Το Πάσχα της ντροπής! Οι ληστές που διέσυραν τη χώρα κι έριξαν την κυβέρνηση

Γράφει ο Δημήτρης Σταυρόπουλος

Τον Απρίλιο του 1870 η κοινωνία της μικρής-τότε- Ελλάδας, ήταν ανάστατη.

Από το Μ. Σάββατο μέχρι την  Δευτέρα μετά το Πάσχα,  οι Αθηναίοι αντίκριζαν στο κέντρο της πρωτεύουσας ένα φρικιαστικό θέαμα.

Στο Πεδίον του Άρεως πάνω σε πασσάλους σε δημόσια θέα, τα κεφάλια των διαβόητων ληστών που ήταν ένοχοι για το πολλαπλό φονικό στο Δήλεσι, μια αποτρόπαια πράξη η οποία  προκάλεσε τον διεθνή διασυρμό της χώρας και την πτώση της κυβέρνησης του Θεόδωρου Ζαΐμη.

Ήταν ένα πρωτοφανές έγκλημα με θύματα αλλοδαπούς ευγενείς που βρίσκονταν στην Ελλάδα ως περιηγητές, απήχθηκαν για λύτρα και σφαγιάστηκαν επειδή οι αρχές δεν έκαναν δεκτές τις αξιώσεις τους.

Η τραγωδία που είχε σοβαρές διπλωματικές προεκτάσεις και συνέπειες, έμεινε στην ιστορία ως η «σφαγή του Δήλεσι» και εκτός των άλλων υποχρέωσε την χώρα να ζητήσει επίσημα συγγνώμη στα κράτη των θυμάτων και να αποζημιώσει τις οικογένειες τους.

Η Ελλάδα που έφτανε τότε μέχρι την Λαμία, ζούσε μέρες ντροπής!…

Η ΜΟΙΡΑΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ

Το πρωί της Δευτέρας 29 Μαρτίου του 1870 μια ομάδα Άγγλων, κυρίως, περιηγητών, που την αποτελούσαν ο λόρδος και η λαίδη Μάνκαστερ, ο εγγονός του κόμη Γκρέυ Φρειδερίκος Βίνερ, ο γραμματέας της αγγλικής πρεσβείας Εδουάρδος Χέρμπερτ, ο Δικηγόρος Λόιντ με τη σύζυγο και την κόρη του, o γραμματέας της ιταλικής πρεσβείας της Αθήνας κόμης Αλβέρτος ντε Μπόιλ, ένας Ιταλός υπηρέτης και ένας Έλληνας ξεναγός, ο Αλέξανδρος Ανεμογιάννης, υπάλληλος του ξενοδοχείου Αγγλία, όπου είχε καταλύσει η παραπάνω ομάδα, ξεκίνησαν με δύο άμαξες και τέσσερις έφιππους χωροφύλακες, τους οποίους διέθεσε η τότε Μοιραρχία κατόπιν εθιμικής αίτησης, για να επισκεφθεί η ομάδα των περιηγητών την ιστορική περιοχή του Μαραθώνα. 

Μετά την ολοκλήρωση της ξενάγησης και στους γύρω χώρους, η ομάδα, καθώς επέστρεφε στην Αθήνα, γύρω στις 16.30 ώρα, περνώντας ανάμεσα στο Πικέρμι και τα Σπάτα δέχτηκε επίθεση από τη συμμορία των λήσταρχων Τάκου και Χρήστου Αρβανιτάκη, που την αποτελούσαν περίπου 25 ληστές. Τότε οι τέσσερις ιππείς ρίχτηκαν κατά πάνω τους πυροβολώντας, περικυκλώθηκαν οι άμαξες και υποχρεώθηκαν όλοι να κατέβουν. Τη στιγμή εκείνη οι ληστές αφαίρεσαν από το λαιμό της Λαίδης Μάνκαστερ ένα διαμαντένιο κόσμημα λέγοντας σ’ όλη την ομάδα να τους ακολουθήσουν, οδηγώντας την σε μια σπηλιά (λημέρι) της Πεντέλης, όπου εκεί ανέμεναν έξι γεροντότεροι λήσταρχοι καπετάνιοι, μεταξύ των οποίων οι αρχηγοί και αδελφοί Αρβανιτάκη και ο περιβόητος Σπανός, στους οποίους και παραδόθηκαν όλα τα μέλη της ομάδας ως αιχμάλωτοι. 

Τότε, κατά την ειδησεογραφία της εποχής, πλησίασε το χώρο της αιχμαλωσίας μικρό απόσπασμα έξι στρατιωτών, πιθανόν από το Πικέρμι, που όμως αναγκάστηκαν να διακόψουν και να αποχωρήσουν προ των απειλών των ληστών ότι, αν επέμεναν, θα σκότωναν όλους τους αιχμαλώτους τους. 

Οι ληστές μη μπορώντας να υπομένουν στις μετακινήσεις τους τις γυναικείες παρουσίες και δύο τραυματίες χωροφύλακες απελευθέρωσαν αυτούς και τον Ιταλό υπηρέτη και μάλιστα με συνοδεία τούς μετέφεραν στο Χαρβάτι, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα πάθαιναν τίποτε οι σύζυγοί τους.

 Εκεί περίμεναν οι άμαξες, με τις οποίες και επέστρεψαν στην Αθήνα. 

Στη συνέχεια οι ληστές έδωσαν στους αιχμαλώτους τους χαρτί, μελάνι και καλάμους, για ν’ αναγγείλουν στην Αθήνα την ομηρία τους και την ανάγκη καταβολής λύτρων 32.000 αγγλικών λιρών, προκειμένου να ελευθερωθούν. 

Λίγο μετά οι όροι άλλαξαν σε 50.000 αγγλικές λίρες, παροχή αμνηστίας και διακοπή κάθε περαιτέρω καταδίωξης από την πολιτεία μέχρι το τέλος των διαπραγματεύσεων.

Σύμφωνα με στοιχεία που ανακοινώθηκαν στη Βουλή το 1871, η ομάδα των ληστών είχε εισέλθει στο ελληνικό έδαφος τον Ιανουάριο του 1870 από την περιοχή των τότε Τουρκικών Αγράφων (Ευρυτανία) τα οποία είχαν διχοτομηθεί κατά τη χάραξη των συνόρων το 1830. 

Από τη Λοκρίδα πέρασε στη Λειβαδιά.

 Οι ελληνικές αρχές (επί κυβέρνησης Ζαΐμη) μόλις έμαθαν την εισβολή της ομάδας των ληστών άρχισαν την καταδίωξη.

 Έγιναν τρείς αιματηρές συγκρούσεις κοντά στη Λειβαδιά, στο Στεφάνι Θηβών και στη Βένιζα Μεγαρίδος όπου υπήρξαν θύματα και από τις δύο πλευρές και συνελήφθη ο ληστής Τασούλας. 

Στην τελευταία σύγκρουση η ομάδα διέφυγε και βρήκε καταφύγιο σε σπήλαιο της Φυλής. 

ΟΙ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΣΦΑΓΗ

Ενώ η αγγλική πρεσβεία υποστήριζε την άποψη ότι πρέπει να γίνουν δεκτοί οι όροι των ληστών, ο υπουργός Στρατιωτικών Σκαρλάτος Σούτσος αρνιόταν οποιαδήποτε συζήτηση, θεωρώντας ότι η υποχώρηση στις αξιώσεις του Αρβανιτάκη για αμνηστία αποτελούσε απαράδεκτο εξευτελισμό για το κράτος.

 Αυτή η καθυστέρηση της κυβερνητικής απάντησης εξόργισε τους ληστές και ο λόρδος Μάνκαστερ, ένας από τους συλληφθέντες, ζήτησε να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Αθήνα, ώστε να στείλει στους ληστές το ποσόν των 25.000 λιρών και να φροντίσει για τη χορήγηση αμνηστίας. 

Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε αυτούς τους όρους και απέστειλε μικτό απόσπασμα Στρατού και Χωροφυλακής, για να καταδιώξει τους ληστές, οι οποίοι διέφυγαν προς τη βορεινή πλευρά της Πάρνηθας και έφτασαν στον Ωρωπό.

 Με τη σειρά τους ζήτησαν την αποχώρησή του αποσπάσματος, απειλώντας πως σε αντίθετη περίπτωση θα δολοφονούσαν τους αιχμαλώτους.

 Η ανεπιτυχής κατάληξη των διαπραγματεύσεων είχε ως αποτέλεσμα τη θανάτωση τεσσάρων αιχμαλώτων από τους ληστές, ενώ στη συμπλοκή που ακολούθησε κοντά στο χωριό Δήλεσι, σκοτώθηκαν και δέκα στρατιώτες. 

Οι ληστές τελικά κατόρθωσαν να διαφύγουν και οι συνέπειες υπήρξαν βαριές.

 Ο φόνος των τεσσάρων περιηγητών από τη συμμορία του Αρβανιτάκη δημιούργησε σοβαρό διπλωματικό επεισόδιο.

 Ο υπουργός Εσωτερικών Ανδρέας Αυγερινός αναγκάστηκε να παραιτηθεί  και το ελληνικό κράτος υποχρεώθηκε να αποζημιώσει τις οικογένειες των θυμάτων καταβάλλοντας σε κάθε οικογένεια θύματος από 22.000 λίρες, να αποδώσει τιμές στους νεκρούς και να εκφράσει επίσημα τη λύπη της στις κυβερνήσεις της Αγγλίας και της Ιταλίας. Λίγες μέρες αργότερα η κυβέρνηση Ζαΐμη παραιτήθηκε. 

Στον ευρωπαϊκό Τύπο η Ελλάδα αναφερόταν με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς όπως «φωλέα ληστών και πειρατών». 

Σε επίσημα κείμενα διατυπωνόταν η άποψη ότι η Ελλάδα «τίθεται εκτός του κύκλου των εξευγενισμένων κρατών» και ότι «αι ληστείαι συμφωνούνται εν Αθήναις, ένθα και διανέμονται τα χρήματα». 

Η ΔΙΚΗ

Στην δίκη των ληστών που συνελήφθησαν, από τις καταθέσεις ορισμένων μαρτύρων «φωτογραφήθηκε» σαν ένας από τους εγκεφάλους της απαγωγής ο Άγγλος τσιφλικάς Φρανκ Νόελ, ο οποίος και παραπέμφθηκε σε δίκη, αλλά απαλλάχθηκε με βούλευμα.

Λόγω της σοβαρότητάς  η ακροαματική διαδικασία  πραγματοποιήθηκε στη μεγάλη αίθουσα του Βαρβακείου, την αίθουσα τελετών του σχολείου που βρισκόταν στη σημερινή πλατεία απέναντι από τη Δημοτική Αγορά της οδού Αθηνάς.

 Εκεί πραγματοποιήθηκε η δίκη των επτά κακοποιών που είχαν επιβιώσει, με την πλατεία του Βαρβακείου να είναι γεμάτη από κόσμο.

Λόγω του διεθνούς ενδιαφέροντος και της παρουσίας πολλών πρέσβεων (Αγγλίας, Αμερικής, Αυστρίας, Ιταλίας, Τουρκίας), οι οποίοι λειτουργούσαν ως «παρατηρητές» για να ενημερώσουν τις κυβερνήσεις τους, οι αρχές κατέβαλαν προσπάθεια για μια άψογη οργάνωση, από κάθε άποψη.

Σε μια μεγάλη εξέδρα της αίθουσας κάθισε  ο πρόεδρος του δικαστηρίου Ν. Ράδος έχοντας κοντά του δύο δικαστές, τον πρωτοδίκη Φραγκόπουλο και τον πάρεδρο Χορμόβα.

Οι κατηγορούμενοι, όλοι τραυματισμένοι, ήταν τοποθετημένοι κάτω και μπροστά από τους δικαστές.

 Δύο εξ αυτών, οι Λεωνίδας Καλομοίρας και Φώτιος Οικονόμου, ήταν τοποθετημένοι σε φορεία κάτω στο πάτωμα.

Η δίκη διήρκεσε μέχρι τα ξημερώματα της επομένης και διεξήχθη υπό το φως των κεριών των πολυελαίων και των κηροπηγίων που υπήρχαν στις άκρες της αίθουσας. Εντέλει οι πέντε από τους επτά ληστές αποκεφαλίστηκαν στο Πεδίον του Άρεως.

 Τι απέγιναν οι άλλοι δύο;

 Είναι και αυτή μία από τις εν πολλοίς άγνωστες πτυχές της ιστορίας της «Σφαγής στο Δήλεσι». 

Κατ άλλες πληροφορίες και αντίθετα από όσα γράφονται μέχρι σήμερα του ενός (Ν.Α. Τασούλα) χαρίστηκε η ζωή από τον Άρειο Πάγο και του άλλου (Περικλή Λιώρη ή Βιλιώτη) αναβλήθηκε η εκτέλεση διότι υποσχέθηκε ότι θα προβεί σε αποκαλύψεις!

Πηγή

Τα Αθηναϊκά

πηγη