Μπρος Γαλλία και πίσω… ΗΠΑ

Σκηνικό διπλωματικού αδιεξόδου για την κυβέρνηση

Την ώρα που η συμφωνία αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία αρχίζει να «θαμπώνει» στα μάτια της ελληνικής κοινωνίας, η έμμεση απαίτηση –ή, έστω, αξίωση- της Ουάσινγκτον για πολυετή αμυντική συμφωνία με την Αθήνα έχει φέρει το Μέγαρο Μαξίμου σε δύσκολη θέση.

Παρότι η συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Γαλλίας δεν μπορεί να υποτιμηθεί, έστω και με τα «ψιλά γράμματα» και τις «γκρίζες ζώνες» που αυτή περιέχει, το Μέγαρο Μαξίμου φαίνεται πως βρίσκεται εγκλωβισμένο μεταξύ της «συγκρατημένης» στάσης του Παρισιού, αλλά και κλιμακούμενων πιέσεων της Ουάσινγκτον. Οι ΗΠΑ, επί της ουσίας, ζητούν να πάρουν όσο το δυνατόν περισσότερα μπορούν, ως «αντάλλαγμα» για την «ανοχή» -αν όχι και την στήριξή τους- στην πρωτοβουλία του Κυριάκου Μητσοτάκη να αγοράσει φρεγάτες από τη Γαλλία και όχι από την Αμερική.

Αμηχανία

Σε κάθε περίπτωση, την ώρα που η κυβέρνηση καλείται να διαχειριστεί τις αναβαθμισμένες αξιώσεις της κυβέρνησης Μπάιντεν, στο Μαξίμου αλλά και στο υπουργείο Εθνικής Άμυνας περισσεύει η αμηχανία αναφορικά με τα «απόνερα» της συμφωνίας Μητσοτάκη-Μακρόν. Κι αυτό διότι, όσο κι αν είναι συμβολικά σημαντική η αποδοχή εκ μέρους των Παρισίων της αξίωσης των Αθηνών για «αμοιβαία αμυντική συνδρομή», η πραγματικότητα είναι πως αυτός ο όρος της συμφωνίας μπορεί να παραμείνει σε… συμβολικό επίπεδο, για πολλούς λόγους: πρώτον, διότι στο άρθρο 2 της συμφωνίας αναφέρεται ρητά ότι η παραβίαση της επικράτειας των χωρών που συνομολογούν τη συμφωνία θα πρέπει να διαπιστωθεί «αμοιβαία» -με άλλα λόγια, τίποτα δε θα είναι αυταπόδεικτο. Δεύτερον, στην ίδια συμφωνία γίνεται λόγος για προσβολή της «επικράτειας» της Γαλλίας και της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, με βάση τα στενά νομικά ισχύοντα, η ρήτρα αμυντικής συνδρομής περιλαμβάνει εδάφη και χωρικά ύδατα, αλλά όχι περιοχές και ζώνες που ασκούνται μεν ειδικά κυριαρχικά δικαιώματα, χωρίς όμως αυτά να θεωρούνται τμήμα της επικράτειας μιας χώρας. Ο λόγος, φυσικά, για την ΑΟΖ αλλά και την υφαλοκρηπίδα, που νομικά δεν θεωρούνται επικράτεια και, ως εκ τούτου, δεν φαίνεται να καλύπτονται από τη συμφωνία που ανακοίνωσαν από το Προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων ο Εμανουέλ Μακρόν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ενδεικτικός της αμηχανίας που επικρατεί στην κυβέρνηση ήταν ο γενικόλογος τρόπος με τον οποίο απάντησε στη σχετική ερώτηση χθες βράδυ ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, κατά την εμφάνισή του στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του ΣΚΑΪ: ο κ. Παναγιωτόπουλος ανέφερε ότι η συμφωνία αφορά και «θαλάσσιες ζώνες», έτσι γενικώς και αορίστως, αποφεύγοντας να αναφερθεί στην ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα.

Θέλουν «ανταλλάγματα»

Την ώρα, λοιπόν, που ο ενθουσιασμός για τις προβλέψεις της ελληνογαλλικής συμφωνίας έχει αρχίσει να καταλαγιάζει –άλλωστε, 10 δισεκατομμύρια είναι αυτά…- το Μαξίμου έχει να διαχειριστεί και τις αξιώσεις των Αμερικανών για να λάβουν κομμάτι της πίτας. Εξάλλου, η Αθήνα φαίνεται πως… άνοιξε την όρεξη της Ουάσινγκτον, καθώς υπενθυμίζεται πως άμα τη εκλογή της, η κυβέρνηση Μητσοτάκη είχε ακυρώσει τις συζητήσεις για γαλλικές φρεγάτες (που είχε ξεκινήσει η προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ) και είχε αρχίσει να προσανατολίζεται προς τις αμερικανικές, καθώς μεγάλο μέρος αυτών θα ναυπηγούνταν και σε ελληνικά ναυπηγεία. Ωστόσο, έπειτα από 1,5 χρόνο πολλών παλινωδιών και στον απόηχο της συμφωνίας AUKUS, τελικώς η Αθήνα άλλαξε στάση εκ νέου και πήρε τα… πάντα από το Παρίσι: μαχητικά αεροσκάφη Rafale, φρεγάτες, αλλά και κορβέτες (αν τελεσφορήσει η διαπραγμάτευση γι’ αυτές τις τελευταίες…).

Τώρα, λοιπόν, οι Αμερικανοί, που φαίνεται πως σιωπηρά έδωσαν την «συγκατάθεσή» τους για την ελληνογαλλική συμφωνία ώστε να «εξευμενίσουν» και τα Ηλύσια Πεδία για τη συμφωνία με Μ. Βρετανία και Αυστραλία, ζητούν κι εκείνοι ένα κομμάτι της… πίτας. Και, επειδή δεν έχει μείνει κάτι σε εξοπλιστικό πρόγραμμα, ζητούν χρονική επέκταση της αμυντικής συμφωνίας. Σημειωτέον ότι από το ’90, όταν ξεκίνησε η σχετική συνεργασία μεταξύ της Ελλάδας και των ΗΠΑ, η συμφωνία ανανεώνεται κάθε χρόνο και κάθε κυβέρνηση αντιλαμβάνεται αυτή την τακτική ανανέωση ως μία ευκαιρία να «διαπραγματευθεί» κάτι παραπάνω με τις ΗΠΑ ή, αν μη τι άλλο, να τής υπενθυμίσει πόσο χρήσιμος σύμμαχος και εταίρος είναι η Ελλάδα. Ωστόσο, η κυβέρνηση Μητσοτάκη, που είχε μπει στην λογική του «εξευμενισμού» των ΗΠΑ πριν ανακοινωθεί η ελληνογαλλική συμφωνία, έχει ήδη δεσμευθεί για πενταετή ανανέωση, όπως ισχυρίστηκε και από βήματος της ΔΕΘ ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Ωστόσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην –κατά τα άλλα θετική- αντίδρασή του για την ελληνογαλλική συμφωνία, «κάρφωσε» τον πρωθυπουργό μιλώντας για «πολυετή» και «επ’ αόριστον» αμυντική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών. Αυτό, λοιπόν, καθίσταται σαφές πως είναι ένα μέσον πίεσης προκειμένου η Ελλάδα να συναινέσει σε πολυετή ανανέωση της συμφωνίας με τις ΗΠΑ. Παραλλήλως, συγκλίνουσες πληροφορίες από το Μαξίμου και το υπουργείο Εξωτερικών θέλουν την Ουάσινγκτον να ζητεί και… πρόσθετες βάσεις, σε ελληνικά νησιά. Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι οι ΗΠΑ «καλοβλέπουν» τη Θάσο και τη Λήμνο, καθώς ο προσανατολισμός τους δεν είναι τόσο προς την Τουρκία, όσο προς τα Στενά του Βοσπόρου και την Ρωσία. Όπως και να έχει, οι νέες απαιτήσεις των Αμερικανών ξαναγράφουν από την αρχή τους όρους των διαπραγματεύσεων και πλέον, δεν προβάλλει ως «αυτονόητο» (όπως ήταν ως την περασμένη εβδομάδα…) ότι η συμφωνία θα κλειδώσει στο ταξίδι του Νίκου Δένδια στην Ουάσινγκτον τον Οκτώβριο. Ωστόσο, όπως επιμένουν ανώτατες κυβερνητικές πηγές, «πολιτική βούληση» της κυβέρνησης και του ίδιου του πρωθυπουργού είναι να κλείσει αναίμακτα και χωρίς σκιές στις διμερείς σχέσεις και αυτή η συμφωνία. Έστω κι αν αυτό μπορεί να σημαίνει κάποιες υποχωρήσεις ακόμη.

πηγη