Όταν οι ναύαρχοι διαφωνούσαν με πρωθυπουργούς…

Γράφει ο Δημήτρης Σταυρόπουλος

Η ιστορία είναι παλιά αλλά εξόχως διδακτική.

Η προμήθεια και η επιλογή πολεμικού υλικού για τις Ένοπλες Δυνάμεις, είναι αναφαίρετη υπόθεση των επαγγελματιών, εκείνων δηλαδή που έχουν τις γνώσεις και την πείρα να διακρίνουν τα πλέον κατάλληλα και ενδεδειγμένα για να θωρακίσουν την άμυνα της χώρας.

Οπλικά συστήματα και σύγχρονα μέσα που προσαρμόζονται στο ύφος, την επιχειρησιακή ουσία  και τις ανάγκες του στρατεύματος.

Των στρατηγών, των ναυάρχων και των πτεράρχων δηλαδή.

Υποχρέωση των πολιτικών είναι να εγκρίνουν τις επιλογές τους, να διαπιστώσουν με τους συμβούλους τους αν πληρούν τις προδιαγραφές  και να αντλήσουν τους πόρους για την αγορά τους.

Αυτή η «συνταγή» χαλάει όταν οι πολιτικοί, αγνοούν τις προτάσεις των στρατιωτικών και προτάσσουν, συμφέροντα, ισορροπίες, πελατειακό κόστος, η συμμαχικές σκοπιμότητες…

Δυστυχώς στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι συνηθισμένο…

Μια τέτοια υπόθεση απασχόλησε το Πολεμικό Ναυτικό το 1929.

ΤΟ ΚΑΤΑΔΡΟΜΙΚΟ «ΣΑΛΑΜΙΣ»

Καθώς το πρόγραμμα αποκτήσεως 4 νέων φρεγατών βρίσκεται σε εξέλιξη και η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΘΑ προσπαθεί να πείσει ότι θα επιλεγεί αυτό που θα υποδείξει το Πολεμικό Ναυτικό, ας δούμε ένα ιστορικό προηγούμενο πολιτικής απόφασης η οποία αγνόησε την γνωμοδότηση του επιχειρησιακού φορέα.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ανήλθε στην εξουσία το καλοκαίρι του 1928 και προσανατόλισε την εξωτερική πολιτική της χώρας στην σύμπτυξη ξεχωριστών συμφώνων με τις γειτονικές χώρες.

 Μόλις τον Σεπτέμβριο του 1928 υπέγραψε σύμφωνο φιλίας 10ετούς διαρκείας με την Ιταλία και τον Μάρτιο του 1929 σύμφωνο με την Γιουγκοσλαβία. 

Το μεγάλο στοίχημα ήταν η προσέγγιση με την Τουρκία, με την οποία πράγματι υπογράφηκε μια μάλλον ετεροβαρής συμφωνία τον Οκτώβριο του 1930.

Το σκεπτικό του Βενιζέλου ήταν ότι με την «εξασφάλιση» της ειρήνης από τις υπογραφές των διμερών συμφωνιών, θα κατάφερνε κάθετη μείωση των αμυντικών δαπανών.

Ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο επέβαλλε την μείωση στο Πολεμικό Ναυτικό. 

Την εποχή εκείνη το ΓΕΝ προσανατολιζόταν στην επανεργοποίηση της συμφωνίας με τα γερμανικά ναυπηγεία Vulkan, ώστε να ολοκληρωθεί η ναυπήγηση του καταδρομικού μάχης ΣΑΛΑΜΙΣ του οποίου η σύμβαση είχε υπογραφεί το 1912 και μετά τον Α΄ ΠΠ είχε καταγγελθεί, δίχως όμως να έχει κλείσει τελεσίδικα η υπόθεση.

 Η κίνηση αυτή του Πολεμικού Ναυτικού, είχε ως στόχο την αντιστάθμιση την πρόσφατη επαναφορά σε υπηρεσία με το Τουρκικό Ναυτικό του καταδρομικού μάχης YAVUΖ SULTAN SELIM.

Ο πρωθυπουργός Βενιζέλος παρενέβη στο καθαρά επιχειρησιακό αυτό θέμα και επέβαλλε στο Ανώτατο Ναυτικό Συμβούλιο (ΑΝΣ) την αλλαγή του ναυτικού προγράμματος της χώρας, εφευρίσκοντας το σχήμα – ιδέα του “Ελαφρού Στόλου” σε συνδυασμό με την Αεροπορία, ως το νέο στρατιωτικό δόγμα της Ελλάδας.

Πέραν της ορθότητας των επιλογών και της πραγματικής εξοικονόμησης ή μη πόρων, το ενδιαφέρον είναι να εξεταστεί η «λύση» που επελέγη και πως διαμόρφωσε την δύναμη του Στόλου έως τις παραμονές του Β΄ ΠΠ.

Με την ακύρωση του προγράμματος ναυπήγησης του ΣΑΛΑΜΙΣ, προκηρύχθηκε άμεσα διαγωνισμός για την απόκτηση αντιτορπιλικών και εν τέλει, μετά από νέα παρέμβαση του πρωθυπουργού, επελέγη η ιταλική πρόταση με την δικαιολογία του χαμηλότερου τιμήματος, αλλά και εξαιτίας επιθυμίας του Βενιζέλου να επιδειχθεί στην πράξη η ουσιαστική σύσφιξη των σχέσεων με την Ρώμη, μετά και την υπογραφή του συμφώνου φιλίας.

 Το 1929 υπεγράφη σύμβαση για 2 αντιτορπιλικά DARDO και το 1930 νέα, για επιπλέον 2 μονάδες.

Τα πλοία αυτά ονομάσθηκαν σε ελληνική υπηρεσία ΣΠΕΤΣΑΙ (D83), ΨΑΡΑ (D84), ΥΔΡΑ (D97), ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (D98).

Όταν μετά από χρόνια αποφασίστηκε η επανεκκίνηση του Ναυτικού Προγράμματος, η κυβέρνηση Μεταξά άφησε στο ΓΕΝ την απόλυτη ευχέρεια επιλογής, με αποτέλεσμα την πρόκριση του βρετανικού αντιτορπιλικού Κλάσης G, θεωρούμενου κατά γενική ομολογία ως του πλέον ιδανικού παγκοσμίως. Αρχικά παραγγέλθηκαν 2 μονάδες το 1937, για να ακολουθήσει η υπογραφή εγχώριας ναυπήγησης άλλων 2, ως πρώτη φάση σε ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ανάπτυξης της εγχώριας ναυπηγικής βιομηχανίας. 

ΕΛΛΑΤΩΜΑΤΙΚΑ ΠΛΟΙΑ

Όπως αναφερεται στο Ιστορικό Πλαίσιο του έργου που εξέδωσαν οι Εκδόσεις Δούρειος Ίππος «Οι Εξοπλισμοί της Ελλάδας 1936–1940», σε σχέση με τις επιπτώσεις των παραπάνω επιλογών στο καθαρό επιχειρησιακό πεδίο, για τα ιταλικά αντιτορπιλλικά: 

«Όμως, από επιχειρησιακής άποψης, τα πλοία απεδείχθησαν προβληματικά. 

Αφ’ ενός μεν διακρίνοντο από πολύπλοκη, λεπτεπίλεπτη και δυσυντήρητη κατασκευή, αφ’ ετέρου ελαττωματικός αποδείχθηκε και ο αντιαεροπορικός οπλισμός που ήταν παλαιού τύπου, απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή κατά τον χειρισμό και παρουσίαζε συχνές εμπλοκές.

 Σε σχέση με το προωστήριο σύστημα, είναι οξύμωρο το γεγονός, ότι η ελληνική πλευρά είχε πληρώσει ρήτρες προς τον ιταλικό ναυπηγικό οίκο, διότι κατά τις δοκιμές τους τα αντιτορπιλικά είχαν υπερβεί την ορισθείσα ως μέγιστη ταχύτητα των 40 κόμβων. 

Ωστόσο, η μέγιστη ταχύτητα που μπορούσαν να αναπτύξουν με ασφάλεια, το 1935 δεν υπερέβαινε τους 34-35 κόμβους και στην διάρκεια του πολέμου το 1940, έφθανε μόλις τους 29 κόμβους. 

Επιπλέον, όπως διεφάνη, το αδύνατο σημείο τους ήταν οι αυλοί των λεβήτων, που είχαν εγγύηση μόνο για περίοδο 6 ετών, ενώ απαιτείτο συχνή αλλαγή αυτών. 

Η ανάμιξη του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, καθυστερούσε τις εγκρίσεις πιστώσεων, με αποτέλεσμα το πρόγραμμα να σημειώνει υστέρηση εις βάρος της επιχειρησιακής  ετοιμότητας των αντιτορπιλικών και της ασφάλειας».

Δύο από τα αντιτορπιλικά αυτά, έπεσαν θύματα επιθέσεων της Luftwaffe, όπου φάνηκε ότι η αντιαεροπορική τους άμυνα ήταν ανεπαρκής. 

Το ΨΑΡΑ βυθίστηκε στις 20 Απριλίου 1941 από Stuka, υφιστάμενο απώλειες 37 νεκρών ενώ στις 22 Απριλίου ακολουθεί το ΥΔΡΑ, παίρνοντας στον θάνατο 42 μέλη του πληρώματος.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΟ 1940 ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΘΟΣ

Η πολιτική παρέμβαση στην διαγωνιστική διαδικασία, όχι μόνο δεν εξασφάλισε τίποτα περισσότερο από μια πρόσκαιρη αίσθηση σύσφιξης των διμερών σχέσεων με την Ιταλία αλλά, το κυριότερο, δεν απέδωσε στο Πολεμικό Ναυτικό τα πλέον αξιόμαχα πλοία που συμμετείχαν στην διαγωνιστική διαδικασία.

 Στην επερχόμενη πολεμική σύρραξη το 1940, τα 4 αντιτορπιλικά ιταλικής προέλευσης αντιπροσώπευαν σαφώς υποβαθμισμένες μονάδες μάχης, σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες και προδιαγραφές που υπήρχαν όταν παραδίδονταν το 1933.

Από την άλλη πλευρά, τα βρετανικά σχέδια (τα οποία και το 1929 είχαν προκρίνει οι επιτελείς του ΓΕΝ) ξεπέρασαν κάθε προσδοκία κατά την υπηρεσία τους με τα ελληνικά χρώματα και δικαίωσαν τις επαγγελματικές κρίσεις των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού, με την ιδιαίτερη αξιοπιστία που παρουσίασαν κατά την επιχειρησιακή τους εκμετάλλευση.

Στην προκειμένη περίπτωση η κυβερνητική παρέμβαση στις διαδικασίες αποδείχθηκε ζημιογόνα για το Πολεμικό Ναυτικό στην πραγματική ανάγκη που ζήτησε να καλυφθεί, εξασφάλισε για τον Στόλο μονάδες μάχης με περιορισμούς και συχνά προβλήματα που μείωναν την απόδοση έργου που θα αναμένετο από αυτές, ενώ και οι όποιες ευρύτερες σκοπιμότητες που διείδε ο πρωθυπουργός από την επιλογή των ιταλικών σχεδίων, αποδείχθηκαν εφήμερες αν όχι εντελώς ανύπαρκτες.

Η ιστορία παίζει ορισμένες φορές περίεργα παιχνίδια.

 Σήμερα, 92 χρόνια μετά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με συγγένεια από τον Ελευθέριο Βενιζέλο, χειρίζεται ένα ανάλογο εξοπλιστικό πρόγραμμα, από το οποίο όμως εξαρτάται απολύτως, το μέλλον του Πολεμικού Ναυτικού.

Πληροφορίες

Κωνσταντίνος Δ. Βλάσσης

ΔΟΥΡΕΙΟΣ ΙΠΠΟΣ

πηγη