Ανταγωνισμός για κάλυψη του κενού ναυτικής κυριαρχίας στη Μεσόγειο

Ανταγωνισμός για κάλυψη του κενού ναυτικής κυριαρχίας στη Μεσόγειο, Γιώργος Μαργαρίτης

Σε δύο προηγούμενα άρθρα (“Η Κίνα διεκδικεί από τις ΗΠΑ την κυριαρχία στην θάλασσα” και “Ναυπηγεία και ναυτική κυριαρχία – πολύ μπροστά από τις ΗΠΑ η Κίνα“) αναφερθήκαμε στην τρέχουσα κατάσταση αλλά και σε ιστορικά προηγούμενα ναυτικών ανταγωνισμών στην οικουμενική κλίμακα. Ασχοληθήκαμε επίσης με την οικονομική και παραγωγική βάση, πάνω στην οποία αρθρώνεται ο νέος ναυτικός ανταγωνισμός, ειδικά στη Μεσόγειο.

Πρόκειται για ουσιαστικές παραμέτρους, οι οποίες όμως δεν προδιαγράφουν με ακρίβεια τη συνέχεια. Οι αριθμοί και τα μεγέθη είναι η βάση, η προϋπόθεση. Πέρα όμως από αυτά υπάρχουν πολλοί παράγοντες που συνδιαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά του ανταγωνισμού. Η παράδοση είναι ο κυριότερος ανάμεσά τους. Το αμερικανικό ναυτικό –μάλλον οι στόλοι του δυτικού κόσμου– έχουν πίσω τους μια μεγάλη περίοδο κυριαρχίας στους ωκεανούς, καθώς και πολεμική εμπειρία πολλών ήδη αιώνων.

Η Κίνα θα πρέπει να ξεκινήσει από την αρχή την οικοδόμηση αυτού του επίπονου έργου που είναι η ναυτική παράδοση. Τα πολεμικά πλοία, οι στόλοι είναι πολυσύνθετα εργαλεία πολέμου και ταυτόχρονα μικροκοινωνίες ανθρώπων. Οι συνήθειες, οι συμπεριφορές, οι αντιδράσεις, μετρούν σε αυτά τα ζητήματα σχεδόν όσο και οι αριθμοί, τα μεγέθη. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια στους διεκδικητές του χθες (την Ιαπωνία, την Γερμανία, παλαιότερα τη Γαλλία) για να μετατρέψουν πλοία και ναυτικούς σε αξιόμαχο σύνολο. Υποθέτουμε ότι και για τη σημερινή Κίνα αυτό θα είναι το πιο σοβαρό στοίχημα.

Ανεξάρτητα από αριθμούς και μεγέθη λοιπόν η διεκδίκηση της κυριαρχίας στους ωκεανούς θα είναι μια μακρόχρονη διαδικασία με πλήθος επιμέρους σταθμούς και επεισόδια. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο χρόνος που θα μεσολαβήσει μέχρι την “ωρίμανση” του ανταγωνισμού θα είναι χρόνος νεκρός, χωρίς παρενέργειες ή “παράπλευρες συνέπειες”. Το αντίθετο μάλιστα αναμένεται να συμβεί.

“Στρατηγική γεωγραφία”

Μόνο που σε αυτήν την φάση οι παρενέργειες θα αφορούν, όχι τα κυρίως πεδία και τους πρωταγωνιστές της αναμέτρησης, όσο τις υπόλοιπες θάλασσες του κόσμου καθώς και τα κράτη που βρέχονται από αυτές. Ο βασικός παρονομαστής αυτών των “παράπλευρων” εξελίξεων είναι ότι αναδιαμορφώνουν αυτό που θα ονομάζαμε “στρατηγική γεωγραφία”. Καθώς το ενδιαφέρον των ισχυρών επικεντρώνεται στα θερμά σημεία του ναυτικού ανταγωνισμού, δημιουργούνται αντιστρόφως ανάλογα ρεύματα και τάσεις στα υπόλοιπα θερμά σημεία των θαλασσών.

Όσο “γεμίζουν” τα πρώτα τόσο “αδειάζουν” τα δεύτερα. Και όπως είναι αναμενόμενο, αυτή η δυναμική εξέλιξη μεταβάλλει τοπικές ισορροπίες και προτεραιότητες. Με τον τρόπο αυτό, η περιφερειακή διπλωματική και στρατηγική κατάσταση μετατρέπεται σε ένα δυναμικό μέγεθος που διαρκώς αλλάζει και εξελίσσεται. Το κενό σπεύδουν να το καλύψουν ανερχόμενες περιφερειακές δυνάμεις, οι οποίες βρίσκουν την ευκαιρία να μετατρέψουν την δημογραφική ή οικονομική τους δυναμική σε στρατηγική επανατοποθέτηση στον χώρο τους.

Με λίγα λόγια όσο οι “μεγάλοι” απασχολούνται αλλού, τόσο οι “μεσαίοι” διακρίνουν ευκαιρίες να γίνουν “μεγάλοι”. Στην ουσία γύρω από τον κεντρικό ανταγωνισμό εκκολάπτονται και αναπτύσσονται πλήθος ανταγωνισμοί στην μικρότερη, στην περιφερειακή κλίμακα. Η πρώτη δεκαετία του προηγούμενου αιώνα έχει πολλά να μας διδάξει για το είδος αυτό της διάχυσης του εξοπλιστικού πυρετού.

Ναυτικοί ανταγωνισμοί στη Μεσόγειο

Καθώς το βρετανικό ναυτικό αποσυρόταν από τις απόμακρες θάλασσες του κόσμου για να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του στις εξόδους της Βόρειας Θάλασσας, απέναντι από την γερμανική ναυτική απειλή, τόσο πλήθαιναν οι διεκδικήσεις και οι εξοπλιστικές πρωτοβουλίες χωρών, οι οποίες ως τότε δεν είχαν εκδηλώσει στο παρελθόν παρόμοιες προθέσεις. Βραζιλία, Αργεντινή, Χιλή στην νότια Αμερική, Ιαπωνία στην Ασία, Γαλλία, Ιταλία, Αυστρο-Ουγγαρία και Ρωσία στην Ευρώπη, έσπευσαν να καλύψουν το κενό που άφηνε πίσω της η απόσυρση των βρετανικών στόλων.

Στα 1910 με 1914 οι παραγγελίες πλοίων μάχης νέου τύπου (Δρεδνώτ) για λογαριασμό όλων αυτών των “περιφερειακών”, ως προς τον κεντρικό ανταγωνισμό δυνάμεων, υπερέβαιναν τις αντίστοιχες των δύο βασικών μονομάχων, Βρετανίας και Γερμανίας. Ακόμα και πιο αδύναμες χώρες έσπευδαν να διεκδικήσουν κομμάτι των θαλασσών. Στην δική μας περίπτωση, με την ολοκλήρωση του Α’ Βαλκανικού Πολέμου στα 1913, η Ελλάδα και η Οθωμανική Αυτοκρατορία έσπευσαν να παραγγείλουν με κατεπείγουσες διαδικασίες ό,τι τους φαινόταν αξιόμαχο.

Η Ελλάδα μετά τον “Αβέρωφ” (των 10.000 τόνων), αγόρασε ως “ενδιάμεση λύση” τα ήδη αρχαιοπρεπή “Λήμνος” και “Κιλκίς” (των 14.500 τόνων) και έσπευσε να παραγγείλει στην Γερμανία με το “ημι-δρεδνώτ” “Σαλαμίς” (των 19.000 τόνων) και στην Γαλλία ένα δρεδνώτ του τύπου “Λοραίν” (των 23.000 τόνων). Η οθωμανική κυβέρνηση αγόρασε ή παρήγγειλε την ίδια περίοδο ό,τι περίσσευε από τους στόλους και τις παραγγελίες της Λατινικής Αμερικής ή ό,τι μπορούσαν να προσφέρουν τα ναυπηγεία της Αγγλίας. Η έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τερμάτισε άδοξα αυτόν τον ξέφρενο ναυτικό ανταγωνισμό στην σκιά του κεντρικού αντίστοιχου.

Όταν ο μεγάλος αποχωρεί

Οι αιτίες ήταν απλές. Όσο ο βρετανικός στόλος ήταν πανίσχυρος και –μη έχοντας ανταγωνιστή–  μπορούσε να τριγυρνά κατά την βούλησή του σε κάθε θάλασσα του κόσμου, η  δημιουργία ενός πολυέξοδου στόλου από τις μικρότερες δυνάμεις, απλά δεν είχε νόημα. Οι όποιες διεκδικήσεις και συγκρούσεις στην θάλασσα ήταν καταδικασμένες να ρυθμιστούν με βάση τις επιθυμίες της Μεγάλης Βρετανίας.

Οι ναυτικές ισορροπίες περνούσαν αναγκαστικά κάτω από την έγκριση και τον έλεγχο του μόνου ισχυρού. Μόνο όταν ο τελευταίος απουσίαζε από την διεκδικούμενη θαλάσσια ζώνη, οι άμεσα ενδιαφερόμενοι είχαν λόγο σε αυτήν, στο Αιγαίο λόγου χάρη. Και τότε και μόνο τότε άξιζε να επενδύσουν σε ακριβούς στόλους. Στο σημερινό μας κόσμο τα πράγματα δεν διαφέρουν και πολύ.

Η σταδιακή συρρίκνωση και αποχώρηση των αμερικανικών στόλων από τις πλέον απόκεντρες, στρατηγικές ή μη θάλασσες, αποτελεί ένα είδος πρόσκλησης για όσες χώρες έχουν τις δυνατότητες να δημιουργήσουν ναυτικό εργαλείο, ικανό να ασκήσει ή να υπαγορεύσει σε τρίτους πολιτική. Ταυτόχρονα μεγεθύνει την σημασία των “συμμαχιών” μόνιμων ή έκτακτων, πάνω στους οποίους πλέον στηρίζεται το πλέγμα ισορροπιών και σταθερότητας που αφήνει πίσω της η υποχώρηση της μεγάλης δύναμης. Η τελευταία επιπλέον διατηρεί μια “σκιώδη” παρουσία στη θέση της πραγματικής ως ένα είδος “εγγύησης”, όσο απόμακρης κι αν είναι.

Η τελευταία αυτή μέριμνα πολλαπλασιάζει το πλέγμα των βάσεων και των “διευκολύνσεων” της υποχωρούσας δύναμης, με τον ίδιο περίπου τρόπο που η Μεγάλη Βρετανία εξόρκισε την ουσιαστική της αποχώρηση από τον Ειρηνικό Ωκεανό στον Μεσοπόλεμο, κατασκευάζοντας την πολυέξοδη, πλην όμως μονίμως άδεια, βάση της Σιγκαπούρης. Με βάση τα παραπάνω ίσως εξηγείται η μόνιμη παρουσία ενός θηριώδους μεν ως προς το μέγεθος, αδιευκρίνιστου, ως προς τις μαχητικές δυνατότητες, αμερικανικού πλοίου βάσης στη Σούδα.

Γεωπολιτική σημασία

Στις νέες αυτές συνθήκες όπως τις διαμορφώνει ο αρχόμενος ναυτικός ανταγωνισμός οι χώρες που θα ωφεληθούν ιδιαίτερα στο γεωπολιτικό τοπίο είναι όσες θα μπορέσουν να προβάλουν ισχύ ικανή να τους δώσει θέση ρυθμιστή σε περιφερειακά πλέγματα. Η εξέλιξη κινητοποιεί και τις ευρωπαϊκές ισχυρές χώρες, όπως και χώρες της περιφέρειας. Η Γαλλία, η Αγγλία όπως και μικρότερες χώρες σπεύδουν να δηλώσουν παρουσία σε Ινδικό και Ειρηνικό ωκεανό, αλλά και να αναβαθμίσουν τις στρατιωτικές τους επεμβάσεις στην Αφρική ή στα πέριξ της Ρωσίας. Η Γερμανία αγχώνεται να αποβάλει το “στίγμα” του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου για να μετάσχει ισότιμα, ίσως και ως μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, στις νέες καταστάσεις.

Αυτό ισχύει ειδικά στις ζώνες όπου απειλεί η αστάθεια, ή όπου το κενό έχει ήδη ευνοήσει τους αντιπάλους του Δυτικού Κόσμου. Η Μέση Ανατολή, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μαύρη Θάλασσα ανήκουν ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία. Στο κέντρο δε αυτού του χώρου δεσπόζει η Τουρκία. Η προβολή δύναμης της τελευταίας στο γύρω χώρο, οι διακηρυγμένες φιλοδοξίες της και η προβολή των “σκληρών” επιχειρημάτων της, των στρατιωτικών της δυνατοτήτων δηλαδή, αποσκοπούν στην αναβάθμιση της γενικότερης γεωπολιτικής της σημασίας περισσότερο ίσως και από την εξασφάλιση εδαφικών, κυριαρχικών ή οικονομικών κερδών.

Γεγονός είναι ότι κάθε φορά που ξεκινά ένας ναυτικός ανταγωνισμός με ωκεάνιο –δηλαδή εν δυνάμει οικουμενικό– διακύβευμα, τότε επηρεάζεται το σύνολο των ισορροπιών του κόσμου μας και μεταβάλλονται όλες οι εν δυνάμει σταθερές, καθώς και οι πολιτικές και οι σχεδιασμοί που απορρέουν από αυτές. Σε αυτά τα ζητήματα ο κόσμος αποδεικνύεται μικρός και η πολυτέλεια του “δεν μας αφορά καθότι μακριά συμβαίνει” απλά δεν ισχύει.

πηγη