Σβετλάνα Τιχανόβσκαγια: Η νοικοκυρά που τα έβαλε με τον Λουκασένκο

Σβετλάνα Τιχανόβσκαγια: Η νοικοκυρά που τα έβαλε με τον Λουκασένκο, Νεφέλη Λυγερού,

Στα 27 χρόνια που βρίσκεται στην εξουσία, ο πρόεδρος της Λευκορωσίας Αλεξάντρ Λουκασένκο δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε μέσο για να επικρατήσει των αντιπάλων του. Αυτή τη φορά, όμως, το παράκανε.

 Η κρατική αεροπειρατεία είχε τη δική του υπογραφή και η Δύση δεν φαίνεται διατεθειμένη να προσπεράσει την τελευταία αμετροέπειά του.

Η αεροπειρατεία, πάντως, επανέφερε στο διεθνές προσκήνιο την επικεφαλής της αντιπολίτευσης στη Λευκορωσία Σβετλάνα Τιχανόβσκαγια, την οποία ο Λουκασένκο έχει, μεταξύ άλλων, χαρακτηρίσει «χαζογκόμενα». Η στήριξη του Ρώσου προέδρου στο καθεστώς Λουκασένκο, όμως, περιπλέκει τα πράγματα. Η Μόσχα θυμίζει ανάλογες περιπτώσεις αεροπειρατείας εκ μέρους των Δυτικών και έχει δίκιο, αλλά αυτό δεν ακυρώνει το έγκλημα του Μινσκ.

Η Τιχανόφσκαγια είχε στείλει με ασφάλεια τα δύο μικρά της παιδιά πέντε και δέκα ετών στη Λιθουανία με τους γονείς της, λίγο πριν τις εκλογές του Αυγούστου 2020. Η ίδια δήλωνε ότι, παρά τις συνεχείς απειλές, δεν είχε καμία διάθεση να εγκαταλείψει την Λευκορωσία. είχε φανεί συνεπής στη δέσμευσή της να συνεχίσει τον αγώνα της κατά του καθεστώτος Λουκασένκο, όταν μετά τα αποτελέσματα που τον αναδείκνυαν πανηγυρικά νικητή με 80% των ψήφων, είχε πάει στην Εκλογική Επιτροπή για να καταθέσει και επίσημα ένσταση. Τη συνόδευε η στενότερη συνεργάτης της και επικεφαλής της καμπάνιας της Μαρία Μόροζ. Είχε αμφισβητήσει τα επίσημα αποτελέσματα, που της έδιναν μόλις το 9,9% των ψήφων.

Μία διαδικασία λίγων λεπτών διήρκησε ώρες. Οι δύο γυναίκες χωρίστηκαν και τέθηκαν υπό κράτηση σχεδόν για το υπόλοιπο της ημέρας. Το επόμενο πρωί, έγινε γνωστό ότι είχαν και οι δύο εγκαταλείψει τη χώρα. Ένας συνεργάτης τους, άφησε να διαρρεύσει ότι η διαφυγή τους πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο μιας συμφωνίας που περιελάβανε την απελευθέρωση της διευθύντριας της καμπάνιας της και τις καλύτερες συνθήκες κράτησης του συζύγου της. Λέγεται ότι της είχαν δείξει ένα βίντεο, στο οποίο δυσκολεύθηκε να τον αναγνωρίσει εξαιτίας των κακουχιών, αλλά και του βάρους που είχε χάσει σε μόλις λίγους μήνες.

Σύλληψη ή αυτοεξορία

Προφανώς, το τελεσίγραφο ήταν σαφές: σύλληψη ή αυτοεξορία. Πολλούς μήνες αργότερα, έγινε γνωστό ότι το ίδιο εκείνο βράδυ επέστρεψε στο διαμέρισμά της υπό τη συνοδεία αστυνομικών, έχοντας στη διάθεσή της ακριβώς δύο ώρες για να πακετάρει. Σε κατάσταση σοκ, παρέμενε μουδιασμένη στο διαμέρισμά που μόλις λίγους μήνες νωρίτερα φιλοξενούσε μία μέση οικογένεια, την οποία αυτή φρόντιζε όπως τόσες και τόσες νοικοκυρές.

Αδυνατώντας να σκεφτεί τί μπορεί να πάρει και τί να αφήσει, άρπαξε ενθύμια, σχολικούς ελέγχους, φωτογραφίες και παιδικές ζωγραφιές. Αναλογίστηκε ότι άξιζε να διασώσει οτιδήποτε θα την συνέδεε με την προηγούμενη ζωή της. Φυγαδεύτηκε μέσα στη νύχτα με μία βαλίτσα 20 κιλών και πέρασε τα σύνορα της Λιθουανίας στις 03:30 ακριβώς. Ο κύβος είχε ριφθεί. Μία νοικοκυρά είχε διαβεί το Ρουβίκωνα, αναδυόμενη ως πολιτικό σύμβολο της αντιπολίτευσης.

Μετά την απόδρασή της, ελάχιστοι ήταν εκείνοι που είχαν απευθείας πρόσβαση σ’ αυτήν. Ακόμα και όσοι επικοινωνούσαν μέσω email, δεν γνώριζαν τον τόπο κατοικίας της. Γεγονός παραμένει ότι ζει στο Βίλνιους, αλλάζει συχνά διαμερίσματα και μετακινείται με ένα μαύρο τεθωρακισμένο τζιπ, το οποίο συνοδεύεται πάντα από αστυνομική φρουρά. Τεράστια αλλαγή, αν σκεφτεί κανείς ότι μόλις ένα χρόνο νωρίτερα ήταν μία νεαρή μητέρα, που ήλπιζε να επιστρέψει στην εργασία της ως καθηγήτρια αγγλικών.

Όταν ο σύζυγός της και γνωστός μπλόγκερ Σεργκέι Τιχανόφσκι της ανακοίνωσε ότι προτίθεται να είναι υποψήφιος για τις προεδρικές εκλογές της 9ης Αυγούστου του 2020, εκείνη του είχε εκφράσει τις ανησυχίες της. Ακόμα και τότε, όμως, αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει όλα εκείνα που θα ακολουθούσαν. Του έβαλε ως όρο αυτή και τα παιδιά τους να παραμείνουν στην αφάνεια. Τον συνόδευε, όμως, διακριτικά στην περιοδεία του σε όλη την χώρα. Εκεί με το κινητό του συνομιλούσε με πολίτες. Στη συνέχεια, αναρτούσε τις μαρτυρίες αυτές στο δημοφιλές μπλογκ του, προσελκύοντας και εκφράζοντας το διογκούμενο κύμα διαμαρτυρίας που ήδη αναπτυσσόταν στην Λευκορωσία.

Λάδι στην φωτιά από Λουκασένκο

Λίγο πριν την εκκίνηση της προεκλογικής του καμπάνιας, όμως, συνελήφθη με την κατηγορία της “διατάραξης της δημόσιας τάξης”. Η μέχρι τότε σύζυγος του και νοικοκυρά, κλήθηκε να τον αντικαταστήσει εν μία νυχτί. Δίχως την παραμικρή πολιτική εμπειρία, μονάχα όσα είχε μάθει δίπλα στον σύζυγό της, ένωσε τις δυνάμεις της με δύο ακόμα συζύγους φυλακισμένων αντιφρονούντων.

Το περιέγραψε ως μία συναισθηματική απόφαση. «Δεν είχα ιδέα τί να κάνω. Με έσπρωξαν κυριολεκτικά σε μια σκηνή. Όταν είδα το συγκεντρωμένο πλήθος δεν πίστευα στα μάτια μου». Από την πρώτη ακόμα δημόσια ομιλία της, χρίστηκε η αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα του κινήματος. Η γυναίκα με την χαμηλόφωνη φωνή και τη φυσική συστολή, αποδείχθηκε στην πράξη ότι μεταμορφωνόταν μπροστά στο πλήθος. Χιλιάδες γυναίκες την αποθέωσαν, φωνάζοντας συνθήματα και ραίνοντάς την με κόκκινα τριαντάφυλλα.

Στην αρχή το πλήθος περιοριζόταν σε λίγες χιλιάδες, οι οποίες δεν άργησαν να γίνουν δεκάδες χιλιάδες. Ο Λουκασένκο αναγκάστηκε να προσέξει την εκ παραδρομής αντίπαλό του. Περιορίστηκε να την χλευάσει δημοσίως, χαρακτηρίζοντάς την «ένα ανόητο κορίτσι» και «μία μαμά που καλά θα κάνει να μείνει στην κουζίνα της». Οι δηλώσεις του αυτές λειτούργησαν σαν λάδι στη φωτιά, ωθώντας το αναδυόμενο φεμινιστικό κίνημα της χώρας, να στηρίξει με όλες του τις δυνάμεις την 37χρονη γυναίκα. Η φαστ τρακ εκπαίδευσή της κατέστη σαφής. Έμεινε μακριά από δύσκολα θέματα, όπως αυτά της εξωτερικής πολιτικής και της οικονομίας. Σήκωσε, όμως, το λάβαρο της καταπάτησης των ανθρώπινων δικαιωμάτων.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις περίπου 33.000 άνθρωποι έχουν τεθεί υπό κράτηση από τον περασμένο Αύγουστο, σε μια χώρα μόλις 9,5 εκατομμυρίων. Δεν ήταν βέβαια και λίγοι εκείνοι που τόνισαν τα όριά της, εκφράζοντας συγχρόνως την εκτίμησή τους προς το πρόσωπό της. Η Σβετλάνα Αλεξέιβιτς, συγγραφέας της Λευκορωσίας και βραβευμένη με Νόμπελ, είπε σε συνέντευξή της ότι «η Σβετλάνα ήταν και παραμένει σύμβολο αλλαγής» που «έκανε ό, τι μπορούσε». Πρόσθεσε, όμως, ότι τώρα ήρθε η ώρα για πιο έμπειρα πρόσωπα να αναλάβουν τα ηνία της αντιπολίτευσης.

Ένα “παιδί του Τσερνομπίλ”

Η Τιχανόφσκαγια αποφεύγει να αναφέρεται στο πολιτικό της μέλλον. Όταν την ρωτάνε αν είναι πολιτικός, απαντάει ότι θέλει μόνο την οικογένειά της πίσω και της λείπει να μαγειρεύει γι’ αυτούς. Μεγάλωσε στο Μικασεβίτσι, μια πόλη νότια του Μινσκ. Από νωρίς διακρίθηκε στο σχολείο της. Η γενέτειρά της ήταν κοντά στη ζώνη του Τσέρνομπιλ και έτσι πολλοί ντόπιοι μεταφέρθηκαν προς το νότο. Η οικογένειά της, όμως, παρέμεινε εκεί. Η ζωή και η καθημερινότητά της εκεί ήταν δύσκολη, ενώ μετά βίας εξασφάλιζαν τα αναγκαία. Παρόλα αυτά, απολάμβανε την αγάπη και την αμέριστη στήριξη των γονιών της, οι οποίοι και οραματίζονταν ένα καλύτερο μέλλον για εκείνη.

Το φως στην άκρη του τούνελ ήρθε όταν η Τιχανόφσκαγια άρπαξε την ευκαιρία να περάσει τα καλοκαίρια της στην αγροτική Ιρλανδία. Ως “παιδί του Τσέρνομπιλ” στάλθηκε στη χώρα, μαζί με χιλιάδες συνομηλίκους της, για ανάπαυλα μέσω της συμβολής φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Εκεί απέκτησε και το χαϊδευτικό Σβίτα, το οποίο της έχει μείνει μέχρι σήμερα. Τα καλοκαίρια εκείνα της επέτρεψαν να βελτιώσει τα αγγλικά της.

Έμενε με μία οικογένεια Ιρλανδών που την θυμούνται ως ένα γενναίο, τρυφερό και πανέξυπνο κορίτσι. Διέκριναν στοιχεία της προσωπικότητάς της, όταν χρησιμοποιούσε τις γλωσσικές της δεξιότητες και την εξοικείωση που είχε με την χώρα για να βοηθήσει παιδιά που επισκέπτονταν την Ιρλανδία για πρώτη φορά. Τα μικρότερα τη ακολουθούσαν και δεν ήταν λίγες οι φορές που όταν χρειάζονταν ιατρική περίθαλψη, εκείνη αναλάμβανε τον ρόλο της μεγάλης αδελφής, στηρίζοντάς τα και κρατώντας τους το χέρι.

Αμέσως μετά την αποφοίτησή της από το σχολείο μετακόμισε στην Ιρλανδία για να τελειοποιήσει τα αγγλικά της. Έπιασε διάφορες δουλειές για να εξασφαλίζει τα προς το ζην. Αργότερα, συνέχισε τις σπουδές της στο Κρατικό Παιδαγωγικό Πανεπιστήμιο του Μόζυρ στη Λευκορωσία. Δεν δυσκολεύθηκε να βρει δουλειά ως μεταφράστρια στο Gomel, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Λευκορωσίας. Εκεί συνάντησε τον άντρα της. Μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, εγκατέλειψε την εργασία της, ώστε να αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Ο γιός της (10 ετών σήμερα) γεννήθηκε σχεδόν χωρίς ακοή. Η Σβετλάνα αφοσιώθηκε στην φροντίδα του. Μετακόμισε με την οικογένειά της από το Μινσκ στη νοτιοανατολική πόλη Γκόμελ για να μπορέσει να του προσφέρει ειδική φροντίδα και τελικά μπόρεσαν να παράσχουν στο παιδί ένα κοχλιακό εμφύτευμα που βελτίωσε σημαντικά την ακοή του.

Ακόμα και σήμερα, η ίδια αποποιείται τον χαρακτηρισμό της φεμινίστριας. Έχει, μάλιστα, εκφράσει τον θαυμασμό της για την Άνγκελα Μέρκελ, την οποία είχε την ευκαιρία να συναντήσει. Η Γερμανίδα καγκελάριος έχει πει πολλάκις ότι δεν είναι φεμινίστρια. «Καμιά φορά νιώθω σαν ένα φοβισμένο κοριτσάκι ακόμα», εξομολογήθηκε η Σβετλάνα. Στενοί της συνεργάτες δεν έκρυψαν τον τρόμο που τους προκάλεσε η κρατική αεροπειρατεία, αποκαλύπτοντας ότι «δεν κοιμήθηκε κανείς όταν έμαθαν τα νέα».

πηγη