Οι χρυσές συμβουλές των «Big Four»

Οι χρυσές συμβουλές των «Big Four»

Σχεδόν μισό δισ. ευρώ τσέπωσαν οι τέσσερις ελεγκτικές εταιρείες σε μια 4ετία από την Ε.Ε. συμβουλεύοντας… διαρθρωτικά την Κομισιόν ακόμη και για θέματα φορολογικής συμμόρφωσης, ενώ ταυτόχρονα καθοδηγούσαν τις πολυεθνικές πώς να φοροδιαφεύγουν!

Την κότα που γεννά τα χρυσά αυγά φαίνεται ότι έχουν βρει στις Βρυξέλλες οι «Big Four», με την αμέριστη βοήθεια και το… κιμπαριλίκι της Κομισιόν. H Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αν και διαθέτει τους απαιτούμενους πόρους για να προσλάβει το κατάλληλο προσωπικό, αναθέτει αυξανόμενα τα τελευταία χρόνια την προπαρασκευή των πολιτικών της σε καίρια πεδία, όπως οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, σε εξωτερικές εταιρείες συμβούλων. Η επιλογή αυτή δεν γεμίζει μόνο τα ταμεία κάποιων εκ των μεγαλύτερων εταιρειών του τομέα με το χρήμα των Ευρωπαίων φορολογουμένων πολιτών, αλλά εγείρει και σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων.

Δημοσίευμα του ιστοχώρου πληροφόρησης για θέματα Ευρωπαϊκής Ενωσης, Euroactiv, αποκάλυψε νωρίτερα αυτήν την εβδομάδα ότι οι 4 μεγαλύτερες εταιρείες ορκωτών λογιστών του κόσμου και συνάμα πάροχοι συμβουλευτικών υπηρεσιών -PwC, KPMG, Deloitte και ΕΥ- γνωστές και ως «Big Four», καρπώθηκαν μεταξύ 2016 και 2019 συμβάσεις συνολικού ύψους 462 εκατομμυρίων ευρώ από ευρωπαϊκά προγράμματα ευθύνης της Κομισιόν. Τα περισσότερα σε αυτήν την τετραετία, 154,84 εκατ. ευρώ, εισέπραξε η KPMG, ενώ ακολούθησαν οι ΕΥ με 121,32, PwC με 93,77 εκατ. ευρώ και Deloitte με 92,28 εκατ. ευρώ.

Μία από τις βασικές πηγές άντλησης ευρωπαϊκών πόρων από τις «Big Four» ήταν το Πρόγραμμα Στήριξης Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων της Επιτροπής, που παρέχει τεχνική υποστήριξη στις χώρες-μέλη για τον σχεδιασμό των μεταρρυθμίσεών τους.

Η στήριξη αυτή παρέχεται είτε μέσω τεχνογνωσίας που έχει η ίδια η Κομισιόν είτε μέσω εμπειρογνωμόνων οι οποίοι προσλαμβάνονται από διεθνείς οργανισμούς, ΜΚΟ και ιδιωτικές εταιρείες.

Το 2017, όταν το πρόγραμμα αυτό ξεκίνησε, από τους «4» συμμετείχε σε αυτό μόνο η ΕΥ αναλαμβάνοντας δύο έργα παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών ύψους 221.820 ευρώ. Ποσό μικρότερο από το 2% των συνολικά 22,5 εκατ. ευρώ που διέθεσε εκείνη η χρονιά το πρόγραμμα σε εξωτερικούς συμβούλους. Αντίθετα, πάνω από το 50% του συνολικού ποσού που διατέθηκε πήγε σε διεθνείς οργανισμούς.

Η συνέχεια ωστόσο ήταν πολύ διαφορετική, καθώς οι «Big Four» είδαν ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις… είχαν ψωμί και όρμησαν. Το 2018 εισέπραξαν έτσι όλες μαζί 11,04 εκατ. ευρώ από τα συνολικά 30,5 εκατ. ευρώ που διέθεσε το πρόγραμμα, ενώ το 2019 -το πιο πρόσφατο έτος για το οποίο υπάρχουν στοιχεία- εισέπραξαν 24,38 εκατ. ευρώ από τα συνολικά 79,4 εκατ. ευρώ που διατέθηκαν αντίστοιχα. Το μερίδιό τους στους συνολικούς πόρους που διέθεσε το πρόγραμμα σε αυτήν τη διετία άγγιξε το 1/3 του συνόλου και όλα δείχνουν ότι θα μεγαλώσει ακόμη περισσότερο στη συνέχεια καθώς η πίτα μεγαλώνει.

Η ΕΚΤ διέθεσε πέρυσι πάνω από 84 εκατ. ευρώ στο πρόγραμμα ενώ εισάγει σύντομα νέο διάδοχο πρόγραμμα, το Technical Support Instrument (Μέσο Τεχνικής Υποστήριξης), εν όψει του νέου πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου. Το ύψος των συνολικών κονδυλίων που θα διατεθούν σε βάθος επταετίας ανέρχεται στα 864 εκατ. ευρώ, δηλαδή περίπου 115 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Η Κομισιόν από την πλευρά της αποδίδει τα μεγάλα ποσά που καρπώνονται οι μεγάλες συμβουλευτικές στην τεχνογνωσία τους η οποία, όπως λέει, είναι η «καλύτερη στον κόσμο και η πλέον κατάλληλη όπου υπάρχει ανάγκη». Ομως οι «Big Four» έχουν ταυτόχρονα πελάτες και εταιρείες του ιδιωτικού τομέα, των οποίων τα συμφέροντα υπηρετούν έναντι αδράς αμοιβής και με αμφιλεγόμενες αρκετές φορές μεθόδους. Ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν οι «Big Four» ως λογιστές επιχειρήσεων απέκρυψαν τα πραγματικά οικονομικά στοιχεία των πελατών τους εμφανίζοντας τους ισολογισμούς τους υγιείς, ενώ άλλες φορές παρείχαν συμβουλές σε αυτές με σκοπό την παράκαμψη της νομοθεσίας. Οι αποκαλύψεις των σκανδάλων Luxleaks, Paradise Papers, Panama Papers κ.λπ. έδειξαν ότι οι «Big Four» είναι οι «αρχιτέκτονες» των σύνθετων σχημάτων της παγκόσμιας φοροαποφυγής που βοηθούν εκατοντάδες πολυεθνικές και χιλιάδες ιδιώτες να φοροδιαφεύγουν.

Η συμμετοχή τους στη χάραξη πολιτικής εγείρει κατά συνέπεια σοβαρό ζήτημα σύγκρουσης συμφερόντων και βλάπτει την εμπιστοσύνη των πολιτών στα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. Η αναζήτηση συμβουλευτικών υπηρεσιών από τέτοιου είδους εταιρείες αποκλειστικά προσανατολισμένες στη βελτιστοποίηση της κερδοφορίας τους και την ευημερία των μετόχων, για ευαίσθητους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως το σύστημα δικαιοσύνης μιας χώρας, η αγορά εργασίας, η αστυνομία, η υγεία ή οι δημόσιες υπηρεσίες είναι άκρως επικίνδυνη.

Η Κομισιόν αντιτείνει ότι οι εξωτερικοί σύμβουλοι δεν είναι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής, ο ρόλος τους είναι καθαρά συμβουλευτικός και ότι όλες οι συμβάσεις τους είναι έπειτα από δημόσιο διαγωνισμό.

Ωστόσο, διάφορες συμβάσεις τελευταίων ετών έχουν δείξει ότι οι σύμβουλοι δεν περιορίζονται μόνο στην έρευνα και τη συγκριτική αξιολόγηση. Η PwC προσλήφθηκε για παράδειγμα το 2019 στην Ιρλανδία για να εργαστεί πάνω στο εποπτικό πλαίσιο των σύνθετων επιχειρήσεων επενδύσεων, κάποιες εκ των οποίων όμως ίσως είναι και πελάτες της. Η PwC κλήθηκε πάλι το 2019 να συμβουλεύσει την κυβέρνηση του Βελγίου για «την ανάπτυξη, τη θέσπιση και την αξιολόγηση του εθνικού πλαισίου φορολογικού ελέγχου, στο πλαίσιο της εφαρμογής της μεταρρύθμισης και του προγράμματος συνεργατικής φορολογικής συμμόρφωσης».

Γέλασαν κι οι πέτρες… της φορολογικής συμμόρφωσης καθώς ο κολοσσός ήταν έως και πριν από κάποια χρόνια ο ιθύνων νους της «μηχανής» φοροδιαφυγής του γειτονικού Λουξεμβούργου που βοήθησε πάνω από 340 πολυεθνικές να μην καταβάλουν τον φόρο που τους αναλογούσε στις άλλες χώρες της Ε.Ε. και στον υπόλοιπο κόσμο.

πηγη