Η βία που θανατώνει τον λόγο

Η βία που θανατώνει τον λόγο

Ο Ιταλός ψυχαναλυτής Μάσιμο Ρεκαλκάτι έχει διδάξει στα Πανεπιστήμια του Μιλάνου, της Πάντοβας, του Μπέργκαμο και του Ουρμπίνο, καθώς και στο Διεθνές Πανεπιστήμιο Menendez Pelayo της Ισπανίας. Σήμερα διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Παβίας και σε Πανεπιστήμιο της Λωζάννης. Στη γλώσσα μας κυκλοφορούν εφτά βιβλία του (έξι από τις εκδόσεις Κέλευθος και ένα από τις εκδόσεις Καστανιώτη). Το ακόλουθο κείμενο του Μάσιμο Ρεκαλκάτι είναι η παρέμβασή του σε Φεστιβάλ Ψυχολογίας, που έγινε τον Απρίλιο του 2018 στο Τορίνο.


Η βία μοιάζει με μια παραίσθηση επειδή μας προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι πραγματώνουμε την επιθυμία μας χωρίς καμία μεσολάβηση, με μια ψυχωτική αμεσότητα. Η βία θα ήθελε να πετύχει τον στόχο της χωρίς να περάσει μέσα από το ευρύ και βασανιστικό κύκλωμα του διαλόγου. Εκεί όπου υπάρχει βία, κάθε μορφή διαλόγου γίνεται πράγματι αδύνατη. Ο λόγος δεν κυκλοφορεί αλλά ταπεινώνεται, καταστέλλεται, ακυρώνεται. Η βία θα ήθελε να καταδείξει όλη τη ρηχότητα και την αβεβαιότητα του λόγου. Θα ήθελε να είναι το σίδερο εναντίον του ανέμου. Πράγμα που δεν αποκλείει το ότι μπορεί να υπάρχει και μια βία που χαρακτηρίζει τον λόγο. Τα λόγια μπορεί να είναι σκληρά και ανελέητα σαν βλήματα. Και σε αυτήν όμως την περίπτωση -όπως και με την παραισθησιογόνο κατάσταση της βίας-, τα λόγια θα ήθελαν να πετύχουν τον στόχο τους αμέσως, χωρίς αντιπαράθεση, χωρίς συνομιλία. Μια προσβολή ή ένα οργισμένο σύνθημα δεν μπορεί να συζητηθούν, παρά μόνο να χρησιμοποιηθούν σαν όπλο.

Δεν βρίσκουμε μήπως εδώ το πιο στοιχειώδες ψυχικό πεδίο από το οποίο αντλεί την προέλευσή της η βία; Θάνατος του Νόμου του λόγου, θάνατος του διαλόγου, θάνατος της σχέσης με τον Αλλο. Οταν φτάνουν στη μετάβαση προς την πράξη της βίας, αυτό συμβαίνει επειδή ο Νόμος του λόγου έχει καταλυθεί. Πρόκειται για ένα γεγονός με το οποίο θα έπρεπε να ασχοληθεί σοβαρά η συζήτηση για την εκπαίδευση. Να διδάσκουμε στα παιδιά μας τον σεβασμό στον Νόμο του λόγου θα έπρεπε να είναι το πρωταρχικό καθήκον κάθε εκπαιδευτικής διαδικασίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρχουν -όπως μας δίδαξε η Ιστορία- διαφορετικές αποκλίσεις της βίας. Η βία των καταπιεστών ή η βία της κοινωνικής ανισότητας δεν μπορούν να εξομοιώνονται με τη βία εκείνων που αντιδρούν σε αυτές. Μολαταύτα, η προσφυγή στη βία συντρίβει πάντα τραυματικά τον Νόμο του λόγου, που είναι ο μόνος Νόμος που καθιστά τη ζωή ανθρώπινη. Ακόμη και όταν -όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τον αντάρτικο πόλεμο εναντίον του φασισμού- η δικαιολογημένη προσφυγή στη βία αποβλέπει στο να αποκαταστήσει το καταργημένο δικαίωμα του λόγου.

Ο Νόμος του λόγου αποκλείει το ενδεχόμενο να υπάρχει μια ολιστική αναπαράσταση της αλήθειας. Η πολλαπλότητα των γλωσσών δεν είναι μόνον ένα πολιτισμικό δεδομένο, αλλά περιγράφει την ύπαρξη διαφορετικών αληθειών ή, αν προτιμάτε, αντανακλά το ότι δεν υπάρχει μία μοναδική Αλήθεια. Τίποτα δεν είναι πιο τρομακτικό από τη βία η οποία πηγάζει από την αξίωση ότι κατέχουμε εξ ολοκλήρου την Αλήθεια. Η βία που τοποθετείται από τη μεριά της Αλήθειας είναι η πηγή κάθε μορφής βαρβαρότητας. Οσο περισσότερο ακλόνητη είναι η πεποίθηση ότι είμαστε από τη μεριά της Αλήθειας τόσο περισσότερο η βίαιη δράση βρίσκει την πλήρη δικαιολόγησή της. Η Αλήθεια γίνεται έτσι -όπως κατέδειξε ο Νίτσε- ένα είδωλο για να το υπηρετούμε με φανατισμό. Η (ιερή) πολεμική κραυγή «Είναι θέλημα Θεού», που όπλιζε το χέρι των σταυροφόρων, ή το μαοϊκό απόφθεγμα -που επαναλάμβανε ο δικός μας εγχώριος εξτρεμισμός στη δεκαετία του 1970- ότι αρκεί να χτυπήσεις έναν για να εκπαιδεύσεις εκατό βαδίζουν παράδοξα προς την ίδια ταυτόσημη κατεύθυνση. Προς ποια κατεύθυνση; Προς μια φονταμενταλιστική κατεύθυνση, μη κοσμική, αν ως κοσμική κουλτούρα εννοούμε -όπως ο Φρόιντ εννοούσε ορίζοντας την ίδια την ψυχανάλυση ως κοσμική- μια διανοητική και ηθική στάση που αγνοεί τις απόλυτες και αθάνατες αλήθειες.

Αν πράγματι η Αλήθεια γράφεται με κεφαλαίο το Α, αν αυτή φαίνεται στα δικά μας μάτια σαν να έχει αποκαλυφθεί εντελώς, αν δεν συνοδεύεται από καμιά αίσθηση του μυστηρίου, δεν υπάρχει πλέον κανένα όριο στην ωμή και βίαιη επιβολή της δικής μας Αλήθειας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η βία χάνει τον παρορμητικό, ανορθολογικό, ασυνεχή χαρακτήρα της, για να ταυτιστεί με μια αυθεντική και συγκεκριμένη κοσμοθεώρηση. Αυτό είναι το σημείο μετάβασης που μεταμορφώνει τη βία σε μια αληθινή λυτρωτική αποστολή. Οι τρομοκράτες που σκότωσαν χωρίς έλεος τον Μόρο το έκαναν για να δώσουν ένα πολιτικο-στρατιωτικό πλήγμα στην καρδιά του κράτους. Μπόρεσαν όμως να το κάνουν μόνο με αφετηρία την πεποίθηση ότι κατέχουν την Αλήθεια σχετικά με αυτό που θα χρησίμευε στη χώρα μας, για να αντισταθεί στις «δυνάμεις της αντίδρασης» και για να φέρει σε πέρας μια αληθινά επαναστατική διαδικασία. Αυτό που όπλισε το χέρι τους είναι το ιδεολογικό και φανατικό πάθος για την Αλήθεια. Η Αλήθεια της Υπόθεσης δεν μπαίνει πράγματι στη δημοκρατική συζήτηση, δεν αποκαλύπτει το αβέβαιο βάθος της, δεν ανέχεται την πολλαπλότητα των γλωσσών, αλλά ταυτίζεται παθιασμένα με μία μόνο σημαία.

Ενώ η πολιτική σύγκρουση δεν εξαλείφει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια του πολιτικού αντιπάλου και ανταγωνιστή, το πνεύμα κάθε φονταμενταλισμού, καθώς στερείται κοσμικής συνείδησης, παραμένει πεισμένο για τη δική του ηθική ανωτερότητα, για το ότι ενσαρκώνει την έκφραση μιας άλλου είδους ανθρωπότητας, για το ότι κατέχει μια Αλήθεια που συμπίπτει τέλεια με τη στράτευση για τη δική του Υπόθεση. Με αυτή την έννοια, η τρομοκρατία εκφράζει την πιο χαρακτηριστική ουσία της φονταμενταλιστικής βίας. Στην εποχή του τρόμου, όλοι γινόμαστε στόχοι των φανατικών της Αλήθειας, επειδή εμείς δεν είμαστε τίποτα σε σύγκριση με την απόλυτη Αλήθεια της Υπόθεσής τους. Γι’ αυτό δεν είναι σπάνιο να βρει κανείς τρομοκράτες που δεν έχουν κανένα συναίσθημα ενοχής. Το χέρι τους καθοδηγείται απευθείας από τον Θεό ή από την Υπόθεση που αυτοί έχουν υπηρετήσει θυσιαστικά.

Δεν θα έπρεπε ποτέ να ξεχνάμε τον σαδομαζοχιστικό πυρήνα της τρομοκρατικής νοοτροπίας: θυσιάζω τη ζωή μου στην Υπόθεση (μαζοχισμός), αλλά αυτή η θυσία μού δίνει το δικαίωμα να κάνω τη ζωή των άλλων ό,τι θέλω (σαδισμός). Ο τρομοκράτης δρα μέσα στην πιο ολική διαφάνεια της Αλήθειας, επειδή θέλει να αποφύγει τον ίλιγγο της αμφιβολίας απέναντι στην Αλήθεια. Διαφορετικά από αυτόν, το κοσμικό πνεύμα της ψυχανάλυσης δείχνει ότι είμαστε όλοι ξένοι προς τους ίδιους τους εαυτούς μας, χωρίς μια δική μας στέγη, χωρίς σχέσεις με μια οικουμενική Αλήθεια, διαιρεμένοι, διασπασμένοι, πάντα απόμακροι από τους ίδιους τους εαυτούς μας. Γι’ αυτό αυτή είναι ένα ισχυρό αντίδοτο στους θρησκευτικούς πολέμους κάθε είδους.

πηγη