Τί σημαίνει η συμφωνία με το Ισραήλ για το αεροπορικό κέντρο στην Καλαμάτα

Τί σημαίνει η συμφωνία με το Ισραήλ για το αεροπορικό κέντρο στην Καλαμάτα, Ευθύμιος Τσιλιόπουλος

Πριν μερικές εβδομάδες ο υπουργός Άμυνας ανακοίνωσε στη Βουλή την συμφωνία με το Ισραήλ για την δημιουργία και λειτουργία Σχολής Πολεμικής Αεροπορίας (εκπαιδευτικό κέντρο) για την Ελληνική Πολεμική Αεροπορία κι όχι μόνο στην Καλαμάτα. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη αμυντική συμφωνία μεταξύ των δύο χωρών μέχρι σήμερα, η οποία εγκρίθηκε έπειτα από διεθνή διαγωνισμό. Το κόστος αυτού του έργου εκτιμάται σε περίπου 1,4 δισ. ευρώ κατά την εικοσαετή διάρκεια του.

Η συμφωνία αποσκοπεί να καλύψει ένα κενό, το οποίο είχε αρχίσει να διαφαίνεται πριν αρκετά χρόνια όταν τα εκπαιδευτικά αεριωθούμενα Τ-2 Buckeye της Πολεμικής Αεροπορίας είχαν ήδη αρχίσει να δείχνουν την ηλικία τους (σήμερα είναι 45 ετών). Η οικονομική κρίση επιδείνωσε την κατάσταση και “πάγωσε” τις όποιες σκέψεις για εξεύρεση λύσης. Ταυτόχρονα, τα ελλιπή κονδύλια είχαν αρχίσει να απαξιώνουν και τα πολύ νεότερα Τ-6, με τα οποία πραγματοποιείται η βασική εκπαίδευση. Η απαξίωση της ΕΑΒ (Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία) συνέτεινε περαιτέρω στην επιδείνωση της κατάστασης, καθώς δεν μπορούσε να γίνει επαρκής συντήρηση των αεροσκαφών.

Η κατάσταση είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο, που η Αεροπορία άρχισε να αναζητά εσπευσμένα λύση, ώστε να μπορούν οι νέοι πιλότοι να εκπαιδεύονται σε αεριωθούμενα. Αλλιώς μια από τις ομολογουμένως καλύτερες αεροπορίες του κόσμου δεν θα μπορούσε να αναπληρώσει το ιπτάμενο προσωπικό της. Μια λύση την οποία επεξεργαζόταν το Υπουργείο Άμυνας ήταν η αποστολή των ικάρων σε εκπαιδευτικά κέντρα στο εξωτερικό, με την αντίστοιχη εκροή κονδυλίων, η οποία θα βάραινε τον προϋπολογισμό κάθε χρόνο.

Μια χώρα, δηλαδή, με άριστους πιλότους θα αναγκαζόταν να αναθέσει την εκπαίδευση των νέων σε ξένες αεροπορίες που έχουν πολύ μικρότερη πτητική εμπειρία και πολύ διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις από αυτές της Ελλάδας. Η εκπαίδευση σε ξένο “ανάγλυφο” δεν θα έδινε επίσης την άμεση εξοικείωση με τον χώρο, στον οποίο μετέπειτα θα έπρεπε να δράσουν οι νέοι πιλότοι. Ακόμη και αν αυτό θεωρείτο προσωρινή λύση (που στην Ελλάδα ουδέν μονιμότερο του προσωρινού) κάποια στιγμή η χώρα θα αναγκαζόταν να αγοράσει νέα εκπαιδευτικά αεροσκάφη.

Το επίπεδο εκπαίδευσης είχε πέσει σε επίπεδο “αρνητικής εκπαίδευσης”, στη μεσαία (από τις τρεις) βαθμίδα, καθώς οι νέοι πιλότοι εκπαιδεύονταν αρχικά με τα σύγχρονα T-6A Texan II και ολοκλήρωναν την πτητική τους εκπαίδευση με τα παλαιά T-2C/E Buckeye. Τα Τ-2, όταν εντάχθηκαν ανταποκρίνονταν εν μέρει στις τότε ανάγκες, αλλά με την εισαγωγή μαχητικών 3ης γενιάς άρχισαν να απαξιώνονται. Δεν μπορούσαν να εκπαιδεύσουν τους νέους πιλότους στη χρήση όλων εκείνων των ηλεκτρονικών συστημάτων (ραντάρ, HUD, αντίμετρα, κλπ), τα οποία ενσωματώνονταν στα νέα αεροσκάφη.

Κατεπείγουσα ανάγκη

Το αποτέλεσμα ήταν οι πιλότοι στην πραγματικότητα να λάβουν το τελευταίο στάδιο της εκπαίδευσής τους στις πολεμικές μοίρες, πράγμα που κρατούσε επί περίπου ένα εξάμηνο, με το ανάλογο κόστος, καθώς το κόστος ανά ώρα πτήσης ενός σύγχρονου μαχητικού ήταν 3-4 φορές μεγαλύτερο ενός ανάλογου επιπέδου εκπαιδευτικού. Έτσι, το 2017 κρίθηκε ως κατεπείγουσα η ανάγκη για λύση στο επίπεδο της προκεχωρημένης εκπαίδευσης, αφού πάλιωναν τα αεροσκάφη και «έμενε μεγάλο υπολειπόμενο πτητικό αντικείμενο ανεκτέλεστο για τους Ικάρους», όπως έχει αναφέρει ο υπουργός Άμυνας.

Το 2018, άρχισε το πρόβλημα να γίνεται ακόμη πιο πιεστικό. Η συντριβή ενός Τ-2 στις 28 Αυγούστου 2018, που στοίχισε τη ζωή σε εκπαιδευτή και εκπαιδευόμενο, η πέμπτη στην ιστορία της 120 Πτέρυγας Εκπαίδευσης Αέρος και η δεύτερη μέσα στο 2018 (η πρώτη δεν είχε θύματα) έκρουσε τον κώδωνα κινδύνου. Οι δύο αεροπόροι ήταν οι πρώτοι νεκροί της 120 Πτέρυγας Εκπαίδευσης Αέρος μετά από 22 χρόνια.

Όπως εξήγησε στη Βουλή ο Νίκος Παναγιωτόπουλος τον Φεβρουάριο 2021 η λύση άρχισε να διαφαίνεται στην αναζήτηση ενός ολοκληρωμένου προγράμματος πτητικής εκπαίδευσης «με μέσα δηλαδή και υποστήριξη σε μέσα επίγειας εκπαίδευσης (προσομοιωτές, υπολογιστές για την εκπαίδευση στα επιμέρους συστήματα, κλπ.) για τουλάχιστον 20 χρόνια». Το Ανώτατο Συμβούλιο Αεροπορίας τον Μάρτιο του 2018 αποφάσισε να εξεταστεί πρόταση καναδικής εταιρείας. Τον Ιούλιο εκείνου του έτους συγκροτήθηκε ομάδα εργασίας κατόπιν εντολής του Αρχηγού ΓΕΑ για να εξεταστούν οι προτάσεις. Το κόστος της καναδικής πρότασης έφτανε στα 1,8 δισ. ευρώ.

Πώς προκρίθηκε η πρόταση του Ισραήλ

Τον Αύγουστο του 2018 το Συμβούλιο Αρχηγών Γενικών Επιτελείων γνωμάτευσε θετικά, αλλά προέκυψε αδυναμία χρηματοδότησης κατά ένα δισ. περίπου. Τον Ιανουάριο του 2019 συνεδρίασε το Συμβούλιο Άμυνας υπό τον τότε υπουργό που αποφάσισε πρώτον, να συνεχιστούν οι διαπραγματεύσεις με τη καναδική πλευρά για μείωση του τιμήματος, δεύτερον να ζητηθεί η αύξηση του προϋπολογισμού του υπουργείου Άμυνας και τρίτον να εξεταστούν νέες προτάσεις.

Με την αλλαγή κυβέρνησης το καλοκαίρι του 2019 το θέμα μπήκε σε ευθεία. Τον Δεκέμβριο 2019 έγινε η πρώτη επίσκεψη του Γενικού Διευθυντή Αμυντικών Εξοπλισμών-Επενδύσεων στο Ισραήλ και στις σχετικές συζητήσεις οι Ισραηλινοί εκδήλωσαν ενδιαφέρον. Τον Φεβρουάριο του 2020 επισκέφτηκε το Ισραήλ ο υπουργός Άμυνας και το καλοκαίρι του 2020 ο πρωθυπουργός. Κάπως έτσι μπήκε στο τραπέζι η πρόταση της ισραηλινής εταιρείας, η οποία προκρίθηκε ως οικονομικά πιο συμφέρουσα και επιχειρησιακά πιο άρτια τον περασμένο Δεκέμβριο από την Επιτροπή Εξοπλιστικών Προγραμμάτων και Συμβάσεων.

Πέραν της συμφωνίας μεταξύ της Ελλάδας και της ισραηλινής ELBIT, υπάρχει σε τεχνικό επίπεδο συμφωνία ανάμεσα στη Διεύθυνση για τη Διεθνή Αμυντική Συνεργασία του υπουργείου Άμυνας του Ισραήλ (SIBAT) και της αναδόχου εταιρείας ELBIT, για τη δημιουργία του εκπαιδευτικού κέντρου, με πρότυπο τη σχολή της Πολεμικής Αεροπορίας του Ισραήλ

Η ισραηλινή πρόταση

Η εικοσαετούς διάρκειας συμφωνία περιλαμβάνει την προμήθεια με χρονομίσθωση δέκα αεριωθούμενων εκπαιδευτικών αεροσκαφών ιταλικής κατασκευής Μ-346 (Leonardo) και τη συντήρηση των υφιστάμενων αεροσκαφών βασικής εκπαίδευσης T-6, καθώς αυτή τη στιγμή μόνο οκτώ από αυτά βρίσκονται σε επιχειρησιακή κατάσταση. Η ισραηλινή εταιρεία θα παράσχει επίσης τελευταίας τεχνολογίας προσομοιωτές εκπαίδευσης και υλικοτεχνική υποστήριξη.

Tο 2016, η Ισραηλινή Πολεμική Αεροπορία πραγματοποίησε μέσα σε ένα χρόνο πάνω από 30.000 εκπαιδευτικές αποστολές σε προσομοιωτές και ότι στόχος ήταν, μέχρι το 2020 το 30% των εκπαιδευτικών αποστολών της να εκτελούνται σε προσομοιωτές, με προφανή οικονομικά οφέλη. Όπως ανέφερε ο Νίκος Παναγιωτόπουλος, το ποιοτικό πλεονέκτημα της πρότασης των Ισραηλινών είναι ότι δίνουν περισσότερες ώρες εκπαίδευσης, καθώς επίσης και πολλά επίγεια μέσα εκπαίδευσης. Τέτοια είναι σύγχρονοι προσομοιωτές για αεριωθούμενο, προσομοιωτές που παρέχουν εκπαίδευση σε επιμέρους συστήματα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές που παρέχουν εκπαίδευση στο έδαφος σε επιμέρους συστήματα του αεροσκάφους κ.α.

Το μότο της Elbit στον εκπαιδευτικό τομέα είναι “εκπαίδευση σαν μάχη”. Οι τεχνολογίες προσομοίωσης που θα ενσωματωθούν δεν θα υλοποιηθούν μόνο στο έδαφος. Κάθε νέο αεροσκάφος θα περιλαμβάνει συστήματα ενσωματωμένα στο πιλοτήριο, που επιτρέπουν να καλυφθούν πολύ περισσότερα σενάρια από όσα στις πραγματικές πτήσεις. Αυτό γίνεται με τη δημιουργία και την προσθήκη καταστάσεων και απειλών, οι οποίες απαιτούν από τους εκπαιδευόμενους να ανταποκριθούν και να τις διαχειριστούν κατά την πτήση.

Ταυτόχρονα το νέο εκπαιδευτικό κέντρο στην Καλαμάτα θα αναβαθμιστεί και από πλευράς εγκαταστάσεων και καταλυμάτων. Θα χρειαστούν περίπου δύο χρόνια, προκειμένου να γίνουν αυτές οι επενδύσεις, να αγοραστούν τα αεροσκάφη, να αναβαθμιστούν τα υπάρχοντα, να έρθουν και τα υπόλοιπα στοιχεία της επίλεκτης κύριας εκπαίδευσης για να μπορέσει το κέντρο να λειτουργήσει πλήρως.

Τα άλλα οφέλη

Η συνεργασία θα σημάνει τη μεταφορά πολύτιμης γνώσης και εμπειρίας που διαθέτει η Σχολή Πτήσης της ισραηλινής Πολεμικής Αεροπορίας. Μπορεί η ελληνική Πολεμική Αεροπορία να είναι ικανότατη σε πάσης φύσεως επιχειρήσεις αναχαίτισης και δίωξης, αλλά η ισραηλινή έχει την ζωντανή εμπειρία επιθετική κρούσης που η ελληνική μόνο από ασκήσεις έχει αναπτύξει.

Ταυτόχρονα ανοίγει ο δρόμος το νέο εκπαιδευτικό κέντρο να γίνει πόλος έλξης για την προσέλκυση εκπαιδευομένων από άλλες χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ, αλλά και αεροπορίες άλλων φίλιων χωρών, π.χ. από χώρες του Κόλπου ή και από το ίδιο το Ισραήλ που θα θελήσει να εκπαιδεύσει τους νέους πιλότους του σε άλλα ανάγλυφα, χωρίς την αδιάκριτη παρατήρηση από τους εχθρούς του.

Αναμφίβολα η δημιουργία του κέντρου στην Καλαμάτα δίνει και ένα άτυπο “στρατηγικό βάθος” στο Ισραήλ, ενώ συσφίγγει τις αμυντικές και στρατιωτικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών. Αυτό μπορεί να αποβεί εφαλτήριο για άλλες συνέργειες στον τομέα της αμυντικής βιομηχανίας. Ταυτόχρονα, η συμβολή της νέας δομής στην αναβάθμιση της οικονομίας στην τοπική κοινωνία δεν πρέπει να θεωρείται αμελητέα, ιδίως αν αρχίσουν να προσελκύονται εκπαιδευόμενοι από το εξωτερικό.

πηγη