια λύση επωφελής για όλους, αφού η εταιρεία ενισχύει τις προοπτικές βιωσιμότητάς της και η εταιρεία διαχείρισης βελτιώνει τις πιθανότητες να ανακτήσει το κόκκινο δάνειο. Παρόλα αυτά, όμως, ούτε μία από τις 25 εταιρείες με άδεια διαχείρισης δανείων δεν έχει ζητήσει από την Τράπεζα της Ελλάδος και άδεια για παροχή χρηματοδοτήσεων. Σημειώνεται ότι οι 25 εταιρείες στην πραγματικότητα είναι τρεις: Intrum, Cepal, doValue, που έχουν συνολικό μερίδιο 79% στα υπό διαχείριση δάνεια και προέρχονται από τα «σπλάχνα» των συστημικών τραπεζών.

Όπως τονίζει χαρακτηριστικά η ΤτΕ στην έκθεση για τη Χρηματοπιστωτική Σταθερότητα, «η Τράπεζα της Ελλάδος έχει χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε συνολικά 26 ΕΔΑΔΠ με αντικείμενο τη διαχείριση απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, ενώ μέχρι σήμερα καμία ΕΔΑΔΠ δεν έχει αιτηθεί να λάβει άδεια για την αναχρηματοδότηση απαιτήσεων». Περαιτέρω, η ΤτΕ υπογραμμίζει, απευθυνόμενη προς τις εταιρείες διαχείρισης ότι: «οι ΕΔΑΔΠ θα πρέπει να αξιοποιήσουν τις αλλαγές που έχουν επέλθει τα τελευταία χρόνια στο θεσμικό πλαίσιο (π.χ. Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών και των διατάξεων του πρόσφατου νόμου περί ρύθμισης οφειλών και παροχής δεύτερης ευκαιρίας) για την ενεργητική διαχείριση των εν λόγω ανοιγμάτων, περιλαμβανομένης της βιώσιμης αναδιάρθρωσής τους μέσω αναχρηματοδότησης».

Με ακόμη πιο έντονο τρόπο μίλησε για το πρόβλημα αυτό πρόσφατα ο Γ. Στουρνάρας, απευθυνόμενος στην τακτική γενική συνέλευση των εταιρειών διαχείρισης. Όπως είπε, «είναι σημαντικό οι Εταιρείες Διαχείρισης να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις ρύθμισης σε πιστούχους, ώστε να διευκολυνθούν οι πιστούχοι αυτοί να επανέλθουν στην παραγωγική διαδικασία. Στο πλαίσιο αυτό θα ήθελα να αναφέρω ότι, έως τώρα, καμία από τις εταιρείες διαχείρισης δεν έχει κάνει αίτημα για λήψη άδειας –κατά τα προβλεπόμενα στο ν. 4354/2015- που θα επιτρέπει την αναχρηματοδότηση επιχειρήσεων. Διότι σε αρκετές περιπτώσεις βιώσιμων επιχειρήσεων, η παροχή ρευστότητας στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης οφειλών είναι απαραίτητη. Μας προβληματίζει επίσης το γεγονός ότι η Τράπεζα της Ελλάδος λαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό καταγγελιών από ιδιώτες και επιχειρήσεις αναφορικά με τις πρακτικές που εφαρμόζουν οι Εταιρείες Διαχείρισης».

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, οι εταιρείες διαχείρισης αποφεύγουν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες της νομοθεσίας για αναχρηματοδότηση βιώσιμων επιχειρήσεων, επειδή αυτό θα απαιτούσε μεγαλύτερη κεφαλαιακή βάση και θα μειωνόταν η απόδοση των κεφαλαίων τους. Είναι πιθανό, επίσης, και το υπαινίχθηκε ο Γ. Στουρνάρας, προτρέποντας τις εταιρείες να προσφέρουν βιώσιμες λύσεις, να μην έχουν την πρόθεση οι εταιρείες διαχείρισης να υποστηρίξουν τις επιχειρήσεις χρηματοδοτικά, εμμένοντας σε ένα απλοϊκό σχήμα: αν θέλει και μπορεί ας τις υποστηρίξει ο ίδιος ο επιχειρηματίες, αλλιώς ας προχωρήσει η διαδικασία ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων και εξασφαλίσεων.

Πιθανόν οι εταιρείες διαχείρισης να ποντάρουν στην εδραιωμένη αντίληψη ότι ακόμη και μικροί Έλληνες επιχειρηματίες έχουν στην πραγματικότητα στην άκρη, φανερά ή κρυμμένα, σημαντικά περιουσιακά στοιχεία που μπορούν να υποστηρίξουν τη λειτουργία των εταιρειών τους, γι’ αυτό και δεν είναι σκόπιμο να τους χρηματοδοτούν οι εταιρείες διαχείρισης δανείων, αντίθετα ίσως να αυξάνει τον λεγόμενο «ηθικό κίνδυνο».

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο μηχανισμός διαχείρισης των δανείων φαίνεται ότι πάσχει σοβαρά, καθώς οι εταιρείες έχουν εγκαταλείψει εξαρχής μία βασική λειτουργία τους, όπως τουλάχιστον την οραματίσθηκε ο νομοθέτης, με αποτέλεσμα να τίθεται το ερώτημα πόσες βιώσιμες επιχειρήσεις μπορεί να χαθούν εξαιτίας της άρνησης των εταιρειών διαχείρισης να τις αναχρηματοδοτήσουν, προσφέροντας μια βιώσιμη λύση αναδιάρθρωσης των υποχρεώσεών τους;

ΠΗΓΗ