Παύλος Νεράντζης: Η προσφυγική κρίση εν μέσω πανδημίας στα ΜΜΕ

Στο τρίτο κύμα της πανδημίας ακολούθησαν μηνύσεις σε βάρος γιατρών που «τόλμησαν» να παρουσιάσουν δημοσίως στοιχεία για τη δεινή κατάσταση στα δημόσια νοσοκομεία. Εδώ η απόπειρα ποινικοποίησης της ελευθερίας του λόγου με πρόσχημα τη διάδοση ψευδών ειδήσεων (fake news) είναι σαφής.

Ενάμιση χρόνο μετά την εμφάνιση των πρώτων κρουσμάτων κορονοϊού, όλοι αντιλαμβάνονται ότι η πανδημία προκάλεσε και εξακολουθεί να προκαλεί παγκόσμια κρίση στον τομέα της δημόσιας υγείας. Διότι ανέδειξε αφενός τις αδυναμίες, τα κενά και τις χρόνιες παθογένειες των εθνικών συστημάτων υγείας και αφετέρου τις κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες ανάμεσα σε χώρες του ανεπτυγμένου Βορρά και εκείνες του Νότου, αλλά και μέσα στις ίδιες τις χώρες.

Τα συμβόλαια για την παραγωγή εμβολίων που υπέγραψαν οι φαρμακοβιομηχανίες με την Ευρωπαϊκή Ένωση και δηλώσεις ευρωπαίων αξιωματούχων προκάλεσαν επίσης εύλογες αντιδράσεις: τα οικονομικά συμφέροντα των φαρμακοβιομηχανιών προηγούνται της δημόσιας υγείας και η πρόσβαση στα εμβόλια δεν βασίζεται στην ισοτιμία μεταξύ των χωρών και τις ανάγκες κάθε χώρας. Η Βρετανία, λ.χ., έχει προμηθευτεί μεγαλύτερο αριθμό εμβολίων από τον πληθυσμό της, ενώ χώρες της Αφρικής δεν έχουν τη δυνατότητα καν να προβούν σε παραγγελίες. Συνεπώς η δημόσια υγεία ως πανανθρώπινο δικαίωμα παραμένει επισφαλής. Και αυτοί που πλήττονται περισσότερο είναι οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ αυτών οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Το ερώτημα που προκύπτει είναι εάν τα ΜΜΕ ανέδειξαν επαρκώς αυτή τη διάσταση του προβλήματος.

Μια δεύτερη παράμετρος που αναδείχθηκε είναι ότι η πανδημία επιτάχυνε την προσπάθεια θωράκισης των συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ελλάδα, Ιταλία, Μάλτα και Κύπρος εφάρμοζαν πριν από την εμφάνιση του κορονοϊού πολιτικές απώθησης των προσφυγικών ροών, είτε απαγορεύοντας τον ελλιμενισμό πλοίων που μετέφεραν πρόσφυγες και μετανάστες, είτε επαναπροωθώντας τους παράνομα στα διεθνή ύδατα σε Μεσόγειο και Αιγαίο. Με την εξάπλωση του κορονοϊού, οι κυβερνήσεις των χωρών αυτών επικαλέστηκαν την πανδημία για να κλείσουν τα θαλάσσια και χερσαία σύνορά τους. Ανάλογη πολιτική ακολούθησε σχεδόν το σύνολο των κρατών-μελών της ΕΕ, τα οποία από την πρώτη στιγμή «σφράγισαν» τα σύνορά τους για πολίτες χωρών εκτός ΕΕ. Επιπλέον, το Βέλγιο, η Ολλανδία και η Γαλλία, σύμφωνα με το Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, έκλεισαν τα γραφεία τους που εξετάζουν τις αιτήσεις παροχής ασύλου.

Η πανδημία είχε ως συνέπεια να παγώσουν και τα προγράμματα της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και της IOM (Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (IOM). Ασυνόδευτοι ανήλικοι, γυναικόπαιδα και πρόσφυγες που δεν μπορούν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους (stateless) έμειναν στη «μέση του πουθενά», εγκλωβίστηκαν. Με άλλοθι την πανδημία, η ΕΕ κατάργησε όχι τυπικά, αλλά επί της ουσίας το δικαίωμα στο άσυλο. Αντί να προστατεύσει τους προσφυγικούς πληθυσμούς, η ΕΕ τους αντιμετώπισε ως υγειονομική απειλή. Το ερώτημα που προκύπτει είναι το ίδιο: εάν τα ΜΜΕ ανέδειξαν επαρκώς αυτή την παράμετρο. Ή εάν την αποσιώπησαν.

Η τρίτη παράμετρος, που υπογράμμισαν τον Μάρτιο του 2020, δηλαδή με την έναρξη της πανδημίας, οι οκτώ μεγαλύτεροι διεθνείς οργανισμοί στον κόσμο για την ελευθερία του Τύπου, -Article 19, Ένωση Ευρωπαίων Δημοσιογράφων (AEJ), Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ελευθερία του Τύπου και των ΜΜΕ (ECPMF), Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (EFJ), Free Press Unlimited (FPU), Διεθνής Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (IFJ), Διεθνές Ινστιτούτο Τύπου (IPI), Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (RSF)- αφορά στην περιστολή της ελευθεροτυπίας. Σε επιστολή τους στους προέδρους της Κομισιόν, του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Ευρωκοινοβουλίου, αυτοί οι οκτώ οργανισμοί εκφράζουν τη βαθιά ανησυχία τους για «κυβερνήσεις που εκμεταλλεύονται την πανδημία για να εισαγάγουν περιορισμούς στην πρόσβαση των ΜΜΕ στις κυβερνητικές αποφάσεις και ενέργειες».

Η περιστολή στην ελευθερία του λόγου, με αφορμή την πανδημία, αφορά προφανώς και στην Ελλάδα. Διότι από τον Μάρτιο του 2020, οι συντάκτες που καλύπτουν το υπουργείο Υγείας έχουν τη δυνατότητα να υποβάλλουν μόνον μια ερώτηση εβδομαδιαίως στους αρμόδιους που διαχειρίζονται τα μέτρα προστασίας κατά του κορονοϊού. Και η ερώτηση αυτή μπορεί να κατατεθεί μόνον εγγράφως στο Γραφείο Τύπου του υπουργείου, χωρίς τη δυνατότητα από την πλευρά του δημοσιογράφου να ζητήσει διευκρινίσεις. Πώς θα ενημερωθεί λ.χ. ο δημοσιογράφος εάν η κυβέρνηση έχει προγραμματίσει εμβολιασμούς για τους αιτούντες άσυλο; Αυτή η πρακτική εκ των πραγμάτων περιορίζει δραματικά την άσκηση ελέγχου της πολιτικής εξουσίας, διότι οι αρμόδιοι κυβερνητικοί αξιωματούχοι απαντούν πάντοτε γενικόλογα στις δύσκολες ερωτήσεις και όπως αποκαλύπτεται συχνά οι δηλώσεις τους στερούνται αξιοπιστίας. Πολύ χειρότεροι δε είναι οι περιορισμοί σε άλλες χώρες (Τουρκία, Βουλγαρία, Σερβία, Ουγγαρία).

Επιπλέον, η καταστολή στην αντιμετώπιση όσων στη δημόσια σφαίρα αμφισβητούν ή διαφωνούν με κυβερνητικούς χειρισμούς κλιμακώνεται ραγδαία. Στην αρχή ήταν η διαβόητη «λίστα Πέτσα» που με αδιαφανή κριτήρια μοίρασε χρήματα κυρίως στα ελεγχόμενα από την κυβέρνηση ΜΜΕ. Ακολούθησαν απολύσεις και ο εξαναγκασμός σε παραίτηση δημοσιογράφων που «τόλμησαν» να ασκήσουν κριτική στην κυβερνητική πολιτική για την αντιμετώπιση της πανδημίας.

Δεν απέδωσαν, όμως, σε ικανοποιητικό βαθμό, όπως φάνηκε, οι κινήσεις αυτές εκ μέρους της κυβέρνησης για να χειραγωγήσει τους πολίτες. Στο δεύτερο κύμα της πανδημίας αποκαλύφτηκαν οι «οδηγίες προς ναυτιλομένους» και το «σκονάκι» στην ΕΡΤ για το πώς πρέπει να προβάλλονται οι ειδήσεις για την πανδημία και να αποσιωπούνται άλλες δυσάρεστες για την κυβέρνηση (την ποδηλατάδα του Μητσοτάκη στην Πάρνηθα, ή το σοβαρότερο ζήτημα των εν κρυπτώ επαναπροωθήσεων προσφύγων στο Αιγαίο από κουκουλοφόρους άνδρες του Λιμενικού), που εκθέτουν την Ελλάδα διεθνώς. Το εν λόγω θέμα εξετάζεται στο Ευρωκοινοβούλιο και σε άλλα αρμόδια όργανα της ΕΕ, αλλά τα ελληνικά κυρίαρχα Μέσα το έχουν «θάψει» ή αναπαράγουν τον λόγο της κυβερνητικής προπαγάνδας ότι πρόκειται (δήθεν) για fake news. Κάποιοι φωστήρες της ελληνικής δημοσιογραφίας δεν χρειάζεται να ερευνήσουν, να αναζητήσουν την αλήθεια. Τους αρκεί που το λέει η κυβέρνηση, αποκαλύπτοντας έτσι για μια ακόμη φορά τις σχέσεις διαπλοκής ΜΜΕ και πολιτικής εξουσίας.

Στο τρίτο κύμα της πανδημίας ακολούθησαν μηνύσεις σε βάρος γιατρών που «τόλμησαν» να παρουσιάσουν δημοσίως στοιχεία για τη δεινή κατάσταση στα δημόσια νοσοκομεία. Εδώ η απόπειρα ποινικοποίησης της ελευθερίας του λόγου με πρόσχημα τη διάδοση ψευδών ειδήσεων (fake news) είναι σαφής. Διότι στο θέμα αυτό η κοινή γνώμη έχει μια σαφή εικόνα και συνεπώς δεν χρειάζονται περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία για να κρίνει εάν πρόκειται για αλήθειες που κάποιοι στην κυβέρνηση θέλουν να αποσιωπήσουν, ή για ψέματα με στόχο να προκαλέσουν αδικαιολόγητες ανησυχίες στο κοινό.

Από την άλλη πλευρά, -και αυτή είναι η τέταρτη παράμετρος- στο διαδίκτυο και κυρίως στα social media, κυκλοφορούν ανεξέλεγκτα fake news, ψευδείς ειδήσεις, που επιτείνουν τη σύγχυση (βλ. infodemic εκ των information και epidemic). Και όταν υπάρχει παραπληροφόρηση και σύγχυση, τα στερεότυπα και η ρητορική του μίσους εναντίον προσφύγων, μεταναστών ακόμη και δημοσιογράφων αναπαράγονται ευκολότερα.

Η ξενοφοβία στα ελληνικά ΜΜΕ

Σ΄ αυτό το πλαίσιο για να εξετάσει κανείς πώς η προσφυγική κρίση, σε καιρό πανδημίας, αποτυπώνεται στα ελληνικά ΜΜΕ, θα πρέπει να ανιχνεύσει τη στάση που είχαν τα Μέσα στο προσφυγικό ζήτημα πριν να εκδηλωθεί η πανδημία, αλλά και ποιοι ήταν -και είναι- οι άξονες των πολιτικών, που εφαρμόστηκαν στη διαχείριση αυτού του ζητήματος στην Ελλάδα πριν και στη διάρκεια της πανδημίας. Πως δηλαδή ο Covid-19 επηρέασε την κυβερνητική πολιτική έναντι των δικαιούχων διεθνούς προστασίας και τι έγραψαν για αυτήν τα Μέσα.

Στις 31 Οκτωβρίου 2019, ο έλληνας πρωθυπουργός σε συζήτηση στη Βουλή, παρουσιάζοντας το νομοσχέδιο περί Διεθνούς Προστασίας, που καθορίζει το νέο νομικό πλαίσιο για την χορήγηση ασύλου, ενώ εξαγγέλλει σειρά μέτρων για την επιτάχυνση της διαδικασίας παροχής ασύλου, τη μεταφορά των δικαιούχων διεθνούς προστασίας από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου στην ενδοχώρα, και τη διαφάνεια στη διαχείριση των οικονομικών πόρων του προσφυγικού, αρκετές φορές αναφέρεται στους «αληθινούς πρόσφυγες», διότι υπάρχουν και οι άλλοι, η πλειοψηφία, όπως υποστηρίζει, που επιχειρούν να παραπλανήσουν τις ελληνικές αρχές. Ο πρωθυπουργός μεταθέτει έτσι το κέντρο βάρους της πολιτικής ατζέντας στην χώρα μας από το προσφυγικό στο μεταναστευτικό, το οποίο, όπως είναι γνωστό, ως πολιτικό ζήτημα δεν υπόκειται στις ευεργετικές διατάξεις του Δουβλίνο ΙΙ.

Παράλληλα, στην ομιλία του εκείνη, ο πρωθυπουργός, εξαγγέλλει μια «ρεαλιστική πολιτική των ασφαλών συνόρων» και την ταχύτερη επιστροφή όσων δεν δικαιούνται ασύλου στην Τουρκία με βάση τη δήλωση ΕΕ-Τουρκίας του 2016. Τρεις είναι οι λόγοι τους οποίος επικαλείται: πρώτον, την εργαλειοποίηση των φυγάδων από κάποιες χώρες, (εννοούσε προφανώς την Τουρκία) προκειμένου να ασκήσουν πιέσεις για τους δικούς τους γεωπολιτικούς σκοπούς. Δεύτερον, την ψευδαίσθηση, όπως την χαρακτήρισε, της πολιτικής των «ανοικτών συνόρων». Τρίτον, τη δράση των κυκλωμάτων εμπορίας ανθρώπων και τέταρτον, «τη θολή δράση ορισμένων ΜΚΟ».

Από την ομιλία εκείνη, που βασιζόταν στο προεκλογικό πρόγραμμα της ΝΔ, εύκολα εξάγει κανείς το συμπέρασμα ότι η κυβέρνηση χαράσσει μια νέα πολιτική, αυστηρή έναντι όσων φθάνουν στην Ελλάδα. Μια πολιτική που δίνει έμφαση στη φύλαξη των συνόρων σε ξηρά και θάλασσα. Ένα κατ΄ εξοχήν ανθρωπιστικό ζήτημα θα αντιμετωπιζόταν στο εξής κυρίως με όρους απώθησης στα σύνορα και περιορισμού των κριτηρίων που προβλέπει η Συνθήκη Δουβλίνο ΙΙ. Διότι είναι σαφές ότι πολλοί, εκτός από τους Σύρους, κινδύνευαν είτε να μην τους δίνεται πλέον η δυνατότητα να υποβάλλουν αίτηση παροχής ασύλου, είτε με συνοπτικές διαδικασίες να απορρίπτονται οι αιτήσεις τους.

Παρόλα αυτά, την επόμενη μέρα τα περισσότερα ελληνικά κυρίαρχα Μέσα αναπαράγουν τις δηλώσεις του Κ. Μητσοτάκη, τη σύγκρουση επί του θέματος στη Βουλή με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης κ.ά., αλλά δεν υπενθύμισαν το αυτονόητο: οι εστίες πολέμου παραμένουν στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Γάζα, στην Υεμένη, στη Σομαλία, στο Σουδάν, στη Λ.Δ. του Κογκό, και σε πολλές άλλες αφρικανικές χώρες, ενώ τα ανθρώπινα δικαιώματα καταπατούνται σε πολλές άλλες με ολοκληρωτικά ή θεοκρατικά καθεστώτα. Συνεπώς όλοι όσοι προέρχονται από αυτές τις χώρες είναι εν δυνάμει πρόσφυγες και όχι μετανάστες, όπως ισχυρίστηκε ο πρωθυπουργός. Και σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα σε καθένα ξεχωριστά από τους αφιχθέντες οφείλει να παρέχει τη δυνατότητα να υποβάλει αίτηση παροχής ασύλου και όχι να τον αποκλείει από αυτή τη διαδικασία με βάση αυθαίρετα κριτήρια, που αντιβαίνουν διεθνείς Συνθήκες και Συμβάσεις.

Αυτή η στάση της πλειοψηφίας των ελληνικών Μέσων, που αναπαράγουν τον λόγο του κεντρικού πολιτικού προσωπικού, χωρίς να ερευνούν την αληθοφάνειά του, δεν είναι πρωτόγνωρη. Τις τελευταίες δεκαετίες, με λίγες εξαιρέσεις, τηλεοπτικοί σταθμοί, εφημερίδες και ενημερωτικές ιστοσελίδες κρατούν μια στάση σαφώς αρνητική έναντι των προσφύγων και των μεταναστών. Ταυτόχρονα, και εξαιτίας αυτής της στάσης σε μια διαδικασία αλληλοτροφοδότησης μεταξύ τους, και ένα ισχυρό τμήμα της κοινής γνώμης στην Ελλάδα αντιμετωπίζει με εχθρότητα, καχυποψία, φόβο, τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, αυτούς που έχουν φύγει διωγμένοι από τις πατρίδες τους, και όχι γιατί το επέλεξαν. Η παρουσία των προσφύγων στη χώρα μας, σε μια κοινωνία εσωστρεφή και εν πολλοίς συντηρητική, ερμηνεύεται ως απειλή για την ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημογραφική «αλλοίωση», την ευημερία, την ορθόδοξη χριστιανική πίστη, τη δημόσια υγεία. «Θα μας πάρουν τις δουλειές. Θα μας κολλήσουν αρρώστιες» λέγεται. Και τα υποστήριζαν εκείνοι που πρώτοι έσπευσαν να εκμεταλλευτούν παράνομα τους ξένους, το φθηνό εργατικό δυναμικό.

Τα Μέσα, αντί να αναζητήσουν τις αιτίες του προβλήματος και να πιέσουν για να βρεθούν λύσεις, αντί να στιγματίσουν ξενόφοβες και ρατσιστικές συμπεριφορές, αντί να δώσουν φωνή στους κατατρεγμένους, αναπαράγουν άκριτα τις φωνές μισαλλοδοξίας. Γίνονται το «μεγάφωνό» τους με αποτέλεσμα η αναπαράσταση του Άλλου, του ξένου, να προσλάβει καθολικά σαφώς αρνητικά χαρακτηριστικά.

Σε μια μελέτη μου για τον ρατσισμό και την ξενοφοβία στα ελληνικά Μέσα, κατά την περίοδο 1990-2016, αναφέρω ότι τη δεκαετία του ΄90, με την έλευση αλβανών μεταναστών, κυρίως τα τηλεοπτικά δίκτυα, στα «δελτία των οκτώ», δεν χάνουν ευκαιρία για να στιγματίσουν με τον χειρότερο τρόπο απλές παραβατικές συμπεριφορές μιας μειοψηφίας αλλοδαπών, ενώ σχεδόν δικαιολογούν πράξεις αυτοδικίας εναντίον των ξένων. Οι Αλβανοί, στο σύνολό τους, εξαιτίας της ξενόφοβης στερεοτυπικής προσέγγισης των Μέσων, γίνονται συνώνυμο του κλέφτη, του εγκληματία.

Αργότερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου, την περίοδο, που αρχίζουν να καταφθάνουν μαζικά οι πρώτοι πρόσφυγες από το Αφγανιστάν και το Ιράκ, στα Μέσα κυριαρχεί η omerta’, η απόλυτη σιωπή, παρά τις καταγγελίες ΜΚΟ και προσφύγων, για άτυπες επαναπροωθήσεις από το Λιμενικό και κακομεταχειρίσεις, ακόμη και βασανιστήρια μέσα σε αστυνομικά τμήματα. Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, όταν πλέον η μαζική έλευση προσφύγων γίνεται ορατή στα μεγάλα αστικά κέντρα και ακολουθούν οι επιχειρήσεις σκούπα, συντηρητικές εφημερίδες και η πλειοψηφία των καναλιών, τις υποστηρίζουν, αφήνοντας ανοικτό το πεδίο στη Χρυσή Αυγή για να καλλιεργήσει τη ρητορική του μίσους, την οποία επίσης προβάλλει η πλειοψηφία των ελληνικών Μέσων.

Ο ρατσισμός και η ξενοφοβία κυριαρχεί στη δημόσια σφαίρα μέχρι τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Τότε και μόνον τότε παρατηρείται μια σταδιακή στροφή των Μέσων, που ενισχύεται λίγα χρόνια αργότερα για τρεις λόγους. Πρώτον, διότι η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. και η Τοπική Αυτοδιοίκηση επιχειρούν δειλά να εφαρμόσουν σε γενικές γραμμές πολιτικές έναντι των προσφύγων με βάση το Διεθνές Δίκαιο (Δουβλίνο ΙΙ). Και λέω επιχειρούν κατ΄ αρχάς, διότι πέρα από το πρόγραμμα στέγασης «Εστία» για τους αιτούντες άσυλο, η συνολική αντιμετώπιση του προσφυγικού από την τότε κυβέρνηση στερούνταν ενός συνολικού σχεδιασμού, καθώς προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στις εξαγγελίες της για μια φιλική προς τους πρόσφυγες πολιτική και τις δεσμεύσεις της στους κόλπους της ΕΕ, η οποία εφαρμόζει πολιτικές αποτροπής έναντι των δικαιούχων διεθνούς προστασίας. Η δήλωση ΕΕ-Τουρκίας, τον Μάρτιο του 2016, δίνει έμφαση στην ασφάλεια των συνόρων και όχι στην ένταξη των προσφύγων στις χώρες υποδοχής. Στην πραγματικότητα η ΕΕ θέλει να θωρακίσει ακόμη περισσότερο τα εξωτερικά της σύνορα, μετατρέποντας την Τουρκία και την Ελλάδα, ιδιαίτερα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, σε αποθήκες ψυχών. Για τον λόγο αυτό δίνει εκατομμύρια ευρώ και στις δύο χώρες, χωρίς από την άλλη να επιβάλει κυρώσεις έναντι των χωρών-μελών της, που αρνούνται πεισματικά να υποδεχθούν πρόσφυγες (Ουγγαρία του Βίκτορ Όρμπαν, Σλοβενία, Ιταλία επί Ματέο Σαλβίνι, κ.ά.).

Ο δεύτερος λόγος, εξαιτίας του οποίου παρατηρείται, την περίοδο 2015-2016, μια στροφή των Μέσων προς μια θετική κατεύθυνση έναντι της προσφυγικής κρίσης, οφείλεται στο γεγονός ότι η γενική εντύπωση που υπάρχει στην ελληνική κοινή γνώμη είναι ότι η πλειοψηφία των προσφύγων βλέπει την Ελλάδα ως χώρα διέλευσης (transit) και όχι παραμονής. Και τρίτον, γιατί η πλειοψηφία όσων φθάνουν προέρχεται από τη Συρία, μια χώρα με αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την «καθ΄ ημάς Ανατολή» και πληθυσμό με σχετικά υψηλό μορφωτικό επίπεδο. Η χώρα προέλευσης λειτουργεί, δηλαδή, ως καταλύτης για να αλλάξει στάση μια σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης.

Έτσι το αφήγημα στη δημόσια σφαίρα για όσους υποχρεώνονται να αφήσουν τις εστίες τους εκείνη την περίοδο αλλάζει. Με αφορμή τα γεγονότα στην Ειδομένη και πολλές μικρές οδύσσειες στο Αιγαίο (βλ. τη φωτογραφία του Αϊλάν Κούρντι), αναπτύσσεται ένα κίνημα αλληλεγγύης από ΜΚΟ, οργανώσεις, συλλογικότητες, που προσφέρουν υλική και ηθική υποστήριξη στους πρόσφυγες. Το κίνημα αυτό συμπαρασύρει αρκετά Μέσα, τα οποία πολιτικά και ιδεολογικά κινούνται στον χώρο του Κέντρου.

Χαρακτηριστικό είναι ότι η λέξη «λαθρομετανάστης», ένας όρος που απαξιώνει τους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, δίνει τη θέση της στον όρο «πρόσφυγας». Βεβαίως αυτό δεν σημαίνει ότι σταμάτησαν οι φωνές μισαλλοδοξίας στα Μέσα, αλλά και οι φωνές προερχόμενες από τον συντηρητικό και κυρίως τον ακροδεξιό χώρο, που σε κάθε ευκαιρία υπογραμμίζουν αστοχίες, αδυναμίες και λάθη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. Οι κλειστές δομές, τα κέντρα κράτησης τύπου Αμυγδαλέζας, που είχαν δημιουργηθεί το 2012, βάση νομοσχεδίου του τότε υπουργού Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, καταργούνται, αλλά οι καταυλισμοί τύπου Μόριας δεν εγγυούνται ασφαλείς και ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης σε πρόσφυγες και μετανάστες, ούτε την ταχεία διεκπεραίωση των διαδικασιών για να δοθούν, ή να απορριφθούν, οι αιτήσεις παροχής ασύλου.

Αυτή η έστω δειλή αλλαγή στάσης των ελληνικών Μέσων έναντι της προσφυγικής κρίσης μπορεί να μας οδηγήσει σ΄ ένα πρώτο συμπέρασμα: όταν ένα ισχυρό τμήμα της κοινωνίας δείχνει την αλληλεγγύη του στους δικαιούχους διεθνούς προστασίας, όταν δηλαδή η κοινή γνώμη ανοίγει τα μάτιά της και δεν κοιτάζει αποκλειστικά το «εμείς», αλλά και το «αυτοί» (από πού ήρθαν, γιατί ήρθαν, κλπ), όταν βλέπει τη μεγάλη εικόνα για το τι συμβαίνει στον κόσμο και όχι τη μικρή εικόνα του «σπιτιού» της, του «ανάδελφου έθνους», που περιβάλλεται από εχθρούς, και από την άλλη, όταν η πολιτική εξουσία, δεν υιοθετεί στερεοτυπικές προσεγγίσεις και επιχειρεί να εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο, τότε τα Μέσα ακολουθούν το κυρίαρχο ρεύμα της κοινωνίας.

Η αναπαραγωγή στερεότυπων

Τον Ιούλιο του 2019 τη σκυτάλη στη διακυβέρνηση της χώρας αναλαμβάνει η Νέα Δημοκρατία, τον Οκτώβριο ψηφίζεται το νομοσχέδιο που προανέφερα και τον Φεβρουάριο του 2020 εμφανίζεται το πρώτο κρούσμα κορονοϊού στη Θεσσαλονίκη. Μια μόλις μέρα αργότερα, ο πρωθυπουργός, απευθυνόμενος στα μέλη του υπουργικού συμβουλίου δηλώνει: «το μεταναστευτικό αποκτά τώρα μια νέα διάσταση, καθώς στις ροές από την Ελλάδα περιλαμβάνονται άνθρωποι από το Ιράν, όπου είχαμε πολλά κρούσματα κορονοϊού, και πολλοί διερχόμενοι από το Αφγανιστάν». Και διερωτάται πάλι κανείς: όσοι έρχονται από το Ιράν, στο οποίο παραβιάζονται τα ανθρώπινα δικαιώματα κατά κόρον από ένα θεοκρατικό καθεστώς, ή το Αφγανιστάν, όπου οι συγκρούσεις συνεχίζονται, είναι μετανάστες; Γιατί εκ προοιμίου πρέπει να τους στερηθεί το δικαίωμα να υποβάλλουν αιτήσεις παροχής ασύλου; Και δεύτερον, δεδομένου ότι τα ταξίδια από τις χώρες αυτές διαρκούν εβδομάδες και μήνες, μπορεί κανείς βάσιμα να ισχυριστεί ότι ένας Ιρανός που μολύνθηκε από τον Covid-19 στη χώρα του, θα παραμείνει άρρωστος για μήνες; Γιατί, συνεπώς, τα ελληνικά Μέσα αναπαράγουν τις δηλώσεις του πρωθυπουργού, χωρίς να ελέγξουν την αληθοφάνειά τους;

Την ίδια μέρα το Reuters μεταδίδει ότι η Τουρκία ανοίγει τα σύνορά της για να φύγουν οι πρόσφυγες. Είναι σαφές ότι ο πρόεδρος Ερντογάν προσπαθεί να εργαλειοποιήσει την απόγνωση των προσφύγων και να πιέσει πρωτίστως την Ελλάδα και βέβαια στο σύνολό της την ΕΕ. Η Ελλάδα, τότε κλείνει ολωσδιόλου τα σύνορά της, εξαγγέλλει την προσωρινή αναστολή της διαδικασίας ασύλου και αρνείται να διερευνήσει τις καταγγελίες για δολοφονίες δύο τουλάχιστον νεαρών προσφύγων από πυρά, τα οποία, σύμφωνα με μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, προήλθαν από την ελληνική πλευρά. Δεν υπάρχουν νεκροί και οι καταγγελίες, είναι ψευδείς ειδήσεις, προπαγάνδα της Τουρκίας, υποστηρίζει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Και η κυβέρνηση της ΝΔ αρνείται να διερευνήσει το θέμα.

Η κρίση στον Έβρο κρατά πολλές μέρες. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα τα διεθνή Μέσα κρατούν μια επιφυλακτική στάση απέναντι στους ισχυρισμούς Ελλάδας και Τουρκίας. Τα διεθνή Μέσα δίνουν φωνή στους ίδιους τους πρόσφυγες και τους μετανάστες και το σημαντικότερο ερευνούν το όλο θέμα με επιτόπια ρεπορτάζ (New York Times, BBC, κλπ.). Αντίθετα, τα ελληνικά Μέσα, με ελάχιστες πάλι εξαιρέσεις, αναπαράγουν την προπαγάνδα της κυβέρνησης, χωρίς καμία απολύτως διάθεση να ερευνήσουν τους ισχυρισμούς της. Έτσι κάνουν λόγο για «εισβολή μεταναστών» (Καθημερινή), «εισβολή προσφύγων», που καθοδηγούνται από την Άγκυρα, για «ασύμμετρη απειλή (slpress.gr, Πρώτο Θέμα), για «άμαχο πληθυσμό» (ΕΡΤ). Δεν αναφέρουν καν ότι η αναστολή κατάθεσης αίτησης ασύλου παραβιάζει κατάφωρα το Διεθνές Δίκαιο και αποσιωπούν τις τοποθετήσεις ελληνικών και διεθνών οργανισμών και ΜΚΟ (UNHCR, Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Συμβουλίου της Ευρώπης, Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για Πρόσφυγες, Γιατροί Χωρίς Σύνορα), που επισημαίνουν την υπερβολική χρήση βίας και ζητούν την παροχή βοήθειας προς τους εγκλωβισμένους στα ελληνοτουρκικά σύνορα.

Για την πλειοψηφία των ελληνικών Μέσων δεν τίθεται καν θέμα σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των προσφύγων, δεν τίθεται καν θέμα αμφισβήτησης της κυβερνητικής ρητορικής και η όποια αμφισβήτηση, όπως γράφουν και λένε, από τους ΝΥΤ, ή όποιο άλλο διεθνές Μέσο, όχι μόνον εξυπηρετεί την προπαγάνδα των Τούρκων, αλλά και υπαγορεύεται από αυτούς. Αντί να διερευνήσουν τα τεκμήρια που δημοσιεύουν ξένες εφημερίδες, τα απαξιώνουν, ή τα αποσιωπούν, λοιδορώντας τους ξένους δημοσιογράφους.

Όλα υποτάσσονται στο βωμό ενός πολύ στρεβλά εννοούμενου εθνικού συμφέροντος, όπως αυτό ερμηνεύεται από την πολιτική ηγεσία. Μόνον που αυτή η στάση των Μέσων, η καθυπόταξή τους στην όποια κυβέρνηση, μπορεί να οδηγήσει σε επικίνδυνες ατραπούς. Διότι η αλήθεια είναι το πρώτο θύμα ενός πολέμου, αν υποθέσουμε ότι η Ελλάδα βρισκόταν στα πρόθυρα ενός θερμού επεισοδίου με την Τουρκία, όπως έγραψαν ελληνικές εφημερίδες, ή ότι οι πρόσφυγες, όπως ισχυρίζονταν κάποιοι άλλοι, ήταν η εμπροσθοφυλακή των Τούρκων. Ο πατριώτης δημοσιογράφος είναι αυτός που είναι καχύποπτος προς την πολιτική εξουσία οποιαδήποτε στιγμή. Και εδώ μπορούμε να εξάγουμε ένα δεύτερο συμπέρασμα. Τα κυρίαρχα ΜΜΕ μιας χώρας που εμπλέκεται σε μια διαμάχη με μια άλλη χώρα, σχεδόν πάντοτε υποτάσσονται στην προπαγάνδα της πολιτικής εξουσίας (rally ‘round the flag, δηλαδή συστοίχιση με τη σημαία).
Τον Μάρτιο του 2020 ξεκινά το πρώτο lockdown στην Ελλάδα και στα μέσα φθινοπώρου έρχεται το δεύτερο. Σ΄ όλο αυτό το διάστημα ανάλογη στάση σιωπής κρατούν τα περισσότερα ελληνικά Μέσα έναντι ΜΚΟ, που ζητούν από την κυβέρνηση να λάβει άμεσα μέτρα ώστε να προστατευτούν από την πανδημία οι πρόσφυγες και μετανάστες, που παραμένουν εγκλωβισμένοι στη Μόρια και σε άλλες δομές φιλοξενίας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Να δοθούν μάσκες, σαπούνια, είδη υγιεινής, να αποσυμφορηθούν οι καταυλισμοί.

Για άλλη μια φορά τα περισσότερα Μέσα, αντί να πιέσουν προς αυτήν την κατεύθυνση την κυβέρνηση, αντί να ζητήσουν την εφαρμογή του Διεθνούς Δικαίου, διότι έτσι προστατεύεται η δημόσια υγεία, παρουσιάζουν την παραμονή αιτούντων άσυλο στις δομές φιλοξενίας, όπως και σε διαμερίσματα στην Αθήνα ως «βόμβα για τη δημόσια υγεία», ωσάν να ευθύνονται οι ίδιοι οι πρόσφυγες και όχι η κυβέρνηση για τις άθλιες συνθήκες στις οποίες διαβιούν. Παραμένει επίσης ζητούμενο πότε θα εμβολιαστούν. Πόσο μάλλον που οι εμβολιασμοί προϋποθέτουν την καταγραφή των υποψήφιων για εμβολιασμό και την ύπαρξη ενός αριθμού μητρώου (στην Ελλάδα είναι ο ΑΜΚΑ). Την ίδια περίοδο αποσιωπούνται οι άτυπες επαναπροωθήσεις προσφύγων στο Αιγαίο, που απασχολούν τα διεθνή Μέσα, το Ευρωκοινοβούλιο και διεθνείς οργανισμούς, ενώ στη δημόσια σφαίρα πληθαίνουν οι καταγγελίες για τη «λίστα Πέτσα», δηλαδή τα κριτήρια που εφάρμοσε η κυβέρνηση στην κατανομή ενός κονδυλίου προς τα ΜΜΕ για να προβάλλουν τα μέτρα προστασίας εναντίον του Covid-19.

Κοντολογίς, τα Μέσα δεν βλέπουν τα αίτια του προβλήματος, καλύπτουν τις κυβερνητικές ευθύνες, χρησιμοποιούν μια γλώσσα, που στηρίζεται σε ξενοφοβικά στερεότυπα και αποσιωπούν κρίσιμα γεγονότα, που θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές και εκθέτουν διεθνώς την ελληνική κυβέρνηση. Βέβαια το φαινόμενο αυτό της εχθρικής στάσης κυβερνήσεων και Μέσων στη διαχείριση του προσφυγικού εν μέσω πανδημίας δεν παρατηρείται μόνο στην Ελλάδα.

Η «Χάρτα της Ειδομένης»

Το ερώτημα είναι γιατί τα Μέσα χειραγωγούνται τόσο εύκολα από τις κυβερνήσεις; Γιατί αναπαράγουν στερεότυπα και ενίοτε καλλιεργούν τη ρητορική του μίσους; Γιατί παραβιάζουν τον κώδικα δεοντολογίας;

Οι λόγοι είναι πολλοί. Κατ΄ αρχάς ιδιοκτήτες πολλών ΜΜΕ, όπως και δημοσιογράφοι διαπλέκονται με την πολιτική εξουσία. Είναι συνεπώς εύλογο να υποκύπτουν και να αναπαράγουν την κυβερνητική προπαγάνδα. Δεύτερον, όλα τα Μέσα έχουν ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό προσανατολισμό. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, ορισμένα, θέλοντας να κρατήσουν την ανεξαρτησία τους, σέβονται το κοινό τους και τη δεοντολογία, ενώ άλλα εμφανώς εξυπηρετούν πολιτικές και κομματικές σκοπιμότητες. Ο τρίτος λόγος έχει σχέση με την εντυπωσιοθηρική δημοσιογραφία και την εμπορευματοποίηση της ενημέρωσης, που χαρακτηρίζει αρκετά Μέσα σε όλο το πολιτικό φάσμα. Είδηση είναι «ό,τι πουλά», και πουλά αυτό που συνήθως στηρίζεται σε στερεότυπα: οι αλλοδαποί απειλούν τη δημόσια ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία, κλπ. Ο τέταρτος λόγος έχει σχέση με την τάση των περισσότερων Μέσων να αναπαράγουν τον κυρίαρχο πολιτικό λόγο, χωρίς να ερευνούν την αξιοπιστία του. Η ανάγκη για την ταχύτερη μετάδοση ειδήσεων, λόγω του ανταγωνισμού μεταξύ των Μέσων, λειτουργεί σε βάρος της εγκυρότητας. Τα ΜΜΕ αυτά γίνονται έτσι φορείς προπαγάνδας και τα ίδια αναξιόπιστα. Ελάχιστα δίνουν συνέχεια στα θέματα, ερευνώντας τα.

Δεδομένου ότι τα Μέσα ανακατασκευάζουν την πραγματικότητα με βάση ορισμένους κανόνες και η γλώσσα είναι ιδεολογικό εργαλείο, στην προκειμένη περίπτωση τα κυρίαρχα ΜΜΕ αναπαριστούν τον Άλλο, τον πρόσφυγα, τον μετανάστη, τον ξένο, αυτόν που έχει μια άλλη θρησκεία, μια άλλη καταγωγή, μιλά μια άλλη γλώσσα, ως απειλή για την κοινωνική συνοχή, τη δημόσια υγεία, κλπ. Συνεπώς αυτός ο Άλλος, εφόσον επιχειρεί να εισέλθει στην καθημερινότητα των γηγενών βίαια (παράνομη είσοδος στην Ελλάδα), δεν έχει δικαιώματα και πρέπει να αποκλειστεί. Να υπενθυμίσω ότι η (Ενωμένη) Ευρώπη δεν οικοδομήθηκε μόνο στηριζόμενη στις ιδέες του Διαφωτισμού, της Ισότητας, της Αδελφοσύνης, της Δικαιοσύνης, τις κοινές ή σχεδόν κοινές πολιτισμικές αξίες, αλλά έχει ένα βαρύ παρελθόν στην εγκαθίδρυση καθεστώτων αποικιοκρατίας. Ο μαύρος, ο Ασιάτης ήταν ο δούλος, ο διαφορετικός. Ο μουσουλμάνος εξισώνεται με τον ισλαμιστή, τον τρομοκράτη, που θέλει να αφανίσει τον δυτικό πολιτισμό.

Στον αρχέγονο φόβο για τον ξένο, τον Άλλον «πατούν» όσοι επιδιώκουν να δημιουργήσουν μια στερεοτυπική εικόνα για τον «εχθρό», που δεν είναι άλλος από τον νεοαφιχθέντα δικαιούχο διεθνούς προστασίας.

Το ερώτημα είναι εάν μπορούν να αποδομηθούν αυτές οι αναπαραστάσεις, που οδηγούν στη ρητορική του μίσους. Για να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση θεωρώ ότι ένα χρήσιμο εργαλείο για τους δημοσιογράφους είναι η «Χάρτα της Ειδομένης», ένας κώδικας δεοντολογίας, που έχει υιοθετηθεί από την UNHCR, την Ευρωπαϊκή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων, την ΕΣΗΕΜ-Θ, την ΕΣΗΕΘΣΤΕ-Ε, ακαδημαϊκά ιδρύματα, ΜΚΟ για την προσέγγιση θεμάτων που αφορούν ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι οι πρόσφυγες και οι μετανάστες. Και δεύτερον, να δοθεί έμφαση στην έρευνα. Διότι μόνο ο τεκμηριωμένος δημοσιογραφικός λόγος με επίκεντρο το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων μπορεί να αποδομήσει την προπαγάνδα, τον λόγο της πολιτικής εξουσίας.

Ο Παύλος Νεράντζης είναι ερευνητής δημοσιογράφος, παραγωγός ντοκιμαντέρ και συντονιστής του Δικτύου «Χάρτα της Ειδομένης» για το Ινστιτούτο Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

πηγη