Οι δύο όψεις της λογοκρισίας του Ντ. Τραμπ και η υπερδύναμη των «GAFAM»

Οι δύο όψεις της λογοκρισίας του Ντ. Τραμπ και η υπερδύναμη των «GAFAM»

Και ξανά προς τη δόξα τραβά; Ο λόγος για τον Ντόναλντ Τραμπ, τον ανεκδιήγητο και ασυγκράτητο μεγιστάνα και πρώην πρόεδρο των ΗΠΑ, ο οποίος ανακοίνωσε πρόσφατα, μέσω στενού συνεργάτη του, ότι σύντομα θα επιστρέψει δυναμικά στα σόσιαλ μίντια. Οχι όμως μέσα από τις γνωστές μας πλατφόρμες, οι οποίες τον απέκλεισαν οριστικά μετά τα αιματηρά γεγονότα στο Καπιτώλιο, αλλά με μια δική του, που θα λανσάρει μέχρι τον Μάιο-Ιούνιο θεωρητικά και, όπως υπόσχεται, «θα αλλάξει τα δεδομένα του παιχνιδιού».

Ο αποκλεισμός του Τραμπ από το Twitter –για πάντα, όπως τόνισε και πρόσφατα ο οικονομικός διευθυντής του μέσου, Νεντ Σίγκαλ– καθώς και από το Facebook, το θυγατρικό του Instagram, το Snaptchat και μέχρι νεωτέρας από το Youtube, πυροδότησε ολόκληρη αλυσίδα συζητήσεων. Οσο κι αν χάρηκαν πολλοί γιατί επιτέλους τιμωρήθηκε ο ρατσιστικός λόγος, άλλοι τόσοι προβληματίστηκαν για το προηγούμενο που δημιουργεί αυτή η απόφαση. Πόσο μάλλον, όταν αυτή εναπόκειται στη βούληση μιας ιδιωτικής εταιρείας και δεν απορρέει από κάποιο δημόσιο ρυθμιστικό πλαίσιο.

Ο αποκλεισμός του Τραμπ ήταν η πιο καραμπινάτη ώς τώρα περίπτωση λογοκρισίας, έστω και για «καλό σκοπό». Αυτό, αφού τους προηγούμενους μήνες ο λογαριασμός του είχε τεθεί αρκετές φορές σε προσωρινό περιορισμό, ενώ σε πολλές αναρτήσεις του έμπαινε σχεδόν καθημερινά η ειδική επισήμανση «παραπλανητική» ή «ψευδές περιεχόμενο».

Ως τότε, πέρα από το σβήσιμο ορισμένων αναρτήσεων, όπως των προέδρων της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρο ή της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο για διασπορά fake news, καθώς και την προσωρινή αναστολή ορισμένων προφίλ στο Facebook και στο Instagram, δεν είχαμε δει κάποια άλλη τόσο ριζική κίνηση εναντίον πολιτικού προσώπου και μάλιστα τέτοιου βεληνεκούς. Κάτι, πάντως, που επικρίθηκε και από πολιτικούς, όχι φίλα προσκείμενους στον Τραμπ, όπως η Μέρκελ, ο πρόεδρος του Μεξικού Α. Ομπραδόρ, ο Ευρωπαίος επίτροπος Αγοράς Τιερί Μπρετόν, ακόμα και ο ριζοσπάστης Δημοκρατικός γερουσιαστής Μπέρνι Σάντερς, ο οποίος είπε «δεν μου αρέσει να δίνω τόση εξουσία σε μια χούφτα ανθρώπους των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας».

«Πράξαμε το σωστό», έγραψε τότε σε μια μακροσκελή απάντησή του στο Twitter ο Τζακ Ντόρσεϊ, το αφεντικό του μέσου, «εξαιτίας του κινδύνου για μεγαλύτερη υποκίνηση σε βία». «Μια εταιρεία», ανέφερε μεταξύ πολλών άλλων, «η οποία λαμβάνει μια επιχειρηματική απόφαση για αυτορρύθμιση διαφέρει από μια κυβέρνηση που απαγορεύει την πρόσβαση στο διαδίκτυο, όσο κι αν η αίσθηση μπορεί να είναι η ίδια».

Η υπόθεση Τραμπ με όλα της τα παρελκόμενα έχει αυξήσει την πίεση προς την κυβέρνηση Μπάιντεν να πάρει στα σοβαρά το πρόβλημα με το μονοπώλιο των γιγάντων της τεχνολογίας, των Big Tech, όπως τις αποκαλούν στις ΗΠΑ, ενώ παραμένουν σε ισχύ οι αγωγές κατά των Google, Apple, Amazon και Facebook για μονοπωλιακές πρακτικές.

Ο Τζο Μπάιντεν έχει πει πως περιμένει περισσότερες δράσεις από εταιρείες όπως το Facebook και το Twitter για τον περιορισμό του λόγου μίσους και των fake news, όπως κι ότι θέλει να καταργήσει τον νόμο που προστατεύει τις εταιρείες από μηνύσεις για το περιεχόμενο που αναρτούν οι χρήστες τους. Τα αμερικανικά ΜΜΕ πάντως θεωρούν δείγμα γραφής το γεγονός ότι διορίζει σε θέσεις-κλειδιά δύο καθηγητές του Κολούμπια που έχουν διακριθεί για τις αντιμονοπωλιακές θέσεις τους. Τη Λίνα Χαν ως επικεφαλής στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Εμπορίου και τον Τιμ Γου, εμπνευστή του όρου «ουδετερότητα του διαδικτύου», στο Εθνικό Οικονομικό Συμβούλιο ως αρμόδιο για θέματα τεχνολογίας και ανταγωνισμού.

Δεν είναι καθόλου βέβαιο το κατά πόσο ο Μπάιντεν θα προχωρήσει στη θέσπιση ενός ρυθμιστικού πλαισίου για τις Βig Tech. Στο μεταξύ, δεν αποκλείεται να πάρουμε άλλη μια γεύση για τη δύναμή τους, πάλι με αφορμή τον Ντόναλντ Τραμπ, όπως σημείωνε ο έγκυρος βρετανικός ιστότοπος The Conversation: «Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τον Τραμπ αφορά το αν όλοι αυτοί οι πάροχοι, που στην πραγματικότητα αποτελούν τους φύλακες του διαδικτύου, θα δεχτούν να υποστηρίξουν την πλατφόρμα του. Ακόμα όμως κι αν το κάνουν, θα μπορούν ανά πάσα στιγμή να του διακόψουν την παροχή αν δεν ελεγχθεί η ακραία ρητορική των οπαδών του».

Προβληματική η δύναμη των εταιρειών να φιμώνουν φωνές,
βασιζόμενες σε σχετικά αυθαίρετους αλγόριθμους και κανονισμούς

Αναστασία Βενετή, αναπλ. καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας, Πανεπιστήμιο Μπόρνμουθ, Μεγάλη Βρετανία

Το κλείσιμο των λογαριασμών του Τραμπ πυροδότησε μια συζήτηση γύρω από τη λογοκρισία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τον τρόπο και τα περιθώρια ρύθμισης και αυτορρύθμισης αυτών των πλατφορμών. Τα πρόσφατα γεγονότα και στην Ελλάδα έφεραν το θέμα στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Θεωρώ σωστή την παύση των λογαριασμών του Τραμπ διότι έτσι έχασε ένα βασικό κανάλι επικοινωνίας με τις πολιτικές ελίτ, τα ΜΜΕ και τα εκατομμύρια των ακολούθων του για να διασπείρει ψευδείς ειδήσεις και ρητορική μίσους – αμερικανική έρευνα κατέγραψε πως το 65% των tweets του Τραμπ γινόταν είδηση. Ωστόσο, είναι ιδιαιτέρως προβληματική η δύναμη αυτών των εταιρειών να φιμώνουν φωνές, βασιζόμενες κυρίως σε σχετικά αυθαίρετους αλγόριθμους και κανονισμούς για τον έλεγχο και την επιλογή περιεχομένου.

Οι πλατφόρμες επιλέγουν βάσει των δικών τους κριτηρίων ποιο περιεχόμενο θεωρείται μη νόμιμο ή και βλαβερό ώστε να μπλοκαριστεί. Μη έχοντας έναν στηριγμένο σε επιστημονικά κριτήρια, ξεκάθαρο κανονισμό, στηρίζονται ολοένα και περισσότερο σε υποκειμενικές ερμηνείες, οι οποίες δεν μπορούν να διασφαλίσουν το δημόσιο συμφέρον. Ετσι, υπάρχει επιτακτική ανάγκη για ένα ξεκάθαρο πλαίσιο ως προς την αξιολόγηση του περιεχομένου, που να διασφαλίζει την ελευθερία του λόγου.

Βέβαια, ακόμα και μια (έστω και ικανοποιητική) ρύθμιση των μέσων δεν θα μας απαλλάξει από τα λεγόμενα deepfakes, τις θεωρίες συνωμοσίας, την ψηφιακή προπαγάνδα ή την επιρροή των αλγορίθμων. Η όποια ρύθμιση θα πρέπει να συνοδεύεται και από μια πιο ορθή λειτουργία των ΜΜΕ και την εκπαίδευση του κοινού σχετικά με την ψηφιακή του συμπεριφορά.

πηγη