Γιατί μας πείραξε ο Γιάνης;

Γιατί μας πείραξε ο Γιάνης;

Αμαρτία εξομολογημένη, αμαρτία μισή: για διάφορους λόγους, δεν μου έρχεται να πω καλή κουβέντα για τον Γιάνη Βαρουφάκη. Τις προάλλες όμως συνέβη κάτι που με ανάγκασε να υπερβώ τις προκαταλήψεις μου και να δηλώσω αλληλέγγυος. Αναφέρομαι στην κατακραυγή και τα ειρωνικά σχόλια που ακούστηκαν επειδή ο αρχηγός του ΜέΡΑ25 εμφανίστηκε σε ζωντανή τηλεοπτική σύνδεση να μιλάει από την κουζίνα του σπιτιού του.

Να δεχτώ πως το έκανε, ως συνήθως, για να ξεχωρίσει και να συζητηθεί. Ας μη μείνουμε σε αυτό όμως, επειδή το σημαντικό ήταν κάτι άλλο: ότι εκείνοι που τον έψεξαν και τον ειρωνεύτηκαν δεν σχολιάζουν, άρα αποδέχονται ως απολύτως φυσιολογικό, οι πολιτικοί να μας μιλούν με φόντο τα εικονίσματα, για να μην πω το εικονοστάσι, που έχουν στήσει στο σπίτι τους. Και δεν αναφέρομαι σε μερικούς ιδιόρρυθμους ή φανατικά χριστιανούς. Αυτός είναι δυστυχώς ο κανόνας, με τιμητική εξαίρεση την Αριστερά. Αλλά όσο πιο δεξιά πηγαίνουμε, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται το μήνυμα, «εγώ που σας μιλάω είμαι χριστιανός ορθόδοξος»!

Πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση είναι ο πρωθυπουργός. Αν έχω καταλάβει καλά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέλει να περάσει το μήνυμα ότι μπαίνουμε σε μια καινούργια εποχή που θα μας απαλλάξει από τις αγκυλώσεις και τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν τόλμησε να βάλει τέλος σε μια τόσο οπισθοδρομική πρακτική· απλώς προσπάθησε να την απαλύνει. Γιατί στου Μαξίμου η εικόνα της Παναγίας παραμένει, αλλά όχι στη βυζαντινή εκδοχή της. Αν έχω δει καλά, στον τοίχο του γραφείου του υπάρχει ένας πίνακάς της (ίσως από το χέρι του Μπουζιάνη ή του Παρθένη;). Με άλλα λόγια, είμαστε καινοτόμοι και αποφασισμένοι να αλλάξουμε τη Ελλάδα, χωρίς όμως να ενοχλήσουμε ιδιαίτερα εκείνους που δεν θέλουν να αλλάξει.

Το περίεργο είναι ότι σε χώρες όπου οι άνθρωποι θρησκεύονται πολύ περισσότερο από εμάς, με κλασικό παράδειγμα την Ιταλία, οι πολιτικοί και οι λεγόμενοι «επώνυμοι» δεν αισθάνονται την ανάγκη να δηλώσουν την πίστη τους. Γιατί δεν κάνουν το ίδιο και οι δικοί μας;

Μια απάντηση θα ήταν ότι τα εικονίσματα μπήκαν για τα καλά στη ζωή μας μαζί με τις αστακομακαρονάδες όταν η μεταπολίτευση διολίσθησε προς την επιδεικτική και κιτς ευζωία, με τους επώνυμους να αποκτούν τον «πνευματικό» τους και να επισκέπτονται «το Ορος», ενώ η περιβόητη «επιστροφή στις ρίζες» και η νεορθοδοξία κέρδιζαν συνεχώς έδαφος. Μέσα σε αυτή τη νοσηρή ατμόσφαιρα διαμορφώθηκε ένα νέο είδος επικοινωνίας των πολιτικών με τον λαό. Οι διαχωριστικές γραμμές που μέχρι τότε ήταν καθαρά ιδεολογικές έγιναν θολές, δυσδιάκριτες, και τη θέση τους πήρε το lifestyle.

Κι επειδή μιλάμε για επικοινωνία, τίθεται ένα ερώτημα που η απάντησή του έχει μεγάλη σημασία αλλά δεν είναι προφανής: στην πολιτική, η επικοινωνία προϋποθέτει δύο πόλους, αυτόν που εκπέμπει το μήνυμα και αυτόν που το ακούει. Ποιος καθορίζει τον τρόπο και το περιεχόμενό του; Μήπως, για να θυμηθούμε το αυγό και την κότα, ο πολιτικός είναι αυτός που προσπαθεί να μεταπείσει τους πολλούς; Ή μήπως, για να γίνει αρεστός, αναγκάζεται να πει εκείνο που οι πολλοί θέλουν να ακούσουν;

Τις προάλλες έμαθα κάτι που δεν ξέρω αν αληθεύει ή είναι απλώς ben trovato. Ενας πασίγνωστος πολιτικός που δεν βάζει γλώσσα μέσα επικρίθηκε για τον τρόπο που συμπεριφέρεται δημόσια. Μιλάει επί παντός του επιστητού, απλουστεύει, φανατίζει, χαϊδεύει αφτιά, υπόσχεται κοκ. Και η απάντησή του: «Εσύ που μου προσάπτεις όλα αυτά δεν εκλέγεσαι στη Β’ Αθηνών». Το τι εννοούσε ήταν σαφές: δεν ευθύνομαι εγώ αλλά οι ψηφοφόροι, οι οποίοι με αναγκάζουν να φέρομαι έτσι.

Για να επανέλθουμε στα εικονίσματα, αν φταίνε οι πολιτικοί που τα καθιέρωσαν, γιατί τα βάζουμε με τον Βαρουφάκη επειδή έσπασε το ταμπού; Κι αν πρόκειται για μια πρακτική που επιδοκιμάζουμε, γιατί δεν λέμε ανοιχτά ότι θέλουμε τους πολιτικούς να μας απευθύνουν τον λόγο περιστοιχισμένοι από εικόνες και καντήλια; Και μια τρίτη εκδοχή: μήπως ευθύνονται και οι πολιτικοί και οι ψηφοφόροι;

Τελικά έχουμε πρόβλημα με την έννοια και την απόδοση της ευθύνης γιατί θεωρούμε δεδομένο ότι αν φταίει κάποιος, όλοι οι υπόλοιποι κηρύσσονται αθώοι. Είναι κάτι που σκέφτομαι συχνά όταν ακούω φίλους, γεμάτους κατανόηση, να λένε τα καλύτερα λόγια για τους νεαρούς που ξεφάντωναν στις πλατείες με τα κορονοπάρτι. Δεν έχω πρόθεση να τους δαιμονοποιήσω. Δεν είναι όμως μονόπλευρο να μην τους αποδίδεται η παραμικρή ευθύνη όταν βάζουν σε κίνδυνο τις ζωές των άλλων επειδή οι ίδιοι δεν κινδυνεύουν; Δεν ξέρω τι λέτε εσείς, αλλά εγώ αριστερό δεν θα το ’λεγα.

πηγη