Οι ΗΠΑ «δείχνουν τα δόντια τους» σε Κίνα, Ρωσία, Ιράν

Γράφει ο
ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ PhD© Διεθνολόγος-Πολιτικός Επιστήμονας

Η Κίνα θα παραμείνει το σημαντικότερο αντικείμενο της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και κατά τη θητεία της νέας Αμερικανικής διοίκησης υπό τον Πρόεδρο Τζ. Μπάιντεν. Αυτό προκύπτει και από τις 8 προτεραιότητες που έθεσε ο υπ. εξ. των ΗΠΑ Α. Μπλίνκεν για την εξωτερική πολιτική της χώρας του, κατά την πρόσφατη ομιλία του στην επιτροπή εξωτερικών υποθέσεων του Κογκρέσου. Σε αυτές η Κίνα αναφέρεται ονομαστικά και μάλιστα χαρακτηρίζεται ως η μεγαλύτερη γεωπολιτική πρόκληση για τις ΗΠΑ τον 21ο αιώνα. Αντίστοιχα οι άλλες προτεραιότητες που τέθηκαν, είτε επηρεάζουν άμεσα το Σίνο-Αμερικανικό ανταγωνισμό (αντιμετώπιση του Covid-19, υποστήριξη της παγκόσμιας οικονομίας με τρόπο που θα διασφαλίζονται στο μέγιστο βαθμό τα συμφέροντα των ΗΠΑ, προάσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών σύμφωνα με την Αμερικανική αντίληψη, διασφάλιση τεχνολογικής υπεροχής), είτε τον επηρεάζουν έμμεσα (μεταναστευτική πολιτική, κλιματική αλλαγή, συμμαχίες), καθώς επηρεάζουν τη συνολική ισχύ της χώρας και άρα την ικανότητα της να ανταποκριθεί σε αυτόν.

Συνακόλουθα δεν προξενεί έκπληξη η απόφαση της Ουάσιγκτον να εντείνει τις προκλήσεις έναντι του Πεκίνου. Σε αυτή την κατεύθυνση τις προηγούμενες ημέρες η Αμερικανική κυβέρνηση άσκησε έντονη κριτική στην απόφαση της Κινεζικής βουλής να ψηφίσει νέο εκλογικό νομό, ο οποίος περιπλέκει τη διαδικασία εκλογής στα όργανα τοπικής διοίκησης του Χονγκ Κονγκ ανθρώπων που στέκονται επιφυλακτικά απέναντι στη συνεργασία με το Πεκίνο. Αντίστοιχα οι ΗΠΑ μέμφονται την Κίνα για την άρνηση της να επιτρέψει τη σαφή καταδίκη του πραξικοπήματος στην παραδοσιακή της σύμμαχο Μυανμάρ, όπως και την επιβολή κυρώσεων στη στρατιωτική ηγεσία της χώρας, την οποία επιδιώκει το Ηνωμένο Βασίλειο, από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ. Την ίδια στιγμή οι διαδηλώσεις εναντίον του πραξικοπήματος συνεχίζονται στο κράτος της νοτιοανατολικής Ασίας, έχοντας την εμφατική στήριξη ΜΚΟ και ΜΜΕ από την Ευρώπη και την Αμερική, ενώ μεταδίδεται ότι ενισχύεται το αντί-Κινεζικό αίσθημα. Ακόμη πιο εμφατικές όμως είναι οι κινήσεις του Λευκού Οίκου για τον περιορισμό της Κινεζικής επιρροής στην περιοχή του Ινδοειρηνικού. Οι ΗΠΑ με βασικό όχημα τον “τετραμερή διάλογο για την ασφάλεια” (Αυστραλία, Ινδία, Ιαπωνία, ΗΠΑ), σχήμα του οποίου οι ηγέτες συνεδρίασαν την προηγούμενη εβδομάδα, αλλά και τις συμμαχικές τους σχέσεις με παράγοντες όπως η Νότιος Κορέα, με της οποίας τη διπλωματική και στρατιωτική ηγεσία είχαν επίσης πρόσφατα αξιωματούχοι τους επαφές, επιδιώκουν να «κλείσουν» την Κίνα στην Ασιατική ενδοχώρα, ματαιώνοντας τις φιλοδοξίες της Κινεζικής κυβέρνησης στην Ταιβάν, τη νότιο και ανατολική Κινεζική θάλασσα. Μάλιστα αυτή η προσπάθεια φαίνεται να συμβαδίζει και με τη μεταφορά εξελιγμένων οπλικών συστημάτων σε βάσεις των ΗΠΑ στον Ειρηνικό Ωκεανό, ενδεχόμενο που απασχολεί τη στρατιωτική ηγεσία της χώρας.

Την ίδια στιγμή η νέα Αμερικανική διοίκηση δείχνει αποφασισμένη να πιέσει περισσότερο και τη Ρωσία. Η έντονη κριτική που  άσκησε στη Μόσχα για την υπόθεση της δηλητηρίασης του ηγέτη της φιλοδυτικής Ρωσικής αντιπολίτευσης Α. Ναβάλνι, ο εναγκαλισμός της με τη φιλοδυτική αντιπολίτευση της Λευκορωσίας, η οποία επιχειρεί να ανατρέψει την αποδεκτή από τη Ρωσία κυβέρνηση του Α. Λουκασένκο, αλλά και οι συνεχείς αναφορές του Προέδρου Μπάιντεν, του υπ. εξ. Μπλίνκεν και του Γ.Γ. του ΝΑΤΟ Γ. Στόλντεμπεργκ στην αναθεωρητική και επιθετική πολιτική της τελευταίας στη δυτική Ευρασία, φαίνεται να είναι τροχιοδεικτικές για την τακτική που θα ακολουθήσει ο Λευκός Οίκος απέναντι στο Κρεμλίνο το επόμενο διάστημα. Υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να αξιολογηθεί η έναρξη υλοποίησης της κολοσσιαίας στρατιωτικής Νατοϊκής άσκησης “Defender 2021”, η οποία προβλέπει την κινητοποίηση μέχρι τον Ιούνιο 37.000 στρατιωτών (29.000 Αμερικανών και 8.000 από άλλες 36 χώρες) και 33.000 αρμάτων μάχης, τεθωρακισμένων οχημάτων και κοντέινερ (20.000 από τις ΗΠΑ και 13.000 που βρίσκονται ήδη στην Ευρώπη) σε μία περιοχή από τη Βαλτική μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και σε κρίσιμες διαδρομές που συνδέουν την Ασία, την Ευρώπη και την Αφρική. Πρόσθετα από την ίδια σκοπιά πρέπει να ιδωθούν και τα προ μηνός κοινά ναυτικά γυμνάσια ΗΠΑ-Τουρκίας στη Μαύρη Θάλασσα, τα οποία σχολιάστηκαν αρνητικά από υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Μόσχας. Παράλληλα διεθνή ΜΜΕ και αναλυτές καταγράφουν τη συγκέντρωση μεγάλης δύναμης πυρός εκ μέρους του Ουκρανικού στρατού κοντά στις περιοχές που ελέγχονται από τους υποστηριζόμενους από τη Ρωσία Ρωσόφωνους αυτονομιστές, γεγονός που εγείρει υποψίες για μία νέα στρατιωτική αντιπαράθεση στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ. Μάλιστα ήδη γράφεται ότι σημαντικός αριθμός Τουρκικών drone βρίσκεται σε διαδικασία μεταφοράς στην περιοχή για να συμβάλλει τις Ουκρανικές ένοπλες δυνάμεις. Σε αυτό το κλίμα ο χαρακτηρισμός του Ρώσου Πρόεδρου Πούτιν ως φονιά από τον Πρόεδρο Μπάιντεν μόνο επιβαρυντικά μπορεί να λειτουργήσει στις σχέσεις των δύο χωρών

Τέλος η χαλιναγώγηση της επιρροής του Ιράν στη Μέση Ανατολή βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα και της νέας Αμερικανικής ηγεσίας. Η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να ζητά από την Τεχεράνη τον αυτοπεριορισμό της περιφερειακής της επιρροής και του βαλλιστικού της οπλοστασίου. Μάλιστα επιθέσεις φιλικών προς το Ιράν Σιιτικών παραστρατιωτικών ομάδων εναντίον Αμερικανικών στόχων στο Ιράκ, αλλά και η επανεμφάνιση του ISIS στην έρημο και στις παραποτάμιες περιοχές κοντά στα σύνορα Συρίας-Ιράκ, χρησιμοποιούνται για τη διεύρυνση και την αναβάθμιση της Αμερικανικής-Νατοϊκής στρατιωτικής παρουσίας στο Ιράκ και της Αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στη Συρία βόρεια και ανατολικά του ποταμού Ευφράτη. Σε αυτά τα πλαίσια η Μεσοποταμία αναδεικνύεται εκ νέου ως το βασικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στην Αμερικανική κυβέρνηση και την Ισλαμική Δημοκρατία. Ήδη η νέα Αμερικανική ηγεσία δε δίστασε να πλήξει φίλο-Ιρανικές παραστρατιωτικές ομάδες στη Σύροιρακική μεθόριο, ενώ τα διάφορα «επεισόδια» πολλαπλασιάζονται στην περιοχή.

Παράλληλα την προσοχή του Λευκού Οίκου έχουν αποσπάσει τρία επιπλέον ζητήματα, τα οποία έχουν τη δυνατότητα να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό την ισορροπία ισχύος στην Ευρασία και ευρύτερα στον πλανήτη. Το πρώτο αφορά την εξέλιξη της “ειρηνευτικής” διαδικασίας στο Αφγανιστάν, σε μία χώρα όπου η γεωγραφική της θέση, η παρουσία εξτρεμιστικών Ισλαμικών οργανώσεων και ο ρόλος της στην παγκόσμια παραγωγή οπίου, μπορούν να λειτουργήσουν υπονομευτικά προς την επιρροή και τη συνοχή της αναπτυσσόμενης ευρασιατικής συνεννόησης (Κίνα, Ρωσία, Ιράν). Σε αυτά τα πλαίσια η κυβέρνηση του Αφγανιστάν επίσημα δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν ζητήσει από την Τουρκία να φιλοξενήσει διαπραγματεύσεις μεταξύ της ίδιας και των Ταλιμπάν, την ώρα που αντίστοιχες διαπραγματεύσεις εξελίσσονται και υπό την αιγίδα της Ρωσίας. 

Το δεύτερο ζήτημα σχετίζεται με την εξελισσόμενη απόπειρα διευθετήσεων μεταξύ των συμμάχων και εταίρων των ΗΠΑ στην ευρύτερη περιοχή Βαλκάνια-Αν. Μεσόγειος-Μέση Ανατολή, η οποία είναι κρίσιμη από στρατιωτικής, οικονομικής, ενεργειακής και διαμετακομιστικής άποψης και στην οποία οι δυνάμεις της ευρασιατικής συνεννόησης έχουν διευρύνει το αποτύπωμα τους τα τελευταία χρόνια. Η Ουάσιγκτον πιέζει για την επίτευξη συμβιβασμών, οι οποίοι θα επιτρέψουν τη βαθύτερη ενσωμάτωση των εταίρων και συμμάχων τους στους σχεδιασμούς της, «κλείνοντας» τους διαδρόμους περεταίρω διείσδυσης των δυνάμεων της ευρασιατικής συνεννόησης στην περιοχή, αλλά και δημιουργώντας της προϋποθέσεις για την υλοποίηση οικονομικών project συνεκμετάλλευσης προς όφελος του Αμερικανικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό το λόγο η Αμερικανική κυβέρνηση επιμένει να καλεί Ελλάδα και Τουρκία να συνεχίσουν τις διερευνητικές συνομιλίες και να αξιοποιήσουν το πλαίσιο του ΝΑΤΟ για τη διευθέτηση των μεταξύ τους ζητημάτων, υποστηρίζει τη διεξαγωγή άτυπης πενταμερούς διάσκεψης για το Κυπριακό στα τέλη του Απρίλη, διαδικασία που φαίνεται να έχει ισχυρό ρόλο το Ηνωμένο Βασίλειο, διευκολύνει την ισχυροποίηση της νέας προσωρινής κυβέρνησης της Λιβύης, ο νέος Πρωθυπουργός της οποίας Α.Χ. Ντμπαϊμπάχ δήλωσε υπέρ του Τουρκολυβικού μνημονίου, στηρίζει τις “συμφωνίες του Αβραάμ” και την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Αραβικών χωρών και Ισραήλ, επιχειρεί την αναβάθμιση του “φόρουμ της Αν. Μεσογείου για το φυσικό αέριο” και τη δημιουργία «περιφερειακής αγοράς ενέργειας», συνεχίζει να καλεί Κόσσοβο και Σερβία να εξομαλύνουν τις μεταξύ τους σχέσεις.

Το τρίτο ζήτημα δεν είναι άλλο πέρα από τα εμβόλια και γενικότερα τα μέσα διαχείρισης-αντιμετώπισης της πανδημίας του Covid-19. Άλλωστε τα τελευταία έχουν εξελιχτεί σε ένα από τα σημαντικότερα πεδία ανταγωνισμού ανάμεσα στις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, καθώς προσφέρονται για την προβολή ήπιας ισχύος και την απόκτηση γεωπολιτικής επιρροής, αλλά και για την άμεση απόσπαση οικονομικού οφέλους από τις φαρμακευτικές εταιρείες. Μάλιστα χαρακτηριστική ως προς το τελευταίο είναι η επισήμανση του Ρώσου Προέδρου Β. Πούτιν ότι το διακύβευμα στον ανταγωνισμό για τα εμβόλια ανέρχεται στα 100 δις δολάρια! Συνεπώς η Ουάσιγκτον εντείνει τις προσπάθειες της για να διασφαλίσει την επιρροή της στην υγειονομική πολιτική διαφόρων χωρών, αλλά και μεγαλύτερα μερίδια για το Αμερικανικό φαρμακευτικό κεφάλαιο στις διάφορες αγορές. Άλλωστε δε μπορεί παρά να την προβληματίζει το γεγονός ότι ήδη 25 χώρες χρησιμοποιούν Κινέζικά εμβόλια, ενώ άλλες 20 αναμένεται να το πράξουν το επόμενο διάστημα, όπως και ότι πάνω από 42 χώρες έχουν συμφωνήσει με τη Ρωσία για την προμήθεια και την παραγωγή του δικού της εμβολίου. Από αυτή τη σκοπιά οφείλουν να εξεταστούν οι Αμερικανικές πιέσεις προς τη Βραζιλία, ώστε η τελευταία να μην εισάγει το Κινέζικο εμβόλιο, αλλά και προς τον Παναμά, προκειμένου αυτός να μην καλέσει τους Κουβανούς γιατρούς. Αντίστοιχα υπό αυτό το πρίσμα πρέπει να κοιτάξουμε και την έλξη που αισθάνονται οι ΗΠΑ να χαλαρώσουν τις απαγορεύσεις υλικών που είναι απαραίτητα για την παραγωγή εμβολίων προς την Ινδία και να επενδύσουν στη φαρμακευτική βιομηχανία της χώρας, επιχειρώντας ίσως και την εκεί παραγωγή εμβολίων για λογαριασμό Αμερικανικών εταιρειών, με στόχο να εμποδίσουν την περεταίρω Κινεζική διείσδυση στον Ινδοειρηνικό. Οι απαγορεύσεις υλικών απαραίτητων για την παραγωγή εμβολίων αποτελούν σημαντικό στοιχείο της πολιτικής της Ουάσιγκτον, το οποίο σχετίζεται, τόσο με την επιλογή της να δώσει έμφαση στον εμβολιασμό της Αμερικανικής κοινωνίας και άρα τη γρηγορότερη επανεκκίνηση της Αμερικανικής οικονομίας, όσο και στη θωράκιση της θέσης της σε ζητήματα επιστήμης και καινοτομίας.

Ωστόσο η επιλογή της νέας Αμερικανικής διοίκησης να ενισχύσει ή να διατηρήσει τον υπάρχον βαθμό ανταγωνισμού των ΗΠΑ με την Κίνα, τη Ρωσία και το Ιράν συμβαδίζει και με την επιθυμία της να επιτύχει μαζί τους ορισμένες συνεννοήσεις. Μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας δείχνει να έχει το συγκεκριμένο εγχείρημα στο ζήτημα του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, όπου Ουάσιγκτον και Τεχεράνη καταρχάς δηλώνουν ότι επιθυμούν να δώσουν εκ νέου ζωή στη διεθνή συμφωνία του 2015. Μάλιστα η κίνηση της Ουάσιγκτον να αναστείλει την παράδοση πολεμικού υλικού προς το Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας και άλλες μοναρχίες του Περσικού Κόλπου, κατακρίνοντας τη δράση τους στον πόλεμο της Υεμένης και αφαιρώντας παράλληλα το φιλοιρανικό κίνημα των Υεμενητών Χούθι από τη λίστα των τρομοκρατικών οργανώσεων, δείχνει να ευθυγραμμίζεται με αυτό το εγχείρημα. Επίσης η Αμερικανική κυβέρνηση φαίνεται να αποζητά τη διατήρηση των διμερών της ζητημάτων με την Κινεζική κυβέρνηση στα πλαίσια ορισμένων διαδικασιών διαπραγμάτευσης. Μία εξ’ αυτών αναμένεται να λάβει χώρα στο Ανκορατζ της Αλάσκας στις 18 Μάρτη μεταξύ των υπ. εξ. και των συμβούλων εθνικής ασφαλείας των δύο χωρών. Τέλος όσον αφορά τη Ρωσία η διοίκηση Μπάιντεν φαίνεται να εστιάζει στη σύναψη και στην ανανέωση συμφωνιών που σχετίζονται με τον έλεγχο ορισμένων εξοπλισμών, όπως συνέβη με την πρόσφατη επέκταση της συνθήκης “New Start”, στις οποίες μάλιστα ενδιαφέρεται να ρυμουλκήσει και την Κίνα.  

Βάσει όλων των παραπάνω η πολιτική και της νέας Αμερικανικής διοίκησης αναμένεται ότι θα συνεχίσει να συμβάλλει στην αύξηση των εντάσεων και στην κλιμάκωση των ανταγωνισμών ανάμεσα στις ΗΠΑ και τις δυνάμεις της ευρασιατικής συνεννόησης. Παράλληλα όμως περιλαμβάνει διαπραγματεύσεις και συνεννοήσεις μαζί τους, οι οποίες φαίνεται να επιζητούν ένα πλαίσιο για τη συγκράτηση των μεταξύ τους σχέσεων σε λειτουργικά επίπεδα. Μένει να δούμε αν οι μεταβολές στην ισορροπία της ισχύος στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα επιτρέψουν, έστω προσωρινά μόνο, την οικοδόμηση του τελευταίου ή αν θα οδηγήσουν τον πλανήτη σε περισσότερο σκοτεινά και αχαρτογράφητα νερά. 

πηγη