Ο αντισημιτισμός στην Τουρκία του Ερντογάν

Οι κατά καιρούς «επιθέσεις γοητείας» που εξαπολύει η τουρκική κυβέρνηση για να αποσοβήσει κυρώσεις και να αποφύγει τη διεθνή απομόνωση, δεν στοχεύουν μόνο την Ευρωπαϊκή Ένωση. Στοχεύουν και άλλους «ισχυρούς παίκτες». Στο πλαίσιο μιας τέτοιου είδους «επίθεσης», από τα τέλη του 2020 οι Τούρκοι καταβάλλουν μια εντονότατη προσπάθεια προσεταιρισμού του Ισραήλ, με τον επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών της Τουρκίας Χακάν Φιντάν να πραγματοποιεί σειρά επαφών με ισραηλινούς αξιωματούχους προκειμένου να εξομαλύνει τις σχέσεις των δύο πλευρών. Ο τουρκικός σχεδιασμός είχε ως εξής: Αν οι σχέσεις των δύο χωρών αναθερμαίνονταν, τότε οι Ισραηλινοί θα μπορούσαν να «μεσολαβήσουν» στην διακυβέρνηση Μπάιντεν προκειμένου αυτή να «δει» την Τουρκία «με ευνοϊκότερο μάτι».

Δεν γνωρίζουμε την τύχη που είχαν οι επαφές του Χακάν Φιντάν με τους Ισραηλινούς. Αυτό όμως που καταλαβαίνει όλος ο κόσμος είναι ότι στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού το κλίμα για την Τουρκία είναι πιο βαρύ από κάθε άλλη φορά. Ιδίως στο Αμερικανικό Κογκρέσο, δεν θα ήταν υπερβολή να μιλήσουμε για πραγματικό αντι-τουρκικό κλίμα, ενώ και ο Λευκός Οίκος δείχνει να κινείται στο ίδιο πλαίσιο, με τον Πρόεδρο των ΗΠΑ να «σφάζει με το βαμβάκι» τους Τούρκους στην προ ημερών δήλωσή του για την αναγνώριση της γενοκτονίας των Αρμενίων, προκαλώντας τους τεράστιο πλήγμα σε επικοινωνιακό αλλά και ουσιαστικό επίπεδο.

Κι αν οι «επιθέσεις γοητείας» των Τούρκων προς τη Δύση ενέχουν σε μεγάλο βαθμό μέσα τους το στοιχείο της υποκρισίας, η αντίστοιχη «επίθεση» προς το Ισραήλ είναι ίσως ο ορισμός του «φέρομαι ακριβώς αντίθετα από αυτό που σκέφτομαι». Και αυτό, διότι το αντισημιτικό αίσθημα που έχει αναπτυχθεί στο τουρκικό εσωτερικό είναι εντονότερο από ότι σε οποιοδήποτε άλλο σύγχρονο κράτος (με εξαίρεση βέβαια το Ιράν), κυρίως λόγω των όψιμων ευαισθησιών των Τούρκων για το παλαιστινιακό ζήτημα και τους ομόθρησκούς τους Παλαιστίνιους. Ουδείς Τούρκος επίσης έχει ξεχάσει την προ δεκαετίας ισραηλινή επιδρομή στο τουρκικό πλοίο Mavi Marmara που κόστισε τη ζωή σε εννέα συμπατριώτες του.

Το αίσθημα εχθρότητας προς το Ισραήλ κυριαρχεί τόσο σε επίπεδο λαού, όσο και σε επίπεδο αξιωματούχων. Ο Τούρκος Πρόεδρος άλλωστε, που γενικά είναι προσεκτικός και συγκρατημένος σε αυτό το ομολογουμένως ευαίσθητο ζήτημα, έχει εκδηλώσει ουκ ολίγες φορές τα αντισημιτικά του αισθήματα. Το 2013, για παράδειγμα, μιλώντας σε φόρουμ που διοργάνωσε ο ΟΗΕ, ο Ερντογάν χαρακτήρισε τον σιωνισμό ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ξεσηκώνοντας τότε πλήθος αντιδράσεων. Σε άλλη ομιλία του το 2014, απευθυνόμενος σε ένα κοινό εκατοντάδων χιλιάδων οπαδών του, εξομοίωσε το Ισραήλ με τη ναζιστική Γερμανία, κατηγορώντας τους Ισραηλινούς ότι «σκοτώνουν τις γυναίκες έτσι ώστε να μην γεννήσουν Παλαιστίνιους, σκοτώνουν τα παιδιά έτσι ώστε να μην μεγαλώσουν, σκοτώνουν τους άντρες, ώστε να μην μπορούν να υπερασπιστούν τη χώρα τους», ενώ κατέληξε λέγοντας για τους Ισραηλινούς ότι «θα πνιγούν στο αίμα που χύνουν». Η πρακτική αυτή της σύγκρισης του Ισραήλ με τη Γερμανία του Χίτλερ έχει επαναληφθεί αρκετές φορές από τον Τούρκο Πρόεδρο, γεγονός που ανάγκασε το 2014 τον ραββίνο Marvin Hier, Ιδρυτή του Διεθνούς Οργανισμού Simon Wiesenthal Center για τα δικαιώματα των Εβραίων, να τον χαρακτηρίσει ως «σύγχρονο Γκαίμπελς που πιστεύει ότι ένα ψέμα μέσα από την επανάληψη μπορεί να γίνει τελικά αποδεκτό ως αλήθεια».

Το καλοκαίρι του 2020 άλλωστε, με αφορμή την μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί, ο Ερντογάν προκάλεσε και πάλι τους Ισραηλινούς, αφού μίλησε για την επιδίωξη της Άγκυρας να «απελευθερώσει» το τέμενος Αλ Άκσα που βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ. Την ίδια σχεδόν περίοδο δεν δίστασε να φιλοξενήσει ηγετικά στελέχη της παλαιστινιακής Χαμάς, να τους χορηγήσει τουρκικό διαβατήριο αλλά και να φωτογραφηθεί δημοσίως μαζί τους.
Η αντι-ισραηλινή ρητορική είναι παρούσα και στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης και αυτό φάνηκε προσφάτως, όταν ο Μπάιντεν ανακοίνωσε τους υπουργούς και τους συμβούλους του. Το Πρακτορείο Anadolu αλλά και άλλα τουρκικά μέσα έκαναν εξαντλητικά ρεπορτάζ προκειμένου να αναδείξουν ως αρνητικό το γεγονός ότι μεγάλος αριθμός των υπουργών και στενών συνεργατών του νέου Αμερικανού Προέδρου είναι εβραϊκής καταγωγής, με πρώτο και καλύτερο τον Υπουργό Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν.

Η έξαρση του ισλαμικού και εθνικιστικού στοιχείου στην Τουρκία επί Προεδρίας Ερντογάν έχει οξύνει το τουρκικό θυμικό εναντίον των Εβραίων. Οι αντισημιτικές θεωρίες συνωμοσίες πραγματικά δίνουν και παίρνουν στις μεγάλες τουρκικές μάζες. Ειδικά στην αρχή της πανδημίας που τα θύματα του κορονοϊού ήταν πάρα πολλά, οι θεωρίες αυτές εξαπλώθηκαν σαν φωτιά στη γείτονα προκειμένου να συγκαλυφθούν τα κυβερνητικά σφάλματα στη διαχείριση της κρίσης, υποδαυλιζόμενες σε μεγάλο βαθμό και από δηλώσεις πολιτικών. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση του Φατίχ Ερμπακάν, αρχηγού του Κόμματος της Νέας Ευημερίας, ο οποίος δήλωσε ότι «ο Σιωνισμός θα μπορούσε να είναι πίσω από τον κορωνοϊό».

Χαρακτηριστικό της κατάστασης που επικρατεί στην Τουρκία είναι επίσης η προσέγγιση που έκανε στο θέμα πριν από λίγο καιρό ο αναλυτής Seth Frantzman στην εφημερίδα Jerusalem Post. Όπως εύστοχα αναφέρει, «Το μίσος προς την κυβέρνηση Μπάιντεν, το Ισραήλ, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων, τους Κούρδους ακτιβιστές, τους αριστερούς φοιτητές και τους Εβραίους φαίνεται να συνενώνεται στην Άγκυρα ως συνωμοσία». Δυστυχώς, το τουρκικό πολιτικό σύστημα, όχι μόνο δεν προσπαθεί να διαψεύσει ως ανύπαρκτη αυτήν την συνωμοσία, αλλά μοιάζει διαρκώς να την ενισχύει, κατασκευάζοντας κάθε μέρα και έναν καινούριο εχθρό προκειμένου να λειτουργεί ως αποδιοπομπαίος τράγος για τον τουρκικό λαό και τα σοβαρότατα οικονομικά (και όχι μόνο) προβλήματά του. Και δικαίως θα μπορούσε να σκεφτεί κάποιος ότι το κάνει αυτό για έναν και μόνο λόγο: Για να μην πληρώσουν οι πραγματικά υπαίτιοι το πολιτικό κόστος και να παραμείνουν όσο γίνεται περισσότερο στην εξουσία, με τον καιροσκοπισμό, τον αριβισμό, τις εμμονές και τα στερεότυπα να συνδυάζονται ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία νομοτελειακής κατάληξης, ειδικά για τα θύματα-στόχους αυτής της ομολογουμένως εντυπωσιακά αρνητικής και εκδικητικής πολιτικής πλεονεξίας.

πηγη