Το οικονομικό-γεωπολιτικό δούναι και λαβείν Τουρκίας-Κατάρ

Το οικονομικό-γεωπολιτικό δούναι και λαβείν Τουρκίας-Κατάρ, Ευθύμιος Τσιλιόπουλος
Τσιλιόπουλος Ευθύμιος
Τσιλιόπουλος Ευθύμιος

Ο υπουργός Οικονομικών του Κατάρ, Ali Shareef Al-Emadi, ο οποίος συνελήφθη για υπεξαίρεση, κατάχρηση εξουσίας και για άλλα εγκλήματα, έπαιξε κεντρικό ρόλο στις οικονομικές σχέσεις με την Τουρκία. Είχε συνοδεύσει τον Εμίρη του Κατάρ Σέιχ Ταμίμ Μπιν Χάμετ Αλ Σάνι σε δύο επίσημες επισκέψεις στην Άγκυρα το 2018 και το 2020. Ο Emadi ήταν επικεφαλής του εκτελεστικού συμβουλίου της Εθνικής Τράπεζας του Κατάρ (QNB), η οποία κατέχει την QNB Finansbank, την θυγατρική της QNB στην Τουρκία.

Κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του 2018, ο Αλ Σάνι ανακοίνωσε ότι η χώρα του θα επενδύσει 15 δισ. δολάρια στην Τουρκία. Τον περασμένο Νοέμβριο οι δύο χώρες υπέγραψαν δέκα συμφωνίες. Μεταξύ αυτών ήταν η πώληση του 10% του χρηματιστηρίου Borsa Istanbul στο Κατάρ, μεριδίου στο Istinye Park, ένα από τα μεγαλύτερα εμπορικά κέντρα της Τουρκίας και η αγορά του λιμένα της Αττάλειας από την καταριανή QTerminals W.L.L. Με τις συμφωνίες αυτές το Κατάρ έγινε ο τρίτος μεγαλύτερος ξένος επενδυτής στην Τουρκία.

Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης είχε αγοράσει στο παρελθόν το 10% του Χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης, αλλά το εκχώρησε το 2019, ενοχλημένη από το διορισμό του Χακάν Ατίλα στη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου. Υπενθυμίζουμε ότι ο εν λόγω Τούρκος τραπεζίτης διώχθηκε στις ΗΠΑ, επειδή βοήθησε το Ιράν να αποφύγει τις αμερικανικές κυρώσεις.

Το Κατάρ ήρθε πιο κοντά στην Τουρκία όταν το 2017 η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Μπαχρέιν και η Αίγυπτος το είχαν κατηγορήσει ότι υποστηρίζει την (ισλαμική) τρομοκρατία. Τότε είχαν διακόψει τις διπλωματικές σχέσεις και του είχαν επιβάλει οικονομικό αποκλεισμό. Κατάρ και Τουρκία συνεργάστηκαν στενά σε θέματα περιφερειακής εξωτερικής πολιτικής, όπως τα μέτωπα στη Συρία και στη Λιβύη.

Τί λένε τα νούμερα

Προσπαθώντας να προσελκύσει ξένους επενδυτές για να αντιμετωπίσει τη νομισματική κρίση, η κυβέρνηση Ερντογάν στράφηκε και πριν μερικές ημέρες στο Κατάρ. Οι δύο πλευρές ανακοίνωσαν νέες συμφωνίες, μεταξύ των οποίων είναι και άλλες εξαγορές τουρκικών περιουσιακών στοιχείων από το Κατάρ. Οι διμερείς εμπορικές συναλλαγές δεν υπερβαίνουν τα 1,5 δισ. δολάρια, αλλά ο Ερντογάν επιδιώκει να αντλήσει ρευστότητα από το πλεόνασμα του πλούσιου εμιράτου.

Η αντιπολίτευση στην Τουρκία κατηγορεί την κυβέρνηση ότι οι συναλλαγές με τη μοναρχία του Κόλπου έχουν πολιτικά κίνητρα και είναι αδιαφανείς. Γι’ αυτό και αντιμετωπίζει τις καταριανές επενδύσεις τουλάχιστον με καχυποψία. Για την ακρίβεια, κατηγορεί την κυβέρνηση για κακοδιαχείριση της οικονομίας και ότι “ξεπουλάει τα πάντα στο Κατάρ”. Είναι όμως έτσι; Ποια είναι η πραγματική κλίμακα των επενδύσεων του Κατάρ στην Τουρκία;

Παρόλο που η έκταση και ο πληθυσμός του Κατάρ είναι ελάχιστες σε σύγκριση με την έκταση (1,5%) και τον πληθυσμό (3,5%) της Τουρκίας, το εμιράτο διαθέτει κατά κεφαλήν εισόδημα άνω των 80.000 δολαρίων, σε σύγκριση με τα περίπου 9.000 δολάρια στην Τουρκία, η οποία παρουσιάζει έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών 25-30 δισ. δολάρια ετησίως. Αντίθετα, το πλούσιο σε φυσικό αέριο και πετρέλαιο Κατάρ έχει πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών έως και 25 δισ. δολάρια, γεγονός που του επιτρέπει να επενδύει αφειδώς στο εξωτερικό, κυρίως μέσω της Αρχής Επενδύσεων του Κατάρ. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Yavuz Selim Kiran, περίπου 170 καταριανές εταιρείες λειτουργούσαν στην Τουρκία στις αρχές του 2021.

Το απόθεμα άμεσων ξένων επενδύσεων (FDI) στην Τουρκία ανέρχεται σε περίπου 150 δισ. δολάρια, με το μεγαλύτερο μέρος (101 δισ. δολάρια) να ανήκει σε Ευρωπαίους επενδυτές, σύμφωνα με στοιχεία της Κεντρικής Τράπεζας. Η Ολλανδία είναι στην κορυφή με περίπου 33 δισ., ακολουθούμενη από το Κατάρ με περίπου 22 δισ. Η διαφορά είναι ότι οι ολλανδικές επενδύσεις, που εκπροσωπούνται από γίγαντες όπως η Unilever, η Shell, η Philips και η ING Bank, χρονολογούνται ακόμα από τη δεκαετία του 1940, ενώ οι καταριανές επενδύσεις έχουν πραγματοποιηθεί τα τελευταία πέντε χρόνια.

Αύξηση επενδύσεων

Σ’ αυτήν την περίοδο σημειώθηκε και η πολιτική προσέγγιση μεταξύ της Άγκυρας και της Ντόχα, που σφραγίστηκε και με τη δημιουργία τουρκικής βάσης στο εμιράτο πριν και μετά τον αποκλεισμό που επέβαλαν οι άλλες χώρες του Κόλπου στο Κατάρ το 2017. Ωστόσο, η Τουρκία δεν είναι ο κορυφαίος προορισμός των καταριανών επενδύσεων. Σύμφωνα με την Αρχή Προγραμματισμού και Στατιστικής του Κατάρ, το χαρτοφυλάκιο επενδύσεων του εμιράτου στο εξωτερικό ανήλθαν σε περίπου 117 δισ. δολάρια το 2019. Οι δε άμεσες επενδύσεις ανήλθαν σε 44 δισ., ή 38% του συνόλου.

Σύμφωνα με τουρκικά στοιχεία, οι μισές από αυτές έγιναν στην Τουρκία, αλλά τα στοιχεία του Κατάρ δίνουν άλλη εικόνα. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι έχουμε μια απότομη αύξηση των άμεσων καταριανών επενδύσεων στην Τουρκία. Το 2015, ανήλθαν σε λιγότερο από ένα δισ. δολάρια, το 2016 σε περίπου πέντε δισ., το 2017 σχεδόν σε έξι δισ. και το 2018 σε 6,2 δισ. Το πώς έφτασαν τα 22 δισ. το 2019 είναι ένα ερώτημα.

Μια πιθανή εξήγηση είναι η εξαιρετική αύξηση της αγοραίας αξίας της QNB Finansbank που ανήκει στο Κατάρ. Ενώ λιγότερο από το 1% των μετοχών της τράπεζας διαπραγματεύεται δημόσια, η κεφαλαιοποίησή της έχει υπερβεί τα 40 δισ. δολάρια, φτάνοντας περίπου στο 20% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του χρηματιστηρίου της Κωνσταντινούπολης. Τέτοιες ακραίες αυξήσεις θεωρούνται ανθυγιεινές.

ΜΜΕ και αμυντική βιομηχανία

Άλλες σημαντικές εξαγορές από το Κατάρ στην Τουρκία περιλαμβάνουν την ABank και την Digiturk, τη μεγαλύτερη εταιρεία συνδρομητικής τηλεόρασης της χώρας. Το Κατάρ μπήκε στον τομέα των μέσων ενημέρωσης οκτώ χρόνια νωρίτερα, όταν η Lusail International, θυγατρική του Ταμ, συνεργάστηκε με την Calik Holding για να αγοράσει τον όμιλο πολυμέσων Sabah-ATV για 1,1 δισ. δολάρια. Εκείνη την εποχή, η Calik Holding είχε επικεφαλής τον γαμπρό του Ερντογάν, Μπεράτ Αλμπαράκ, ο οποίος έγινε υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας. Η Lusail πούλησε αργότερα το 25% της συμμετοχής της.

Ωστόσο, είναι το αυξανόμενο μερίδιο του Κατάρ στον αμυντικό κλάδο που προκάλεσε τις περισσότερες αντιπαραθέσεις στην Τουρκία, η οποία προσπάθησε να μειώσει την εξάρτησή της από ξένα οπλικά συστήματα τα τελευταία χρόνια. Το Κατάρ, λοιπόν, εξαγόρασε πέρυσι την εταιρεία κατασκευής τεθωρακισμένων οχημάτων και αρμάτων μάχης BMC. Τα 25ετή δικαιώματα του εργοστασίου στη βορειοδυτική επαρχία Sakarya μεταβιβάστηκαν με προεδρικό διάταγμα στη BMC, η οποία πλέον είναι κοινή επιχείρηση της Επιτροπής Βιομηχανίας Ένοπλων Δυνάμεων του Κατάρ και Τούρκου επιχειρηματία που έχει στενές σχέσεις με τον Ερντογάν.

Οι άμεσες επενδύσεις του Κατάρ περιλαμβάνουν επίσης εξαγορά της εταιρείας πουλερικών Boyner, εξαγορές ξενοδοχείων στην Μαρμαρίδα και αγορές ακινήτων, αρκετά εκ των οποίων είναι αρχοντικά στις όχθες του Βοσπόρου. Η μητέρα του εμίρη, Sheikha Moza bint Nasser, μάλιστα, αγόρασε μεγάλες εκτάσεις στη διαδρομή του Canal Istanbul, τη τεχνητή διώρυγα που θα συνδέσει τη Μαύρη Θάλασσα με τη Θάλασσα του Μαρμαρά. Εκτός από τις άμεσες επενδύσεις, οι Καταριανοί έχουν επενδύσει σε μετοχές και κρατικά ομόλογα στην Τουρκία, αλλά δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία.

Δούναι και λαβείν

Το πιο σημαντικό είναι ότι το Κατάρ έσπευσε να βοηθήσει την Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας, προσφέροντας ένα σωσίβιο ανταλλαγής νομισμάτων για να ενισχύσει τα εξαντλημένα συναλλαγματικά αποθέματα της κεντρικής τράπεζας και να βοηθήσει στη σταθεροποίηση της τουρκικής λίρας. Τον Μάιο, το Κατάρ τριπλασίασε το όριο της συμφωνίας ανταλλαγής στο ισοδύναμο των 15 δισ. δολαρίων. Αν και η συμφωνία δεν θεραπεύει το πρόβλημα της Τουρκίας, έχει δώσει σημαντικές ανάσες στην Κεντρική Τράπεζα.

Η προθυμία του Κατάρ να στέκεται οικονομικά στο πλευρό της Τουρκίας με ποικίλους τρόπους πηγάζει από την ανάγκη του να βρει πολιτική και στρατιωτική στήριξη, προκειμένου να εξισορροπήσει την ασφυκτική πίεση που δέχθηκε από τον συνασπισμό των αραβικών χωρών του Κόλπου που τελεί υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας. Παραχωρώντας στην Τουρκία στρατιωτική βάση στο έδαφός της, το εμιράτο έλαβε εγγύηση προστασίας από την Άγκυρα.

Οι επενδύσεις του, λοιπόν, στην τουρκική οικονομία, όπως και η χρηματοδοτική συνδρομή του, είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό το αντάλλαγμα για την γεωστρατηγική προστασία που εξασφάλισε. Με άλλα λόγια, πρόκειται για κλασική περίπτωση δούναι και λαβείν, όπου το οικονομικό στοιχείο διαπλέκεται με το γεωπολιτικό. Το εάν η Τουρκία μπορεί πραγματικά να εγγυηθεί την ασφάλεια του Κατάρ απέναντι στους γείτονές του είναι άλλο ζήτημα, το οποίο συνδέεται και με τον παράγοντα Ιράν.

πηγη