Οι μικρομεσαίοι στις συμπληγάδες

Οι μικρομεσαίοι στις συμπληγάδες, Γιώργος Ηλιόπουλος

Κατά την διάρκεια του 2020 οι μικρομεσαίοι επιχειρηματίες και οι επιχειρήσεις τους, αντιμετωπίζουν χαμηλότερα επίπεδα κατανάλωσης και τα θανατηφόρα για την οικονομική δραστηριότητα περιοριστικά μέτρα, με συνέπεια τα έσοδά τους να μειωθούν κατά 50% έως τον Απρίλιο και να παραμείνουν μειωμένα κατά 20% έως τα τέλη του έτους, έναντι του 2019. Στα τέλη Απριλίου περισσότερο από το 42% των Αμερικανών είχαν εμβολιασθεί με τουλάχιστον την πρώτη δόση των εμβολίων, αλλά παρά την ταχύτητα προόδου των εμβολιασμών, πολλοί τομείς της οικονομίας δεν ανακάμπτουν με τους ίδιους ρυθμούς.

Λόγου χάρη οι τομείς ψυχαγωγίας και εστίασης σε σύγκριση με τον τομέα παροχής υπηρεσιών, εμφανίζουν τεράστια διαφορά στην απόπειρα επανόδου στα προ της πανδημίας επίπεδα. Το φαινόμενο αυτό, γνωστό με την έκφραση ανάκαμψη τύπου Κ, εμφανίζεται όταν κάποιοι οι κλάδοι της οικονομίας ανακάμπτουν, ενώ άλλοι παραμένουν αποτελματωμένοι μετά τα πλήγματα μίας ύφεσης. Παρά τα προβλήματα διαφαίνεται πως πολλοί Αμερικανοί δεν αποθαρρύνονται και επιχειρούν να ιδρύσουν μικρές μονάδες, με την εικόνα αυτή να ανακλάται στον Κωδικό Αναγνώρισης Εργοδότη (Employer Identification Number-EIN).

Για τις περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις απαιτείται η καταχώρηση του συγκεκριμένου κωδικού στις οικονομικές υπηρεσίες, με αποτέλεσμα το σύνολο των κωδικών να θεωρείται ένα αξιόπιστο δείγμα δημιουργίας και επέκτασης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Μετά το πρώτο τρίμηνο του 2021 παρατηρείται απότομη αύξηση των κωδικών, στοιχειοθετώντας πως η επιχειρηματικότητα των Αμερικανών διαθέτει μεγάλες αντοχές.

Αναμφίβολα οι εγκλεισμοί και οι απομονώσεις μεγάλων τμημάτων του πληθυσμού ανά την υδρόγειο, σε συνδυασμό με την αβεβαιότητα, τις ρευστές συνθήκες και την μείωση των καταναλωτικών δαπανών, έχουν προκαλέσει σημαντική κάμψη της οικονομικής δραστηριότητας στην παγκόσμια οικονομία. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (International Monetary Fund-IMF) εκτιμά πως το παγκόσμιο ΑΕΠ μειώνεται κατά 3,5% το 2020, με την κρίση να πλήττει κυρίως τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, δηλαδή επιχειρηματικές μονάδες με προσωπικό μικρότερο των 500 ατόμων, που εμφανίζονται εξαιρετικά ευάλωτες σε περιόδους κρίσεων.

Συρρίκνωση των μικρομεσαίων

Το βασικό πρόβλημα των μικρομεσαίων πηγάζει από την μεγάλη εξάρτησή τους από τον βραχυπρόθεσμο δανεισμό που εξυπηρετεί την απρόσκοπτη λειτουργία των κεφαλαίων κίνησης. Επιπλέον η αδυναμία τους να συγκεντρώνουν κεφάλαια από άλλες εναλλακτικές πηγές σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετατρέπει το πρόβλημα της ρευστότητας σε απειλή επιβίωσης, με συνέπεια να καταλήγουν συχνά σε πτώχευση.

Σύμφωνα με την Παγκόσμια Έρευνα Κατάστασης των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (Global State of Small Business Report), το 26% των μικρομεσαίων είχαν διακόψει την λειτουργία τους τον Μάϊο του 2020, όταν η πρώτη έξαρση της πανδημίας προκαλεί τότε κύμα εγκλεισμών και απομονώσεων των πληθυσμών στις περισσότερες χώρες, για να περιορισθούν στο 15% τον Οκτώβριο, με την θερινή επάνοδο σε ομαλότερες συνθήκες.Ο Ζάεφ, οι Πρέσπες και ο ρόλος της Ελλάδας στα Δυτικά Βαλκάνια

Όμως και όσες συνεχίζουν την επιχειρηματική τους δραστηριότητα, αντιμετωπίζουν δεινές αντιξοότητες, με το 55% του συνόλου να αναφέρει μειωμένη ροή εσόδων, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2019, με την γενική βελτίωση να ανέρχεται μόλις σε 7% έναντι της τρομερής περιόδου της πρώτης εαρινής έξαρσης. Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την δεύτερη φθινοπωρινή έξαρση, οδηγεί σε νέες μειώσεις προσωπικού έως τον Δεκέμβριο του 2020, ενώ δημιουργούνται και παράπλευρα προβλήματα από την αύξηση των προβλημάτων για την φροντίδα των οικογενειών (παιδιά και μεγάλης ηλικίας άτομα), με την αρνητική αυτή εξέλιξη να επηρεάζει κυρίως τις γυναίκες επιχειρηματίες.

Ψηφιοποίηση επιχειρήσεων

Ένα σημαντικό ζήτημα που ανακύπτει λόγω των επιχορηγήσεων και των επιδομάτων προς τους πολίτες, κυρίως στις χώρες της δύσης, εστιάζεται στην μείωση του διαθέσιμου προσωπικού με επαρκή προσόντα. Ήδη από τον Δεκέμβριο του 2020, το 34% των μικρομεσαίων επιχειρηματιών δηλώνει αδυναμία να προσελκύσει εργαζόμενους με επαρκή προσόντα για την κάλυψη των κενών θέσεων εργασίας.

Η μείωση σε σχέση με το 2019, προκαλεί επίσης συναισθήματα ανασφάλειας στους εργαζόμενους και πολλοί επιχειρηματίες αναγκάζονται να προσφύγουν σε μέτρα, όπως η τήρηση αποστάσεων στους επαγγελματικούς χώρους, με παράλληλη αύξηση της χρήσης ψηφιακών μέσων για την υποστήριξη των πωλήσεων. Οι επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν ψηφιακά μέσα το 2019 φθάνουν το 35%, αλλά τον Δεκέμβριο του 2020 μειώνονται στο 13%, κυρίως λόγω των υποχρεωτικών αναστολών λειτουργίας και της στροφής των καταναλωτών σε ψηφιακές αγορές για λόγους ασφαλείας και μεγαλύτερης ευχέρειας.


Παρά την σταδιακή βελτίωση των οικονομικών συνθηκών και της προσαρμογής των μικρομεσαίων στις νέες συνθήκες, πολλοί επιχειρηματίες διαβλέπουν πολλές δυσχέρειες στην επάνοδό τους σε κανονικές συνθήκες λειτουργίας. Το 33% μάλιστα αναμένει πως θα απαιτηθεί περισσότερο από ένα εξάμηνο για την επάνοδο σε ομαλές συνθήκες, ενώ παραμένουν ανασταλτικοί παράγοντες, λόγω διαφόρων υγειονομικής υφής περιορισμών και μειωμένης ρευστότητας.

Πρόσφατη έρευνα στις ΗΠΑ, πιστοποιεί πως 100 εκατομμύρια Αμερικανοί απέχουν από την αγορά εργασίας και από αυτούς τα 94 εκατομμύρια δηλώνουν πως δεν επιθυμούν να εργασθούν, με τον βασικό λόγο να πηγάζει από τα τρισ. δολάρια των διαφόρων επιδομάτων και επιχορηγήσεων που δημιουργούν αντικίνητρα στην αναζήτηση μίας κερδοφόρου απασχόλησης.

Αύξηση της αβεβαιότητας

Ένα εκπληκτικό στοιχείο παρέχεται από τις μικρομεσαίες αμερικανικές επιχειρήσεις, όπου το 91% που απαντά σε σχετικά ερωτήματα της Εθνικής Συνομοσπονδίας Ανεξάρτητων Επιχειρήσεων (National Federation of Independent Business-NFIB), δηλώνει πως αδυνατεί να προσελκύσει εργαζόμενους με τα απαιτούμενα προσόντα για να καλύψει θέσεις εργασίας στο πρώτο τρίμηνο του 2021. Το ποσοστό αυτό αποτελεί το τρίτο υψηλότερο από το 1993 που διεξάγεται η συγκεκριμένη έρευνα της NFIB και συνδυάζεται με τις πολλές παραιτήσεις εργαζόμενων κατά το πρώτο τρίμηνο του 2021, που φθάνουν το 2,3% του συνολικού εργατικού δυναμικού, μόλις κατά 0,1% χαμηλότερη από την χειρότερη διαχρονικά επίδοση του 2001.Τα εργασιακά στον βωμό της απορρύθμισης

Πάντως το εντυπωσιακά αρνητικό προκύπτει από το περιεχόμενο των στατιστικών μεγεθών εάν αντιπαραβληθούν με το δείκτη ανεργίας του πρώτου εξαμήνου του 2020, που φθάνει το 14,8% και συγκρίνεται μόνο με τον αντίστοιχο δείκτη της μεγάλης ύφεσης του 1929. Παρά το γεγονός ότι στο πρώτο τρίμηνο του 2021 κινείται στα επίπεδα του 6,0%, εξακολουθεί να παραμένει δραματικά υψηλότερα από το 3,5% του Φεβρουαρίου του 2020, στοιχειοθετώντας πως ακόμα επιμένει η μεγάλη υστέρηση στην ανάκαμψη της αγοράς εργασίας.

Στο περιβάλλον αυτό, αυξάνεται και η επιχειρηματική αβεβαιότητα των μικρομεσαίων για το εάν οφείλουν να επενδύσουν ή να παραμείνουν αδρανείς, με το 42% να δηλώνει πως αδυνατεί να καλύψει τις κενές θέσεις εργασίας, μέγεθος πρωτοφανές για τα αμερικανικά δεδομένα. Ο επικεφαλής των οικονομολόγων του NFIB, Bill Dunkelberg, επισημαίνει πως ενώ οι μεγάλες κυρίως επιχειρήσεις εμφανίζονται να ανακάμπτουν με την λήξη των περιοριστικών μέτρων, οι μικρομεσαίες αντιμετωπίζουν μεγάλα προβλήματα στις προσλήψεις ατόμων με επαρκή προσόντα. Σύμφωνα με τον ίδιο οι μικρομεσαίοι δεν ανταγωνίζονται μόνο τα δεινά της πανδημίας, αλλά και τα αυξημένα επιδόματα ανεργίας, που εξακολουθούν να δεσμεύουν πολλούς εργαζόμενους εκτός της αγοράς εργασίας.

Μικρομεσαίοι και προσαρμογή

Η μεγάλη έρευνα του NFIC, του Απριλίου του 2021, αποκαλύπτει πως ενώ για το 7% των μικρομεσαίων το κυρίαρχο πρόβλημα επικεντρώνεται στο κόστος εργασίας, το ανάλογο ζωτικό για το 24% πηγάζει από την αδυναμία να καλύψουν τα κενά στις επιχειρήσεις τους με τους κατάλληλους ανθρώπους. Για να προσελκύσουν εργαζόμενους, το 28% των επιχειρηματιών αυξάνουν τις αποζημιώσεις προς το προσωπικό (3% κατά μέσο όρο), ενώ ένα ακόμα 17% πρόκειται να προχωρήσει σε ανάλογες αυξήσεις κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2021.

Συνοψίζοντας την κατάσταση ο επικεφαλής των οικονομολόγων της γνωστής ολλανδικής συνεταιριστικής τράπεζας RABOBANK, Michael Every, σημειώνει πως μία από τις ειρωνείες των καιρών εστιάζεται στο γεγονός ότι ενώ η επιδοματική πολιτική πιέζει αυξητικά τις αμοιβές των εργαζόμενων –τουλάχιστον προσωρινά– από την άλλη πλευρά η ριζοσπαστική αυτή πολιτική επηρεάζει αρνητικά την αγορά εργασίας, αιφνιδιάζοντας τους περισσότερους.

Κατά τον ίδιο το χειρότερο πρόβλημα για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που επιχειρούν να επιβιώσουν μετά το θανατηφόρο πλήγμα της πανδημίας, πηγάζει από το γεγονός ότι αποτελούν τις λιγότερο προετοιμασμένες να ανταπεξέλθουν στην γιγαντιαία κοινωνικο-οικονομική μεταβολή που συντελείται. Η κατάσταση οδηγεί σε μία ανοδική δίνη μισθών και τιμών, αν και προς το παρόν κανείς δεν πρόκειται να καταλογίσει ευθύνες στην Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα για την τουλάχιστον απρόσεκτη πολιτική της.

πηγη