Η στατιστική και το πορτοφόλι

Η στατιστική και το πορτοφόλι

Ποιος λέει τελικά την αλήθεια; Οι στατιστικές που αναδεικνύουν σταθερά την Ελλάδα «πρωταθλήτρια Ευρώπης» στον αποπληθωρισμό, δηλαδή στη μείωση των τιμών, σε μια περίοδο που στην υπόλοιπη Ε.Ε. αυτή η τάση έχει αντιστραφεί; Ή οι καταναλωτές, τα φτωχότερα και μικρομεσαία νοικοκυριά, πάνω απ’ όλους οι μισθωτοί, που αναρωτιούνται αυτοσαρκαστικά «γιατί στο τέλος του μισθού μένει τόσος μήνας»;

Ποιος έχει δίκιο τελικά; Η κυβέρνηση, το αρμόδιο υπουργείο και οι εκπρόσωποι των σουπερμάρκετ, που αναγνωρίζουν περιορισμένες και μεμονωμένες ανατιμήσεις; Ή οι καταναλωτικές ενώσεις και τα νοικοκυριά που αντιλαμβάνονται μέρα τη μέρα, βδομάδα τη βδομάδα τις αλλαγές τιμών στα βασικά είδη διατροφής και συντήρησης, αυτά που συνθέτουν το περίφημο «καλάθι της νοικοκυράς ή του νοικοκύρη»;

Είναι πιθανό και οι δύο πλευρές να έχουν τυπικά δίκιο. Η στατιστική μετρά τον δείκτη τιμών του καταναλωτή και τελικά τον πληθωρισμό από ένα σύνολο εκατοντάδων προϊόντων και υπηρεσιών στα οποία σε γενικές γραμμές μπορεί να επικρατεί «στασιμότητα». Για παράδειγμα, μετρά τις αυξομειώσεις στις τιμές των κινηματογράφων και των θεάτρων και τις βρίσκει σταθερές, μολονότι εδώ και σχεδόν έναν πλήρη χρόνο έχουν μείνει κλειστά και τα νοικοκυριά δεν δαπάνησαν ούτε ευρώ σε αυτά.

Που σημαίνει ότι η στατιστική δεν έχει πάρει υπόψη τεράστιες αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά και δαπάνη που προκάλεσε η πανδημία. Επομένως, η στατιστική καταγράφει την «αλήθεια» της, αλλά αγνοεί αυτό που καταγράφει ο καταναλωτής στο ράφι ή στο ταμείο του σουπερμάρκετ, του μανάβικου, της λαϊκής αγοράς.

Καθώς οι πολίτες στην τεράστια πλειονότητά τους, υπό την πίεση και της μείωσης των εισοδημάτων που προκάλεσαν τα λοκντάουν, έχουν περιορίσει τις δαπάνες τους στα απολύτως αναγκαία και έχουν γίνει «κυνηγοί προσφορών», έχουν μετατραπεί στους πιο αξιόπιστους καταμετρητές του τιμάριθμου. Ψωνίζουν με απόλυτο κριτήριο τις τιμές.

Αυτό λένε οι δημοσκοπήσεις. Αυτό προδίδει και ο καταιγισμός διαφημίσεων. Κανείς δεν μπορεί να τους εξαπατήσει.

Αλλωστε, η πηγή των αυξήσεων στις τιμές είναι γνωστή. Δεν είναι ούτε κάποιος καταναλωτικός πυρετός ούτε η πολυαναμενόμενη υπερθέρμανση της οικονομίας μετά την πανδημία. Είναι το πάρτι κερδοσκοπίας που έχει στηθεί στα διεθνή χρηματιστήρια πρώτων υλών και εμπορευμάτων, για το οποίο ο ΟΗΕ και άλλοι διεθνείς οργανισμοί έχουν προειδοποιήσει ότι μπορεί να τροφοδοτήσει ακόμη και μια παγκόσμια επισιτιστική κρίση.

πηγη