Το άστρο του Μάριο Ντράγκι δεν πρόκειται να σβήσει σύντομα

Εχοντας τον «αέρα» μιας ευρύτατης αποδοχής από το κοινοβούλιο, αλλά και των αλλεπάλληλων νικών που πετυχαίνει έναντι του Ματέο Σαλβίνι και της ακροδεξιάς Λέγκας, ο Μάριο Ντράγκι… παραείναι ισχυρός για να κυβερνήσει μόνο μέχρι το 2023 και πλέον οι σύμμαχοί του, ιδίως αυτοί από την Κεντροαριστερά, ψάχνουν τρόπο να συνεχίσει να κυβερνά και μετά τις εκλογές.

Το ότι δεν ήταν λύση έκτακτης ανάγκης έγινε σαφές από την αρχή. Αλλά τώρα η προοπτική «ευρύτατης διακυβέρνησης» αυξάνεται σημαντικά. Ο Μάριο Ντράγκι ηγείται της Ιταλίας με τεράστια άνεση, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη του 80% του κοινοβουλίου. Λαμβάνει αυστηρά μέτρα για τον περιορισμό της πανδημίας, βάζει στη γωνία τον Ματέο Σαλβίνι και τις ακραίες τάσεις της Λέγκα και την ίδια ώρα «φλερτάρει» και με τους Ιταλούς βιομήχανους. Μόλις τους υποσχέθηκε ότι δεν θα αυξηθούν οι φόροι. Και εκείνοι, στη γενική τους συνέλευση, σηκώθηκαν όρθιοι να τον επευφημήσουν με παρατεταμένο χειροκρότημα.

«Δεν είναι ο εκπρόσωπος της θείας πρόνοιας, αλλά πρόκειται σίγουρα για τον άνθρωπο της αναγκαιότητας» δήλωσε με νόημα ο επικεφαλής της Ενωσης Βιομηχάνων Confindustria, Κάρλο Μπονόμι. Την ίδια ώρα η σχέση του Ιταλού πρωθυπουργού δεν είναι προβληματική ούτε με τα συνδικάτα. Δεν δέχτηκε την πρότασή τους για δωρεάν διαγνωστικά τεστ που να διευκολύνουν όσους εργαζόμενους δεν έχουν εμβολιαστεί, αλλά έκανε μια άλλου είδους παραχώρηση: οι αντιεμβολιαστές χωρίς «πράσινο πάσο» δεν θα παίρνουν μισθό και δεν θα μπαίνουν στους χώρους εργασίας, αλλά δεν θα τίθενται -επίσημα- σε καθεστώς διαθεσιμότητα από τους εργοδότες τους.

Ο «σούπερ Μάριο» λοιπόν προς το παρόν συνεχίζει να κυβερνά ανεμπόδιστα με κύριο στόχο την οικονομική ανάκαμψη, η οποία φέτος αναμένεται να αγγίξει το 6% του ΑΕΠ. Κινείται με τέτοια ευχέρεια, που σε πολιτικούς κύκλους (κυρίως της Κεντροαριστεράς) άρχισε να ακούγεται μια νέα, εντυπωσιακή πρόταση: να μπορέσει να μείνει στην πρωθυπουργία ο πρώην πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2023.

Ενα σενάριο το οποίο για να μπορέσει να εφαρμοστεί θα συναντήσει σίγουρα σειρά πρακτικών δυσκολιών. Διότι η Λέγκα και τα ακροδεξιά Αδέλφια της Ιταλίας περιμένουν πώς και πώς το εκλογικό αυτό ραντεβού, με την ελπίδα ότι αν διατηρήσουν τα σημερινά ποσοστά τους στην πρόθεση ψήφου (μαζί αγγίζουν το 43%) μπορεί να καταφέρουν να κυβερνήσουν και αυτόνομα, χωρίς τη στήριξη της Φόρτσα Ιτάλια του Μπερλουσκόνι. Αν δεν τα καταφέρουν όμως, θα αυξηθούν πράγματι οι πιθανότητες μιας δεύτερης κυβέρνησης Ντράγκι.

Με τη σύμπραξη, δηλαδή, του κεντροαριστερού Δημοκρατικού Κόμματος, των Πέντε Αστέρων, της Φόρτσα Ιτάλια (που λαμβάνει όλο και σαφέστερες αποστάσεις από τον Σαλβίνι) και διάφορων άλλων μικρών κεντρώων δυνάμεων. Μια δεύτερη θητεία με την οποία ο Ιταλός τεχνοκράτης πρωθυπουργός θα μπορούσε να εγγυηθεί την αποτελεσματική χρήση των χρηματοδοτήσεων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης. Συνολικά η Ιταλία αναμένει να της δοθούν 209 δισεκατομμύρια ευρώ και είναι γνωστό σε όλους πλέον ότι οι παγίδες δεν λείπουν: από τις μαφίες μέχρι τις πελατειακές σχέσεις και τις «θολές» εργολαβίες.

Την ίδια ώρα βέβαια υπάρχει και το άλλο μεγάλο θέμα: στην αρχή του επόμενου έτους θα λήξει η θητεία του Σέρτζιο Ματαρέλα και θα πρέπει να εκλεγεί νέος πρόεδρος της Δημοκρατίας. Μέχρι τώρα ακουγόταν με έμφαση το όνομα του Μάριο Ντράγκι. Αλλά επειδή δεν μπορεί -ακόμα- να είναι δισυπόστατος, θα έπρεπε να εγκαταλείψει την πρωθυπουργία. Κάτι που σημαίνει προκήρυξη πρόωρων βουλευτικών εκλογών με αυξημένη πιθανότητα υπερίσχυσης της Λέγκα και των ακροδεξιών.

Οι «παλιές εναλλακτικές» ακούν στο όνομα του πρώην πρωθυπουργού και προέδρου της Κομισιόν, Ρομάνο Πρόντι, του Σίλβιο Μπερλουσκόνι και του επίσης πρώην πρωθυπουργού, Μάσιμο ντ’ Αλέμα. Ο πρώτος όμως «κάηκε» ήδη το 2013, όταν για το ύπατο αυτό αξίωμα δεν τον ψήφισε μέρος της Κεντροαριστεράς. Ο δεύτερος αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και τις ατέλειωτες δικαστικές του περιπέτειες, ενώ ο τρίτος θεωρείται από πολλούς υπερβολικά συγκρουσιακός.

Τις τελευταίες μέρες άρχισε να ακούγεται και το όνομα του πρώην πρωθυπουργού και νυν Ευρωπαίου επιτρόπου Οικονομικών Υποθέσεων, Πάολο Τζεντιλόνι. Με χαμηλό προφίλ, χωρίς «βεντετισμούς», θα μπορούσε -ενδεχομένως- να εξασφαλίσει την αναγκαία συναίνεση.

Αλλά ως γνωστόν στην Ιταλία η εκλογή κάθε προέδρου αποτελεί μια ξεχωριστή, απρόβλεπτη υπόθεση. Διότι τα κόμματα βρίσκουν την ευκαιρία να προχωρήσουν σε ατελείωτες παρασκηνιακές διαβουλεύσεις, πιέσεις, συμμαχίες, με τις οποίες επιβεβαιώνουν -πολύ συχνά- την τεράστια απόσταση που τα χωρίζει από την κοινωνία των πολιτών.

πηγη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.