Το οκτάωρο στην Ελλάδα – Από τον Ελ. Βενιζέλο στον Κυρ. Μητσοτάκη

Το οκτάωρο στην Ελλάδα – Από τον Ελ. Βενιζέλο στον Κυρ. Μητσοτάκη, Βασίλης Ασημακόπουλος

Η επικείμενη κατάθεση του κυβερνητικού νομοσχεδίου για τα εργασιακά έχει πυροδοτήσει την πολιτική αντιπαράθεση, το δημόσιο διάλογο, την κοινωνική κίνηση γενικότερα. Επειδή μέχρι την στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, δεν έχει κατατεθεί ακόμα το νομοσχέδιο, οι παρατηρήσεις μας θα είναι εκ των πραγμάτων γενικότερες. Δεν θα ασχοληθούμε στο παρόν κείμενο με ζητήματα που αφορούν το δίκαιο της καταγγελίας, τα ζητήματα απόλυσης δηλαδή, μολονότι τα θεωρούμε κομβικά, καθώς φαίνεται η κυβέρνηση να επανεξετάζει ακραίες εκδοχές που είχαν αρχικά διαρρεύσει. Επιφυλασσόμαστε ως προς αυτό.

Μένουμε στο ζήτημα του οκταώρου και της διευθέτησης, επιχειρώντας μια διαφορετική προσέγγιση, καθώς ακόμα δεν έχουν γίνει γνωστές οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις. Διαφορετική προσέγγιση από τη φιλελεύθερη απορρύθμιση και τη στατικού-αμυντικού χαρακτήρα διατήρησης του παρόντος, πέραν του έντονα συμβολικού-ταυτοτικού χαρακτήρα του θέματος και της βαρύνουσας καθημερινής υλικής πρακτικής. Οι μεγάλες αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις τόσο σε διεθνές, όσο και σε εθνικό επίπεδο, παρατηρούνται την “επόμενη μέρα” από ιστορικής σημασίας γεγονότα, που φέρνουν τα στοιχεία της τομής και της καταγραφής μιας απότομης στροφής του κοινωνικού και πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων, συμπυκνώνοντας τα στοιχεία μιας αλλαγής πορείας.

Το οκτάωρο, διεκδικητικό αίτημα του εργατικού-σοσιαλιστικού κινήματος έγινε ήδη από το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα, μέσα στην κορύφωση της εποχής που χαρακτηρίστηκε ως Βιομηχανική Επανάσταση, μετά τη δραματική εμπειρία των ευρωπαϊκών κοινωνιών από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και τη θεαματική επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης που πυροδότησε τις καρδιές και τα όνειρα των υποτελών κοινωνικών τάξεων σε όλο τον κόσμο.  Καθιερώθηκε για τον βιομηχανικό τομέα της οικονομίας σε εβδομάδα 48ωρών, από τη Διεθνή Σύμβαση Εργασίας (Δ.Σ.Ε.) στη Γενική Συνδιάσκεψη της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας της Κοινωνίας των Εθνών στις 29-10-1919.

Οκτάωρο και Ελλάδα

Η συγκεκριμένη Δ.Σ.Ε. κυρώθηκε με το ν. 2269/1920 από την Ελληνική Βουλή (η περίφημη “Βουλή των Λαζάρων”). Η ίδια Βουλή, πάντα με πρωτοβουλία της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου, είχε ήδη ψηφίσει και το ν. 2112/1920, το δίκαιο της καταγγελίας που ισχύει μέχρι και σήμερα. Η κωδικοποίηση και επέκταση του οκταώρου-48ωρου πραγματοποιήθηκε από τις τελευταίες κυβερνήσεις του Βενιζέλου (Π.Δ. 27/6-7-1932), όπως και η ίδρυση του ΙΚΑ (ν. 5733/1932), με πρώτο διοικητή τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο το 1934. Στο πεδίο αυτό η ελληνική εμπειρία σε επίπεδο νομοθεσίας συμβάδισε σε γενικές γραμμές με τη διεθνή εμπειρία.

Η επόμενη ιστορική στιγμή της ισχυροποίησης της εργατικής νομοθεσίας και της οικοδόμησης του καθολικού κοινωνικού κράτους στους δυτικούς εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς, σε επίπεδο εθνο-κρατοκεντρικό, διαμορφώνεται στο πλαίσιο της κοινής τραγικής εμπειρίας των κοινωνιών στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει την ηγεμονική αντίληψη και στο επιστημονικό πεδίο για την ευθύνη του καπιταλισμού της ελεύθερης αγοράς, σχετικά με την οικονομική κατάρρευση του Μεσοπολέμου που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αλλά και σε ιδεολογικό επίπεδο, με την αίγλη των νικηφόρων δυνάμεων του Κόκκινου Στρατού και της γενικότερης ανόδου της Αριστεράς με την ευρεία έννοια (η “στιγμή 1945”, της μεγάλης αντιφασιστικής νίκης των λαών).

Χαρακτηριστική του κυρίαρχου σοσιαλδημοκρατικού πνεύματος της εποχής με όρους παραδοσιακούς είναι η Διακήρυξη για τους σκοπούς και τις επιδιώξεις της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ), το λεγόμενο “Πνεύμα της Φιλαδέλφειας”, στις 10-5-1944. Η Διακήρυξη της ΔΟΕ τυπικά αποτέλεσε τμήμα της ελληνικής έννομης τάξης, καθώς κυρώθηκε με το Ν.Δ. 399/1947, πλην όμως λόγω του Εμφυλίου Πολέμου και των συνθηκών που ακολούθησαν, η ελληνική εμπειρία δεν συμβάδισε με τη διεθνή δυτική εμπειρία στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων και του κοινωνικού κράτους.

Κρίσεις και παγκοσμιοποίηση

Η οργάνωση των εργασιακών σχέσεων σε επίπεδο νομοθεσίας και καθημερινής πρακτικής στις μεταπολεμικές δυτικο-ευρωπαϊκές κοινωνίες αφορά στον πυρήνα τους ένα βιομηχανικό-φορντικό μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής σε εθνο-κρατοκεντρικό επίπεδο, στο πλαίσιο ενός διεθνούς νομισματικού καθεστώτος σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών (σύστημα Bretton Woods).

Η κρίση της δεκαετίας του ’70, που έχει τα χαρακτηριστικά της οικονομικής ύφεσης, του στασιμοπληθωρισμού, της σταδιακής αποβιομηχάνισης, της ανόδου του τριτογενούς-μεταβιομηχανικού τομέα και της μεταφορντικής οργάνωσης της παραγωγής, φέρει στο πυρήνα της την αντίθεση μεταξύ των εθνο-κρατοκεντρικών μοντέλων και της διεθνοποιημένης κίνησης της οικονομάς. Οι πετρελαϊκές κρίσεις του 1973 και του 1979, καθώς επίσης και η καθιέρωση ενός συστήματος κυμαινόμενων συναλλαγματικών ισοτιμιών (1971-73), είναι εκδοχές της κυρίαρχης κίνησης των διαδικασιών συσσώρευσης κεφαλαίου σε παγκόσμια κλίμακα, που θα θεσμοποιηθεί και θα κατανοηθεί ως παγκοσμιοποίηση από το ’89-’90 και μετά.

Οι διεθνοποιημένες κυρίαρχες τάξεις θα δώσουν μια νεοφιλελεύθερη απάντηση στην κρίση του μοντέλου οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας, υποχώρησης του κοινωνικού κράτους, φιλελευθεροποίησης-απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων. Παράλληλα διατυπώνονται οι πρώτες προσεγγίσεις από ριζοσπαστικές τάσεις των κινημάτων και της επιστήμης, για μείωση του εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, χωρίς μείωση των αποδοχών (λχ. Αντρέ Γκορζ, Αντίο προλεταριάτο, εκδόσεις νέα σκέψη, 1986).

πηγη