Το ΝΑΤΟ επιστρέφει στις ρίζες του

Το ΝΑΤΟ επιστρέφει στις ρίζες του

Η «εισβολή» του Τζο Μπάιντεν στο διεθνές προσκήνιο προκάλεσε αρκετές ευχάριστες εκπλήξεις. Παρά το μετριοπαθές προφίλ και τις στενές σχέσεις του με το οικονομικό και πολιτικό κατεστημένο, στο πρώτο εξάμηνο της θητείας του προκάλεσε ευεργετικά «σοκ» τόσο στο εσωτερικό των ΗΠΑ όσο και στις διεθνείς σχέσεις.

Προφανώς, αναφερόμαστε στο ισχυρό οικονομικό πακέτο στήριξης των νοικοκυριών και επιχειρήσεων για να ορθοποδήσουν από τις επιπτώσεις της πανδημίας, που δικαίως χαρακτηρίζεται νέο «Νιου Ντιλ». Προφανέστατα, αναφερόμαστε στις προτάσεις για τον παγκόσμιο εταιρικό φόρο και την άρση των πατεντών στα εμβόλια, που έφεραν σε αμηχανία την Ευρώπη.

Ωστόσο, οι θετικές εκπλήξεις εξαντλούνται σε αυτά. Οσοι περίμεναν ότι ο «κεϊνσιανισμός» του Μπάιντεν θα έχει αντανάκλαση και στη διεθνή συμπεριφορά της υπερδύναμης, διαψεύδονται. Η επιστροφή των ΗΠΑ στην ευρωατλαντική συμμαχία, η προσπάθεια της νέας αμερικανικής ηγεσίας να κλείσει τα βαθιά ρήγματα στη συνοχή της που προκάλεσε η αλλοπρόσαλλη πολιτική του Τραμπ, αντισταθμίζεται από την επικίνδυνη επιστροφή του ΝΑΤΟ στις βαθιές ψυχροπολεμικές ρίζες του, που είχαν συρρικνωθεί στη διάρκεια του μακρόχρονου -και κραυγαλέα αποτυχημένου- πολέμου κατά της «τρομοκρατίας».

Φυσικά, ούτε η πανδημία ούτε οι πρωτοφανείς προκλήσεις διεθνούς συνεργασίας και αλληλεγγύης που αυτή ανέδειξε κατάφεραν να εξαλείψουν τα γεωπολιτικά συμφέροντα, τους ανταγωνισμούς και τις εμμονές της αμερικανικής υπερδύναμης και των συμμάχων της. Ούτε να αλλάξουν τη φύση της νατοϊκής συμμαχίας ως ψυχροπολεμικής δομής, στενά εξαρτημένης από τις πιέσεις του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος.

Το ΝΑΤΟ της «νέας εποχής» αποκαθιστά τη χαμένη συνοχή του στη σύνοδο των Βρυξελλών, στήνοντας απέναντί του μια παλιά και μια σχετικά νέα «απειλή»: τη Ρωσία και την Κίνα, η οποία έπειτα από δεκαετίες αναβαπτίζεται από οικονομικός εταίρος των πάντων σε «πρόκληση» -και αυτό είναι ένας ευφημισμός για την «απειλή» ή τον «εχθρό» του εγγύς μέλλοντος.

Το χειρότερο είναι ότι η αντιμετώπιση του «εχθρού» απαιτεί νέο ανταγωνισμό εξοπλισμών και αύξηση των πολεμικών δαπανών, την ώρα που η πανδημία εκτοξεύει τα δημόσια χρέη και αλλάζει τις προτεραιότητες. Για υπερχρεωμένες χώρες όπως η Ελλάδα, αποτελεί πράξη αυτοχειρίας η «πειθαρχία» στη νατοϊκή εντολή αύξησης των εξοπλιστικών δαπανών. Και όμως, ο Ελληνας πρωθυπουργός έσπευσε να δηλώσει πρόθυμος να ανταποκριθεί. Δυστυχώς, δεν μας εκπλήσσει καθόλου.

πηγη