Οργουελικό εργασιακό τοπίο στην εκπαίδευση

Οργουελικό εργασιακό τοπίο στην εκπαίδευση

Οι διαφορετικές εργασιακές σχέσεις στον ίδιο χώρο, τις οποίες επιβάλλει κατά κόρον η κυβέρνηση στους εκπαιδευτικούς, αποσκοπούν στο να παγιωθούν σταδιακά οι χειρότερες για όλους ως φυσικό γεγονός, ενώ στο βάθος αχνοφαίνεται η άρση της μονιμότητας

Τα στοιχεία δείχνουν ότι φέτος αυξήθηκαν σημαντικά οι παραιτήσεις εκπαιδευτικών σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές. Πάνω από 7.000 μόνιμοι εκπαιδευτικοί Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (νηπιαγωγοί, δάσκαλοι και καθηγητές) δεν θα βρίσκονται τη νέα σχολική χρονιά στις τάξεις καθώς θα είναι συνταξιούχοι.

Οι συνολικές αποχωρήσεις-συνταξιοδοτήσεις εκπαιδευτικών από την Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, από τον Ιανουάριο του 2010 μέχρι και τον Μάρτιο του 2021, ξεπέρασαν τις 47.000, την ώρα που οι μόνιμοι διορισμοί (αν εξαιρέσουμε την ειδική αγωγή) κάλυψαν μόλις το 6% των αποχωρήσεων.

Η χρόνια αδιοριστία έχει τέτοια έκταση και ένταση που φέτος το υπουργείο Παιδείας αναγκάστηκε να προσλάβει πάνω από 44.000 αναπληρωτές εκπαιδευτικούς (αριθμός-ρεκόρ από την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους) παρ’ όλο που, την τελευταία 10ετία, με διάφορους «κόφτες» εξαφανίστηκαν από το εκπαιδευτικό τοπίο πάνω από 12.000 οργανικές θέσεις!

Κόφτες όπως: μαζικές συγχωνεύσεις σχολείων, αύξηση ωραρίου εκπαιδευτικών κατά δύο ώρες, αλλαγές αναλυτικών προγραμμάτων, αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης, αποψίλωση υποστηρικτικών εκπαιδευτικών δομών, κατάργηση υπευθύνων βιβλιοθηκών, αύξηση του διδακτικού ωραρίου των υπευθύνων εργαστηρίων φυσικών επιστημών και πληροφορικής.

Αλλά και αλλαγές αναθέσεων μαθημάτων, συγχώνευση-κατάργηση ειδικοτήτων σε γενική και τεχνική εκπαίδευση και εκπαραθύρωση 2.000 καθηγητών τεχνικών ειδικοτήτων, «ελάφρυνση» του εβδομαδιαίου ωρολογίου προγράμματος, παρέμβαση στους όρους δημιουργίας τμημάτων στο μάθημα των ξένων γλωσσών, συρρίκνωση του Ολοήμερου, αυστηροποίηση των προϋποθέσεων λειτουργίας τμημάτων προσανατολισμού στο Λύκειο, στα Νηπιαγωγεία, στα ΕΠΑΛ και εγγραφών στα Εσπερινά, αύξηση των μαθητών ανά τμήμα κ.ά.

Κοντολογίς, στη διάρκεια της περιόδου 2010-2020 επιχειρήθηκε με κάθε τρόπο να «σφίξουν» οι μαθητές στα τμήματα, να «ξεχειλώσουν» οι αναθέσεις μαθημάτων, να «ελαστικοποιηθούν» ακόμη περισσότερο οι εκπαιδευτικοί ώστε να κρατηθεί γερά δεμένο στην κλίνη του μνημονιακού Προκρούστη των περικοπών και των μηδενικών διορισμών το δημόσιο σχολείο.

Βρισκόμαστε στην εποχή των αναπληρωτών «νομάδων εκπαιδευτικών», η επινόηση των οποίων καταργεί την παιδαγωγική σχέση και την αφοσίωση που είναι απαραίτητες στην εκπαίδευση, η οποία έχει ανάγκη από μόνιμους διορισμούς και όχι από πλανόδιους εκπαιδευτικούς.

Το σχολικό έτος 2011-2012, το ποσοστό των αναπληρωτών και ωρομίσθιων εκπαιδευτικών επί των μόνιμων εκπαιδευτικών ήταν 8%. Το 2015-2016 φτάσαμε στο 14%, ενώ για την τρέχουσα σχολική χρονιά το ποσοστό ξεπερνάει το 26%! Η αναλογία μόνιμου και ελαστικά εργαζόμενου προσωπικού (αναπληρωτές-ωρομίσθιοι) μεταβάλλεται κάθε χρόνο και περισσότερο υπέρ των αναπληρωτών, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο το εργασιακό μοντέλο που αργά και συστηματικά εμπεδώνεται στις σχολικές μονάδες.

Στην τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ «Για ένα λαμπρό μέλλον της εκπαίδευσης στην Ελλάδα», το ζήτημα των διορισμών και της διαχείρισης του εκπαιδευτικού προσωπικού έχει κεντρική θέση. Το παρακάτω απόσπασμα είναι ενδεικτικό της αντίληψης που έχει ο Οργανισμός για το θέμα της στελέχωσης των σχολείων με εκπαιδευτικούς:

«Η επίλυση του προβλήματος των λιγότερων οργανικών θέσεων ήταν ευφυής (!) και από διοικητική και από οικονομική άποψη. Η εναλλακτική λύση ήταν η χρήση αναπληρωτών εκπαιδευτικών, με τη συμφωνία και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. (…) Δεν μισθοδοτούνται κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, κι έτσι –από μια μακροοικονομική άποψη– δεν αποτελούν μια επιπλέον μακροχρόνια επιβάρυνση του εθνικού προϋπολογισμού».

Δαπανηρή επιλογή

Ο ΟΟΣΑ, λοιπόν, διαφωνούσε με τον μόνιμο διορισμό εκπαιδευτικών «ως δαπανηρή επιλογή που αναπαράγει τις σημερινές “ακαμψίες” του μόνιμου εκπαιδευτικού προσωπικού που δεν αξιολογείται» και πρότεινε νέες, ακόμα πιο ευέλικτες και ελαστικές σχέσεις εργασίας.

Ο ΟΟΣΑ είναι σαφής στην κυνικότητά του: «Οι ελληνικές αρχές πρέπει να χρησιμοποιήσουν την κρίση για την εφαρμογή μακροπρόθεσμων λύσεων, οι οποίες ενδέχεται να μην είναι διαθέσιμες υπό διαφορετικές συνθήκες. Δύο τέτοιες πιθανές λύσεις είναι: α. Εισαγωγή πολλών κατηγοριών δημοσίων υπαλλήλων, παράλληλα με την κατηγορία των οργανικών θέσεων και β. Αλλαγή των ισχυόντων κανόνων όσον αφορά την απασχόληση των δημοσίων υπαλλήλων».

Στη νέα του έκθεση «Going for Growth 2021», για την αντιμετώπιση –υποτίθεται– τόσο της κρίσης του κορονοϊού όσο και των μακροπρόθεσμων προκλήσεων, ο ΟΟΣΑ προτείνει μεταξύ άλλων για την εκπαίδευση τη «σταδιακή μετατροπή των σημερινών συμβάσεων μονιμότητας των εκπαιδευτικών σε μακροχρόνιες συμβάσεις που θα ενισχύσουν και θα επιβραβεύσουν την αποδοτικότητά τους». Θυμίζουμε ότι το υπουργείο, την τρέχουσα σχολική χρονιά, με την ευκαιρία της πανδημίας και κάτω από τη μύτη των εκπαιδευτικών ομοσπονδιών προχώρησε σε δύο αλλαγές με εξέχουσα θέση στο παζλ των συνολικών ανατροπών των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών:

  1. Εισήγαγε νέες εργασιακές σχέσεις εξευτελίζοντας κάθε εργασιακό δικαίωμα στην εκπαίδευση (με το κατάπτυστο άρθρο 24 που συμπεριλήφθηκε στο νομοσχέδιο για την Υγεία), νομοθετώντας τη δυνατότητα: «…να προσλαμβάνονται προσωρινοί αναπληρωτές εκπαιδευτικοί ή μέλη ΕΕΠ ή ΕΒΠ, πλήρους ή μειωμένου ωραρίου, με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου τρίμηνης κατ’ ελάχιστον διάρκειας…».
  2. Με σχετική εγκύκλιο, έδωσε το δικαίωμα-δυνατότητα στους διευθυντές Εκπαίδευσης να ανανεώσουν τις συμβάσεις αυτές ή όχι, κατά την κρίση τους, που σημαίνει την απόλυση των εκπαιδευτικών, σαν να είναι η εκπαίδευση ιδιωτική επιχείρηση.

Ποιος είναι ο στόχος; Πρώτον, με τις διαφορετικές εργασιακές σχέσεις στον ίδιο χώρο να παγιωθούν σταδιακά οι χειρότερες για όλους ως φυσικό γεγονός. Δεύτερον, με το τέλος του ΕΣΠΑ και αφού έχει γίνει η «βρόμικη δουλειά», με ένα νέο «τέντωμα» του ωραρίου των εκπαιδευτικών, με μείωση των σχολικών μονάδων (μέσω των νέων συγχωνεύσεων αλλά και του εξοστρακισμού χιλιάδων μαθητών από Λύκεια και ΕΠΑΛ) και με τη γενίκευση της «κινητικότητας» να μειωθούν οι εκπαιδευτικοί που απαιτούνται για τη λειτουργία των σχολείων.

πηγη