Πότε θα στήσει κάλπες ο Μητσοτάκης – Η στρατηγική “2+4”

Κατά πάσα πιθανότητα, ο Μητσοτάκης δεν θα εξαντλήσει την τρέχουσα τετραετία. Όλα δείχνουν ότι τον Σεπτέμβριο θα στήσει κάλπες, στο πλαίσιο της στρατηγικής “2+4”. Για προφανείς λόγους, είναι εκ των προτέρων δεδομένοότι δεν πρόκειται να εισέλθει σε διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης από τη Βουλή που θα προκύψει από την απλή αναλογική. Θα ξαναπάει “κολλητά” σε εκλογές (Οκτώβριο), οπότε και η Βουλή θα προκύψει από την εκδοχή της ενισχυμένης αναλογικής που η δική του κυβέρνηση νομοθέτησε.

Στο Μαξίμου είχαν συζητήσει το ενδεχόμενο να στήσουν κάλπες τον Ιούνιο, αλλά η καθυστέρηση των εμβολιασμών  απομάκρυνε αυτό το ενδεχόμενο από το τραπέζι. Αυτό τουλάχιστον λένε οι πληροφορίες από το πρωθυπουργικό επιτελείο. Τον Σεπτέμβριο, άλλωστε, θα έχει μεσολαβήσει η ένεση του τουρισμού στην οικονομία και η θετική ψυχολογική αύρα που αφήνει το καλοκαίρι και οι όποιες διακοπές στην κοινωνία. Μπορεί η οικονομική ένεση από τον τουρισμό να είναι του προ πανδημίας επιπέδου, αλλά αναμένεται αρκετά καλύτερη από την αντίστοιχη του 2020.

Προφανώς, όπως ισχύει πάντα, ο Μητσοτάκης θα λάβει την τελική απόφαση με βάση την εικόνα που θα έχει από τις δημοσκοπήσεις στα τέλη Αυγούστου-αρχές Σεπτεμβρίου. Κανείς πρωθυπουργός δεν πάει σε πρόωρες εκλογές για να χάσει. Προς το παρόν, πάντως, τόσο οι δημοσκοπήσεις όσο και η εμπειρική εκτίμηση δείχνουν ότι η ΝΔ διατηρεί μεγάλο προβάδισμα έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί μέχρι τον Σεπτέμβριο.

Μονόδρομος ο Σεπτέμβριος

Στην πραγματικότητα, ο Μητσοτάκης δεν έχει πολλές επιλογές ως προς τον χρόνο των εκλογών. Εάν όπως προκύπτει και από τις πληροφορίες και από πολιτική εκτίμηση ο Ιούνιος έχει αφαιρεθεί από το τραπέζι, ο Σεπτέμβριος μετατρέπεται σε μονόδρομο. Η επόμενη χειμερινή περίοδος αναμένεται εξαιρετικά δύσκολη από οικονομικής απόψεως για επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Έχοντας περισσότερο ή λιγότερο εξέλθει από την πανδημία, οι Έλληνες θα αρχίσουν να αναμετρώνται με τα προβλήματα της καθημερινότητας που αυτή κληροδότησε, ειδικότερα με τα οικονομικά. Το κλίμα εκτάκτου ανάγκης που δικαιολογημένα επικράτησε λόγω κορονοϊού διαμορφώνει μία αντίστοιχη ψυχολογία στους πολίτες, η οποία μπορεί να αποδοθεί με το “μπόρα είναι θα περάσει”. Όταν, όμως, η μπόρα περάσει η διάψευση μίας ταχείας επιστροφής στην προ του κορονοϊού κατάσταση θα έχει πολιτικές επιπτώσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο χειμώνας 2021-2022 θα είναι επώδυνος για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, αλλά και πολιτικά δύσκολος για την κυβέρνηση.

Προβάλλεται συχνά το επιχείρημα ότι προσεχώς τα κονδύλια από το ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης θα αρχίσουν να ρέουν, δημιουργώντας μία θετική δυναμική στην ελληνική οικονομία με θετικές πολιτικές επιπτώσεις για την κυβέρνηση. Με αυτή την έννοια –κατά το ίδιο επιχείρημα– ο Μητσοτάκης δεν θα έχει πρόβλημα να στήσει πρόωρες κάλπες και το 2022.

Η εκτίμησή μου είναι ότι οι πόροι αυτοί ούτε θα εισρεύσουν άμεσα, ούτε πολύ περισσότερο ο όποιος θετικός αντίκτυπός τους θα φθάσει στην τσέπη των μικρομεσαίων το 2022. Χειρότερα θα είναι δε τα πράγματα εάν μετά την έξοδο από την πανδημία, το Βερολίνο επαναφέρει την Ευρωζώνη και ειδικότερα την υπερχρεωμένη Ελλάδα στις προ κορονοϊού αυστηρές δημοσιονομικές ράγες.

Αυτοδυναμία και εφεδρείες

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι δεν είναι πολιτικά φρόνιμο για τον Μητσοτάκη να αφήσει τον ερχόμενο Σεπτέμβριο να περάσει χωρίς να στήσει κάλπες. Ειδικά όταν –όπως προανέφερα– όλα δείχνουν πως η ΝΔ, ευκολότερα ή δυσκολότερα, θα κερδίσει. Κατά συνέπεια, με όρους πολιτικού ορθολογισμού, η πρόβλεψη για διπλές εκλογές το ερχόμενο φθινόπωρο συγκεντρώνει μακράν τις περισσότερες πιθανότητες, εκτός, βεβαίως, απροόπτου.

Ακόμα κι αν η ΝΔ δεν κατορθώσει στις δεύτερες (με ενισχυμένη αναλογική) να αποσπάσει αυτοδυναμία, μπορεί βασίμως να ελπίζει πως θα βρει κυβερνητικό εταίρο για να εξασφαλίσει την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ακόμα κι αν το ΚΙΝΑΛ ως σύνολο αρνηθεί, πιθανότατα να συμπράξει η σημερινή πτέρυγά του που θεωρεί τη ΝΔ του Μητσοτάκη δυνάμει κυβερνητικό εταίρο. Με άλλα λόγια, στην περίπτωση που η ηγεσία του αρνηθεί, το ΚΙΝΑΛ πιθανόν να διχαστεί, δεδομένου ότι ήδη θυμίζει Ιανό, με το ένα πρόσωπο να κοιτάζει προς τη ΝΔ και το άλλο προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η εκτίμηση ότι ο Μητσοτάκης προετοιμάζεται να στήσει κάλπες τον Σεπτέμβριο ενισχύεται από τη δέσμη παροχών προς μικρομεσαία στρώματα που εξήγγειλε τελευταία η κυβέρνηση. Στο ίδιο πλαίσιο εγγράφονται και οι πληροφορίες ότι το Μαξίμου ετοιμάζεται για ανασχηματισμό. Αν επιβεβαιωθούν, θα πρόκειται για εκλογικό ανασχηματισμό με ορίζοντα το φθινόπωρο. Η στρατηγική “2+4”, άλλωστε, έχει συζητηθεί στο πρωθυπουργικό επιτελείο από το καλοκαίρι του 2019.

Προβάδισμα και στρατηγική “2+4”

Παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει επανειλημμένως προκαλέσει την κοινή γνώμη με πράξεις και παραλείψεις της, με αποτέλεσμα να έχει δυσαρεστήσει ακόμα και δεδηλωμένους ψηφοφόρους της, διατηρεί καθαρό προβάδισμα για δύο λόγους:

  • Πρώτον, επειδή ο κορμός του μιντιακού συστήματος την στηρίζει όσο καμία άλλη κυβέρνηση από την μεταπολίτευση μέχρι τώρα. Και κυρίως τηρεί αρνητική στάση έναντι της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποδομώντας την σε κάθε ευκαιρία.
  • Δεύτερον, επειδή δύο χρόνια μετά την τριπλή εκλογική ήττα του το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει βρει αποτελεσματικό αντιπολιτευτικό βηματισμό. Σε αντίθεση με την περίοδο 2012-15 που τον οδηγούσε στη νίκη το αντιμνημονιακό κύμα, τώρα καλείται να πείσει ότι αποτελεί αξιόπιστη και εποικοδομητική εναλλακτική λύση στο πρόβλημα της διακυβέρνησης. Η προς το παρόν αποτυχία του αποδεικνύεται από το γεγονός ότι δεν καταφέρνει να εισπράξει εκλογικά την δυσαρέσκεια που προκαλεί στο εκλογικό σώμα η κυβέρνηση Μητσοτάκη.

Με την πάροδο του χρόνου, όμως, οι πολίτες θα είναι λιγότερο επιεικείς με την κυβέρνηση. Το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πείθει διευκολύνει την κυβέρνηση, αλλά η λαϊκή δυσαρέσκεια αργά ή γρήγορα κάπως θα εκφρασθεί. Με μαθηματική ακρίβεια, από ένα χρονικό σημείο ο σημερινός σκεπτικισμός θα “προσχωρήσει” σταδιακά στην υφιστάμενη πολιτική δυσαρέσκεια κι αυτή με τη σειρά της θα διογκώσει την αρνητική ψήφο. Το έργο το έχουμε δει επανειλημμένως.

Η Νέα Δεξιά

Στην πολιτική-εκλογική εξίσωση, άλλωστε, δεν έχουμε μόνο τους τωρινούς κοινοβουλευτικούς παίκτες. Σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η λεγόμενη Νέα Δεξιά (κατά άλλους Ακροδεξιά) έχει ιδεολογικά, πολιτικά και οργανωτικά αυτονομηθεί από την κλασική (νεο)φιλελεύθερη Κεντροδεξιά και σε κάποιες είναι στην εξουσία. Στην Ελλάδα η αυτονόμηση έχει συντελεστεί μόνο εν μέρει.

Η Ελληνική Λύση εξέφρασε μόνο ένα τμήμα της Νέας Δεξιάς. Η κίνηση του Τράγκα φιλοδοξεί να διεμβολίσει τη λεγόμενη “λαϊκή Δεξιά” της ΝΔ, αλλά μένει να αποδειχθεί εάν θα τα καταφέρει. Από τη μία πλευρά, η ενεργός πολιτική παρουσία του Σαμαρά, σε συνδυασμό με την καραμανλική παράδοση συγκρατούν την ενότητα της “γαλάζιας” παράταξης. Από την άλλη πλευρά, όμως, το “φιλελέ” ιδεολογικό στίγμα του, τα πρόσωπα που συνθέτουν το επιτελείο του και αρκετές πολιτικές επιλογές του Μητσοτάκη, έχουν προκαλέσει έντονη δυσαρέσκεια και ρήγματα. Όχι μόνο στον κομματικό μηχανισμό, αλλά και στην “γαλάζια” εκλογική βάση, στο μεγάλο τμήμα της που αποκαλείται παραδοσιακή “λαϊκή Δεξιά”.

Το που μπορεί να οδηγήσει αυτό το ενδοπαραταξιακό ρήγμα δεν είναι προς το παρόν εύκολο να εκτιμηθεί. Δυνάμει, ωστόσο, μπορεί να λειτουργήσει σαν η “παράφρων μεταβλητή” που υπό προϋποθέσεις ενδεχομένως να αλλάξει την εικόνα στις κάλπες. Πολλά θα εξαρτηθούν από τις εξελίξεις που θα προκύψουν τους επόμενους μήνες στα μεγάλα μέτωπα (εθνικά, οικονομία, κοινωνία), αλλά και από τον τρόπο που θα αντιδράσουν ή δεν θα αντιδράσουν σ’ αυτές τις εξελίξεις και στις κυβερνητικές πολιτικές η σαμαρική και η καραμανλική πτέρυγα.

Κοντολογίς, όπως φαίνονται σήμερα τα πράγματα, το παιχνίδι δεν θα κριθεί τόσο στο μέτωπο κυβέρνηση – αξιωματική αντιπολίτευση, όσο στα ρευστά ενδοπαραταξιακά μέτωπα της ευρύτερης Δεξιάς.

πηγη