Καμπανάκι από την Τράπεζα της Ελλάδος για τη βιωσιμότητα του χρέους


Τέλειωσαν τα περιθώρια χαλάρωσης, οριακή τα επόμενα χρόνια η επίτευξη του στόχου για τις χρηματοδοτικές ανάγκες

Σύνθημα για τον άμεσο τερματισμό της δημοσιονομικής χαλάρωσης δίνει η Τράπεζα της Ελλάδος, προειδοποιώντας την κυβέρνηση ότι τα πρόσθετα ελλείμματα από την κρίση της πανδημίας έχουν επιβαρύνει το δημόσιο χρέος σε τέτοιο βαθμό, ώστε να γίνεται οριακά βιώσιμο τα επόμενα χρόνια, καθώς θα είναι σημαντικά αυξημένες οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου, οι οποίες αποτελούν και το βασικό «μπούσουλα» για την αξιολόγηση της βιωσιμότητας του χρέους.

Η έκθεση της ΤτΕ για τη Νομισματική Πολιτική ξεκαθαρίζει ότι με τα μέτρα στήριξης που έχουν ληφθεί τη διετία 2020 – 2021 εξαντλούνται τα όρια ανοχής του κρατικού προϋπολογισμού σε αποκλίσεις, κάτι που γεννά σοβαρό προβληματισμό για τις άμεσες προοπτικές της οικονομικής πολιτικής, στην περίπτωση που οι μεταλλάξεις του κορονοϊού προκαλέσουν ένα ακόμη κύμα κρουσμάτων και περιοριστικών μέτρων. Εάν αυτό συμβεί, παρά τις προσπάθειες που γίνονται για την επιτάχυνση του προγράμματος εμβολιασμού, γίνεται σαφές από την έκθεση της ΤτΕ ότι ο κρατικός προϋπολογισμός θα έχει πλέον ελάχιστα περιθώρια στήριξης επιχειρήσεις και νοικοκυριών με δημοσιονομικές παρεμβάσεις.

Σε κάθε περίπτωση, ο προγραμματισμός της κυβέρνησης, όπως αποτυπώθηκε πρόσφατα στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα, προβλέπει ότι το 2021 θα είναι το τελευταίο έτος υψηλών ελλειμμάτων (πρωτογενές έλλειμμα 7,1% του ΑΕΠ), ενώ το 2022 το έλλειμμα θα πέσει κοντά στο μηδέν (0,5% του ΑΕΠ), το 2023 θα περάσουμε σε πλεόνασμα 2% του ΑΕΠ, το οποίο θα αυξηθεί στο 2,8% του ΑΕΠ το 2024 και στο 3,7% το 2025.

Έτσι, την περίοδο 2022 – 2025 το πρωτογενές έλλειμμα θα διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 2,25%, όσο ακριβώς είναι και μεσοπρόθεσμος στόχος που έχει συμφωνηθεί με τους Ευρωπαίους. Οποιαδήποτε απόκλιση, σε περίπτωση που χρειασθεί πρόσθετη στήριξη της οικονομίας, θα οδηγήσει σε έλλειμμα υψηλότερο από το συμφωνημένο, ανοίγοντας και πάλι τη δυσάρεστη συζήτηση για τη βιωσιμότητα του χρέους.

Ακριβώς αυτή την οριακή κατάσταση περιγράφει και η Τράπεζα της Ελλάδος, τονίζοντας ότι «τα επεκτατικά δημοσιονομικά μέτρα της περιόδου 2020-2021 έχουν επιβαρύνει το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ και τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου». Η ΤτΕ σπεύδει να υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παραμένει διασφαλισμένη.

Τονίζει, όμως, ότι η μακροπρόθεσμη κούρσα για τη διατήρηση των χρηματοδοτικών αναγκών του Δημοσίου κάτω από το κρίσιμο όριο του 15% του ΑΕΠ αρχίζει να γίνεται αρκετά δύσκολη: «Ενώ συνεχίζεται η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την επόμενη δεκαετία διατηρούνται πλέον οριακά στο επίπεδο αναφοράς 15% του ΑΕΠ, με την προϋπόθεση όμως ότι διατηρούνται τα ταμειακά διαθέσιμα σε υψηλό επίπεδο».

Και το μήνυμα προς την κυβέρνηση είναι σαφές: «Ως εκ τούτου, εξαλείφεται οποιοδήποτε περιθώριο χαλάρωσης των μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ αυξάνονται οι κίνδυνοι σε περίπτωση αρνητικών διαταραχών».

Ένας δημοσιονομικός κίνδυνος που αναφέρει με ιδιαίτερη έμφαση η ΤτΕ είναι αυτό «που ελλοχεύει από την
εφαρμογή δικαστικών αποφάσεων που έχουν κρίνει ως αντισυνταγματικές παλαιότερες κρατήσεις στις συντάξεις του Δημοσίου, καθώς και προγενέστερες περικοπές στις επικουρικές συντάξεις και την κατάργηση δώρων για τους συνταξιούχους του ιδιωτικού τομέα».

Η ανάλυση για το χρέος

Στην ανάλυσή της για το δημόσιο χρέος, η ΤτΕ σημειώνει ότι «το 2020 αυξήθηκε σε 341.023 εκατ. ευρώ, από 331.073 εκατ. ευρώ το 2019. Η ονομαστική αύξηση του δημόσιου χρέους αποτυπώνει, μεταξύ άλλων, τον αυξημένο δανεισμό από τις αγορές για τη χρηματοδότηση των επεκτατικών δημοσιονομικών παρεμβάσεων το 2020. Ως ποσοστό του ΑΕΠ, το χρέος της ΓΚ αυξήθηκε το 2020 σε 205,6% του ΑΕΠ, από 180,5% του ΑΕΠ το 2019, αντανακλώντας και την αυξητική επίδραση του παρονομαστή (λόγω της μείωσης
του ονομαστικού ΑΕΠ)».

Το «φαινόμενο της χιονοστιβάδας» ήταν αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη διόγκωση του χρέους. «Κυριότερη συνιστώσα της αύξησης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ αποτέλεσε η διαφορά μεταξύ του έμμεσου επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού μεταβολής του ονομαστικού ΑΕΠ (snowball effect – φαινόμενο χιονοστιβάδας), η οποία συνέβαλε κατά περίπου 22 ποσοστιαίες μονάδες, αντανακλώντας τη συρρίκνωση του ονομαστικού ΑΕΠ. Σε μικρότερο βαθμό συνέβαλε στην αύξηση του λόγου του χρέους προς ΑΕΠ το πρωτογενές έλλειμμα ύψους 6,7% του ΑΕΠ το 2020».

Περαιτέρω, η ΤτΕ αναφέρει για το χρέος ότι:

  • Η δημοσιονομική επέκταση που αποφασίστηκε το 2021, με επακόλουθο τη διατήρηση του σημαντικού πρωτογενούς ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης για δεύτερο έτος, αναμένεται να μεταβάλει την πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους που είχε προβλεφθεί στον Προϋπολογισμό. Ως εκ τούτου, ο λόγος του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ εκτιμάται, σύμφωνα με το Πρόγραμμα Σταθερότητας 2021, ότι θα παραμείνει σε υψηλό επίπεδο και το 2021, και ότι θα αποκλιμακωθεί μόνο οριακά σε 204,8% του ΑΕΠ, αντανακλώντας κυρίως την εκτιμώμενη βελτίωση του ονομαστικού ΑΕΠ κατά 3,8%.
  • Η αποκλιμάκωσή του προβλέπεται εντονότερη τα επόμενα έτη, σε 189,5% του ΑΕΠ το 2022, 176,7% του ΑΕΠ το 2023 και 166,1% του ΑΕΠ το 2024, υπό την προϋπόθεση της σταδιακής επαναφοράς του πρωτογενούς δημοσιονομικού αποτελέσματος σε θετικό έδαφος και της σταθερά βελτιούμενης οικονομικής δραστηριότητας.
  • Σύμφωνα με τις επικαιροποιημένες υποθέσεις του βασικού σεναρίου της Τράπεζας της Ελλάδος, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους παραμένει διασφαλισμένη. Ειδικότερα, εκτιμάται ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους ως προς το ΑΕΠ από το 2021 και επαναφορά του μακροπρόθεσμα στην προ πανδημίας τροχιά του.
  • Ωστόσο, εξαιτίας της αύξησης των δημοσιονομικών μέτρων την περίοδο 2020-2021 (συνολικού ύψους 32,8 δισεκ. ευρώ, που επηρέασε το χρέος κατά περίπου 30 δισεκ. ευρώ) και του πρόσθετου δανεισμού από ευρωπαϊκούς πόρους (NGEU, SURE), τόσο το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ όσο και οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου έχουν επιβαρυνθεί. Παρότι εξακολουθεί η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την επόμενη 10ετία παραμένουν πλέον οριακά στο επίπεδο αναφοράς 15% του ΑΕΠ, υπό την προϋπόθεση ότι θα διατηρηθούν τα ταμειακά διαθέσιμα σε υψηλό επίπεδο.
  • Εξαλείφεται συνεπώς οποιοδήποτε περιθώριο χαλάρωσης των υποθέσεων για πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ αυξάνονται οι κίνδυνοι σε περίπτωση υλοποίησης αρνητικών μακροοικονομικών σεναρίων.
  • Με βάση την ευνοϊκή σύνθεση του δημόσιου χρέους, που αποτελείται κατά περίπου 80% από μεσομακροπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τον επίσημο τομέα, αλλά και την εξαιρετικά ευνοϊκή διάρθρωση των αποπληρωμών, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του χρέους, μεσοπρόθεσμα δεν υφίστανται σημαντικοί κίνδυνοι από αύξηση του κόστους χρηματοδότησης (επιτοκιακός κίνδυνος).
  • Ως εκ τούτου, είναι απαραίτητο να διαφυλαχθούν τα ευνοϊκά χαρακτηριστικά του χαρτοφυλακίου του δημόσιου χρέους, προκειμένου να διατηρηθούν η εμπιστοσύνη των επενδυτών, το σχετικά χαμηλό κόστος χρηματοδότησης και η απρόσκοπτη πρόσβαση στις αγορές κεφαλαίων. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να ενταθούν οι προσπάθειες για τη διαφύλαξη της δημοσιονομικής αξιοπιστίας μέσω της επιστροφής σε ρεαλιστικά πρωτογενή πλεονάσματα και για την εξασφάλιση της επενδυτικής βαθμίδας αξιολόγησης.
  • Καθοριστική κρίνεται επίσης η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του NGEU, η οποία θα διευρύνει τις αναπτυξιακές δυνατότητες της οικονομίας και θα διευκολύνει την επίτευξη όλων των προτεραιοτήτων πολιτικής.
  • πηγη