Σφάλματα στις δαπάνες της ΕΕ εντόπισαν οι ελεγκτές

Αν και οι λογαριασμοί της ΕΕ για το οικονομικό έτος 2020 απεικονίζουν εύλογα την οικονομική κατάστασή της και κρίθηκε ότι τα έσοδα δεν περιείχαν σφάλμα, οι πληρωμές εξακολουθούν να περιέχουν υπερβολικά πολλά σφάλματα. Αυτό είναι το συμπέρασμα της ετήσιας έκθεσης για το οικονομικό έτος 2020 του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), την οποία δημοσιεύσαμε σήμερα. Για δεύτερο συναπτό έτος, οι ελεγκτές διατύπωσαν αρνητική γνώμη σχετικά με τις δαπάνες. Εντόπισαν επίσης κινδύνους και προκλήσεις σχετικά με την εκτέλεση και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των κεφαλαίων της ΕΕ που διατίθενται για την αντιμετώπιση της κρίσης του κορονοϊού.

Οι ελεγκτές διαπίστωσαν ότι το συνολικό επίπεδο των παρατυπιών στην εκτέλεση των δαπανών της ΕΕ παρέμεινε σταθερό στο 2,7 % το 2020 (έναντι 2,7 % το 2019). Το 2020, περισσότερο από το ήμισυ των δαπανών που υποβλήθηκαν σε έλεγχο (59 %) θεωρούνταν δαπάνες υψηλού κινδύνου, ποσοστό που παρουσιάζει περαιτέρω αύξηση σε σύγκριση με το 2019 (53 %) και προηγούμενα έτη. Οι κανόνες και τα κριτήρια επιλεξιμότητας που διέπουν αυτού του είδους τις δαπάνες είναι συχνά πολύπλοκοι, γεγονός που αυξάνει την πιθανότητα εμφάνισης σφάλματος. Οι δαπάνες υψηλού κινδύνου εξακολουθούν να περιέχουν ουσιώδη σφάλματα, με το επίπεδό τους να εκτιμάται σε 4,0 % (έναντι 4,9 % το 2019). Ως εκ τούτου, όπως και τα προηγούμενα έτη, οι ελεγκτές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το σφάλμα σε αυτό το σημαντικό είδος δαπανών είναι διάχυτο και διατύπωσαν αρνητική γνώμη σχετικά με τις δαπάνες της ΕΕ για το οικονομικό έτος 2020.

Το 2020, παραπέμψαμε έξι περιπτώσεις πιθανολογούμενης απάτης, οι οποίες προέκυψαν από τις ελεγκτικές εργασίες μας και είναι σαφώς λιγότερες από τις εννέα που παραπέμψαμε το 2019. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) κίνησε διαδικασίες έρευνας για όλες τις ανωτέρω περιπτώσεις.

«Ενόψει των σημαντικών προκλήσεων που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον, πρέπει να επαγρυπνούμε ακόμη περισσότερο για τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση των κεφαλαίων της ΕΕ», δήλωσε ο Klaus-Heiner Lehne, Πρόεδρος του ΕΕΣ. «Την προσεχή επταετία, η ΕΕ θα δαπανήσει πολύ περισσότερους πόρους από ό,τι κατά την προηγούμενη περίοδο προγραμματισμού. Τα 27 κράτη μέλη συμφώνησαν σε ένα πρόγραμμα ανάκαμψης από την πανδημία COVID-19, το οποίο θα χρηματοδοτηθεί με την έκδοση δημόσιου χρέους. Η απόφαση αυτή σηματοδοτεί μια σημαντική στροφή για τα οικονομικά της ΕΕ και συνεπάγεται προφανώς την ανάγκη για αποτελεσματικούς ελέγχους όσον αφορά τον τρόπο διάθεσης των πόρων της ΕΕ και το κατά πόσον επιτυγχάνονται τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.»

H απόκριση της ΕΕ στην πανδημία COVID-19 θα έχει πολύ σημαντικό αντίκτυπο στα οικονομικά της: για τη δημοσιονομική περίοδο 2021‑2027, η συνδυασμένη χρηματοδότηση από το μέσο «Next Generation EU» (NGEU) και το πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) θα ανέλθει σε 1 824 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό σχεδόν διπλάσιο των δαπανών υπό το ΠΔΠ της προηγούμενης περιόδου. Δεδομένου αυτού, οι ελεγκτές επισημαίνουν τον κίνδυνο καθυστερημένης έναρξης της εκτέλεσης των υπό επιμερισμένη διαχείριση ταμείων κατά τη δημοσιονομική περίοδο 2021‑2027. Καθυστέρηση στην έναρξη της εκτέλεσης των ταμείων είχε σημειωθεί και κατά τη δημοσιονομική περίοδο 2014‑2020.

Όπως επισημαίνει το ΕΕΣ, η απορρόφηση των κεφαλαίων των Ευρωπαϊκών Διαρθρωτικών και Επενδυτικών Ταμείων (ΕΔΕΤ) από τα κράτη μέλη εξακολούθησε να είναι βραδύτερη από την προβλεπόμενη. Έως το τέλος του 2020, τελευταίο έτος της τρέχουσας επταετούς δημοσιονομικής περιόδου, είχε εκταμιευθεί μόλις το 55 % της ενωσιακής χρηματοδότησης που είχε εγκριθεί για την περίοδο 2014‑2020. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη διόγκωση των εκκρεμών αναλήψεων υποχρεώσεων, οι οποίες στο τέλος του 2020 ανέρχονταν σε 303,2 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσό που ισοδυναμεί με τον προϋπολογισμό σχεδόν δύο ετών. Οι ελεγκτές σημειώνουν ότι υφίστανται σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών μελών. Παραδείγματος χάριν, στα τέλη του 2020, η Φινλανδία είχε απορροφήσει το 79 % των συνολικών κονδυλίων της, ενώ τα τρία κράτη μέλη με το χαμηλότερο ποσοστό απορρόφησης (Ιταλία, Κροατία και Ισπανία) είχαν απορροφήσει μόλις το 45 % περίπου των ποσών για τα οποία είχε αναληφθεί δέσμευση.

Από 1ης Φεβρουαρίου 2020, το Ηνωμένο Βασίλειο έπαυσε να αποτελεί κράτος μέλος της ΕΕ. Οι ελεγκτές επισημαίνουν ότι, στις 31 Δεκεμβρίου 2020, στους λογαριασμούς της ΕΕ εμφανιζόταν απαίτηση έναντι του Ηνωμένου Βασιλείου ύψους 47,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, βάσει των αμοιβαίων υποχρεώσεων που καθορίζονταν στη συμφωνία αποχώρησης.

πηγη