«Μονόδρομος η αντίσταση στα ΜΑΤ»

«Μονόδρομος η αντίσταση στα ΜΑΤ»

ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ (Τάσος Κωστόπουλος)

Οταν ο Μάκης Βορίδης συμβούλευε την εξεγερμένη Κερατέα.

Η καταδίκη της βίας απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχεται δεν αφορά, ως γνωστόν, στην πραγματικότητα παρά μόνο κάποιους ακραίους ειρηνιστές. Για όλους τους υπόλοιπους, η βία διαχωρίζεται συνήθως σε «κακή» και «καλή» – με τη δεύτερη να τιμάται, μεταξύ άλλων, τακτικά στις απανταχού εθνικές επετείους. Σε καιρούς ειρήνης, η βασική διάκριση που συναντάμε στον κρατικό λόγο είναι πάλι αυτή ανάμεσα στη «νόμιμη» και την «παράνομη».

Στον ενάμιση χρόνο της κυβέρνησης του μικρού Μητσοτάκη, κανείς άλλος δεν έχει επικαλεστεί τόσο κατηγορηματικά αυτή την τελευταία διάκριση, ως πηγή νομιμοποίησης της κρατικής καταστολής, όσο ο σημερινός υπουργός Εσωτερικών, Μάκης Βορίδης.

Εμβληματική υπήρξε κυρίως η υπενθύμισή του πως η αστυνομία «ασκεί νόμιμη φυσική βία» με «στοιχεία αναγκαστικότητας» («Σκάι», 13/11/2019), μαζί με τις συμπληρωματικές διευκρινίσεις του που δημοσιεύτηκαν στην επέτειο του Πολυτεχνείου: «Οταν λέμε βία, προφανώς συμπεριλαμβάνουμε και τη χρήση της αστυνομικής ράβδου, που αποτελεί νόμιμο εξοπλισμό της Αστυνομίας, δηλαδή επί το λαϊκότερον το “ξύλο”» («Εθνος», 17/11/2019).

Στην ίδια συνέντευξη, ο τότε υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης φρόντισε να προσδιορίσει σαφώς ποιοι είναι αυτοί που θα γευτούν το επόμενο διάστημα τις περιποιήσεις της αστυνομικής ράβδου, προαναγγέλλοντας ταυτόχρονα την τωρινή κυβερνητική επίθεση κατά των ΑΕΙ: «Κοιτάξτε, τα πράγματα είναι σαφή: η Αριστερά πάντα κινείται στα όρια της νόμιμης διαμαρτυρίας και της εκτροπής της διαμαρτυρίας αυτής σε έκνομες ενέργειες. Πάντα η συζήτηση είναι η ίδια: οι καλοί “πολίτες” ή “φοιτητές” ή “εργαζόμενοι” που δικαίως διαμαρτύρονται για τις κακές πολιτικές των δεξιών κυβερνήσεων και η κακή Αστυνομία που αυθαιρετεί και καταστέλλει. […] Αρκετά με την προπαγάνδα τους, αρκετά με την υποκρισία και τα ψέματά τους. Ο λαός επέλεξε πολιτική, όχι άλλο στην ανομία και στη βία της άκρας Αριστεράς, τα πανεπιστήμιά μας πρέπει να απελευθερωθούν από τις ομάδες των τραμπούκων που για δεκαετίες τα κρατούν υπό ομηρία. Η κυβέρνησή μας έχει εντολή γι’ αυτό, και αυτό θα γίνει».

Ο ισχυρισμός του κ. Βορίδη περί «δεκαετιών ομηρίας» των ελληνικών ΑΕΙ από «ομάδες τραμπούκων» της Αριστεράς μας βάζει βέβαια στον πειρασμό να θυμηθούμε την απόπειρα του ίδιου, ως αρχηγού της Νεολαίας ΕΠΕΝ, ν’ «απελευθερώσει» τη Νομική ανήμερα την 21η Απριλίου 1986, επικεφαλής μιας δεκαπενταριάς (μη φοιτητών) «συναγωνιστών» του οπλισμένων με σιδερογροθιές και στιλέτα, στέλνοντας πέντε αριστερούς φοιτητές της σχολής στο νοσοκομείο. Ας τα θεωρήσουμε όμως αυτά νεανικές ακρότητες, προ πολλού ποινικά και πολιτικά παραγεγραμμένες.

Στο κάστρο της Κερατέας

Στο σημερινό αφιέρωμά μας θ’ ασχοληθούμε με μια πολύ πιο πρόσφατη (και ποιοτικά διαφορετική) ενέργειά του: τις οδηγίες που έδωσε δημόσια πριν από δέκα ακριβώς χρόνια, ως βουλευτής Αττικής του ΛΑΟΣ, προς τους εξεγερμένους κατοίκους της Κερατέας κατά το αποκορύφωμα της μετωπικής αναμέτρησής τους με τις κυβερνητικές προσπάθειες για κατασκευή ΧΥΤΑ δίπλα στην κωμόπολή τους.

Οι οδηγίες αυτές, με τις οποίες δεν έχουμε την παραμικρή διαφωνία, δόθηκαν από τον κ. Βορίδη με τη μορφή συμβουλών κατά την πεντάλεπτη ομιλία του στο έκτακτο δημοτικό συμβούλιο του Δήμου Λαυρεωτικής, την επομένη των πολύωρων κι εξαιρετικά βίαιων οδομαχιών της 8ης Φεβρουαρίου 2011 ανάμεσα στα ΜΑΤ κι εκατοντάδες κατοίκους. Ολόκληρη η ομιλία του αναρτήθηκε τότε –και παραμένει αναρτημένη– στο διαδίκτυο, με αρκετά περιορισμένη ωστόσο θέαση (μόλις 699 επισκέπτες μέχρι τις 18/2/2021). Μια και της άξιζε καλύτερη τύχη, την ανεβάσαμε με καθαρότερο ήχο στον ιστότοπο της «Εφ.Συν».

Για την πληρέστερη κατανόηση του περιεχομένου της, υπενθυμίζουμε επί τροχάδην τα τότε γεγονότα. Η περιοχή Οβριόκαστρο της Κερατέας χωροθετήθηκε ως νέος σκουπιδότοπος του λεκανοπεδίου το 2003· την κατασκευή του ανέλαβε κοινοπραξία τριών εταιρειών, μια από τις οποίες ανήκε κατά 40% στη Eurobank και τον Ομιλο Λασκαρίδη.

Τον Οκτώβριο του 2010 οι υπηρεσίες της Ε.Ε., που χρηματοδοτούσε το έργο, απηύθυναν τελεσίγραφο προς την κυβέρνηση Παπανδρέου για έναρξη των εργασιών μέσα στη χρονιά. Ακολούθησε, τα ξημερώματα της 11ης Δεκεμβρίου 2010, αιφνιδιαστική απόπειρα της ΕΛ.ΑΣ. να καταλάβει τον χώρο του μελλοντικού ΧΥΤΑ, απομακρύνοντας τη φρουρά των κατοίκων που επαγρυπνούσε εκεί, με αποτέλεσμα πολύωρες συγκρούσεις εκατοντάδων κατοίκων με τα ΜΑΤ.

Ηταν η αρχή ενός τετράμηνου πολέμου χαρακωμάτων, με τη λεωφόρο Λαυρίου ν’ αποτελεί επί 128 μερόνυχτα πεδίο αντιπαράθεσης της εξεγερμένης κωμόπολης με τις αστυνομικές δυνάμεις που είχαν σταλεί να την υποτάξουν. Στα δακρυγόνα, τα ρόπαλα και τις θωρακισμένες αντλίες της ΕΛ.ΑΣ., οι κάτοικοι απαντούσαν με πετροπόλεμο, βροχές μολότοφ, φωτοβολίδες και εκτόξευση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών με γκαζάκια. Τελικός απολογισμός της επίσημης καταστολής ήταν 37 συλλήψεις, οι 13 με παραπομπή για κακουργήματα.

Η ανυποχώρητη αντίσταση των κατοίκων ανάγκασε τελικά την κυβέρνηση ν’ αποσύρει στις 18 Απριλίου 2011 τα ΜΑΤ. Η κατάσταση εκτονώθηκε, το έργο εγκαταλείφθηκε, τα τοπικά δικαστήρια το έκριναν παράνομο και η ποινική Δικαιοσύνη κήρυξε αθώους 36 από τους 37 συλληφθέντες· ένας μόνο καταδικάστηκε το 2017 για πλημμελήματα, με τη δικαστική απόφαση να μην έχει ακόμη καν υπογραφεί. Εξίσου αθωωτικά έληξαν και οι αλλεπάλληλες διώξεις της τοπικής δημοτικής αρχής, για «απείθεια», αντίσταση και άλλα αδικήματα.

Η νικηφόρα αυτή αντίσταση έκανε φυσικά να φρίξουν οι παραδοσιακοί υπέρμαχοι της «μηδενικής ανοχής». Αποφαινόμενος ότι βρισκόμαστε μπροστά σε «κανονική εξέγερση με τεχνικές αντάρτικου», ο Αλέξης Παπαχελάς προειδοποίησε λ.χ. από τις στήλες της «Καθημερινής» (2/4/2011) ότι, «αν γίνει αποδεκτό το μοντέλο της Κερατέας ως θεμιτός τρόπος διαμαρτυρίας, η χώρα θα περάσει σε μια άλλη πολύ χειρότερη φάση. Η απειλή ενός πραγματικού εμφυλίου δεν είναι πλέον ανέκδοτο ούτε καταστροφολογική πρόβλεψη ξένων ειδικών», καθώς «υπάρχουν έτοιμα γκρουπούσκουλα που θέλουν να κάνουν την Αθήνα και την Ελλάδα μια ατέλειωτη “Κερατέα” με τη συμμετοχή λαθρομεταναστών, που δεν έχουν τίποτα να χάσουν». Σαν υπεύθυνους για την αρνητική αυτή εξέλιξη υποδείκνυε δε τους «δειλούς και ανάξιους πολιτικούς», που ανέχτηκαν την «παρανομία»· τα ΜΜΕ που «ακολούθησαν την πάγια μεταπολιτευτική τους στάση, υποστηρίζοντας ότι ο διαμαρτυρόμενος έχει πάντα δίκιο» και απευχόμενα την αστυνομική βία· κυρίως, όμως, τον «φόβο ενός νεκρού που παραλύει κάθε φορά την πολιτική και αστυνομική ηγεσία».

«Αντισταθείτε, ό,τι και να συμβεί»

Ας έρθουμε, όμως, στην ομιλία του Βορίδη στο δημοτικό συμβούλιο της Λαυρεωτικής (9/2/2011), την επομένη της κορύφωσης αυτών των συγκρούσεων.

Κατά τη διάρκειά της, ο βουλευτής τότε του ΛΑΟΣ (και οσονούπω της Ν.Δ.) ξεδίπλωσε ένα προφίλ διαμετρικά αντίθετο με τα τωρινά του κηρύγματα περί αδιαμφισβήτητης νομιμότητας της αστυνομικής βίας. Υπέδειξε, αντίθετα, στους κατοίκους της Κερατέας να συνεχίσουν ν’ αντιστέκονται στα ΜΑΤ «ό,τι και να συμβεί», ως «μονόδρομο» για την ευόδωση του δίκαιου αγώνα τους. Θέση την οποία στήριξε με τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα που σήμερα η κυβέρνηση και το κόμμα του καταδικάζουν απερίφραστα σαν υπόθαλψη «έκνομων ενεργειών»:

 Σκιαγράφησε την εκρηκτική κατάσταση που επικρατούσε στην κωμόπολη ως αντικειμενικό φαινόμενο, ειρωνευόμενος σαν «άνευ νοήματος» τις κυβερνητικές κι αστυνομικές αναφορές στη βία των κατοίκων: «Προσπάθησα να επικοινωνήσω με τον υπουργό, για να δούμε αν υπάρχει περιθώριο εκτονώσεως της κατάστασης. Δεν επικοινώνησα με τον υπουργό, επικοινώνησα με τον Αρχηγό [της ΕΛ.ΑΣ]. Του μετέφερα την ανησυχία μου, ότι όλο αυτό μπορεί να εξελιχθεί πάρα πάρα πολύ άσχημα. Θα σας έλεγα σήμερα άσχημα σ’ ένα εθνικό επίπεδο. Αν υπάρξει δηλαδή θύμα στην περιοχή, αυτό δεν θα ’ναι πια ένα ζήτημα της Λαυρεωτικής, δεν θα ’ναι ένα ζήτημα της Ανατολικής Αττικής, δεν θα είναι ένα ζήτημα της περιφέρειας Αττικής, αυτό θα είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα σε εθνικό επίπεδο. Οι απαντήσεις τις οποίες έπαιρνα ήτανε του τύπου “ποιος πέταξε τι” και “γιατί αυτός έριξε εκείνο”, “και τι θα γίνει”, δηλαδή μία συζήτηση η οποία, πώς να σας το πώ… Ητανε μία μη πολιτική συζήτηση, μη στρατηγική συζήτηση, μία συζήτηση, τώρα, “σε πείραξα – με πείραξες”, “σου πέταξα – μου πέταξες”, είναι μία συζήτηση που δεν έχει κανένα νόημα να γίνεται, κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον».

 Πρόβαλε την προληπτική απαγόρευση κάποιων (άσχετων) συναθροίσεων σαν αμάχητο τεκμήριο πως ο κυβερνητικός αυταρχισμός δεν άφηνε πλέον στους κατοίκους κανένα περιθώριο ουσιαστικής διαπραγμάτευσης: «Δυστυχώς, κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει, δήμαρχε, άνθρωπος να μιλήσεις για οτιδήποτε. Να πάτε να τον δείτε τον πρωθυπουργό, να κάνετε ξανά μια προσπάθεια, αλλά στο βαθμό που η θέση της κυβέρνησης είναι αυτή που καταλαβαίνουμε κι έχουμε ακούσει πολλές φορές, Περιφερειακός Σχεδιασμός και δεν καταλαβαίνουμε τίποτα άλλο, δεν υπάρχει πεδίο συνεννοήσεως. Δυο μήνες είναι ένας κόσμος ο οποίος είναι ξεσηκωμένος, δυο μήνες δημιουργείται αυτή η κατάσταση η οποία έχει δημιουργηθεί κι η κυβέρνηση το αντιμετωπίζει απαθώς. Φοβάμαι ότι έχω ακόμη χειρότερα νέα, ως προς τη λογική της κυβερνήσεως. […] Θα σας πω π.χ. ότι σήμερα –και σε λίγο πρέπει να πάω στη Βουλή για το θέμα πια αυτό– κατετέθη ένα έγγραφο που λέει ότι απαγορεύεται, απαγορεύθηκαν προληπτικώς οι συγκεντρώσεις στον Προμαχώνα Σερρών, οι αγροτικές κινητοποιήσεις· προληπτική απαγόρευση! [γέλια στο ακροατήριο· κάποιος λέει «χούντα!»· χειρονομίες και μορφασμοί του ομιλητή] Εχουμε αρχίσει κι επιστρέφουμε σε πράγματα τα οποία είχαν νομίζω ξεχαστεί τελείως. Ετσι; Κι υποτίθεται ότι η δημοκρατία μας τα ’χει ξεπεράσει».

 Αναγόρευσε τη βίαιη παρεμπόδιση των έργων σε βάσιμο λόγο ματαίωσής τους: «Κατά τη γνώμη μου η κυβέρνηση, ειδικά εδώ, είχε έναν ευκολότατο δρόμο απεγκλωβισμού. Αφού το έργο στην ουσία, στην ουσία έχει σταματήσει. Η απάντηση [του υπουργού ΠροΠο] Παπουτσή ότι τα μηχανήματα δεν είναι στα χωράφια εδώθε, είναι στα χωράφια εκείθε, γιατί αυτό λέει, δεν έχει καμία σημασία πολιτικά, για τον απλούστατο λόγο ότι το έργο έχει σταματήσει. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτή η παύσις και δεν μπορείς να συνεχίσεις τις εργασίες, γιατί ρε παιδί μου δεν απεμπλέκεσαι;»

 Προπαγάνδισε σαν αναπόφευκτο μονόδρομο για τους κατοίκους τη συνέχιση της αντίστασής τους, περιγελώντας και καταγγέλλοντας ξανά κάθε μνεία του βίαιου χαρακτήρα αυτής της αντίστασης σαν προσχηματική αποφυγή μιας ουσιαστικής συζήτησης: «Η λογική των ανθρώπων αυτών [=της κυβέρνησης] –τι να σας πω;– εμένα μου είναι τελείως ακατανόητη. Και θεωρώ ότι αυτό είναι που εν τέλει οδηγεί και σε μονόδρομο, αν είναι να το πει τι πρέπει να γίνει, εμένα η άποψή μου είναι ότι όσο μπορεί κανείς, ό,τι να συμβεί, αντιστέκεται· δεν γίνεται τίποτα άλλο. Δυστυχώς! Μακάρι να υπήρχε οποιοδήποτε άλλο πεδίο συνεννόησης! Οποιοδήποτε άλλο! Δεν το βλέπω. Οσες προσπάθειες προσωπικά έχω κάνει να συνεννοηθώ με την κυβέρνηση στην κατεύθυνση –το τονίζω– της εκτόνωσης της κρίσης, έχουνε πέσει όλες μα όλες στο κενό. Είναι σαν να μιλάς σε τοίχο. Ακούς επιχειρήματα του τύπου “ο [ακατάλληπτο] είν’ αυτός” και μετά αρχίζουνε τη συζήτηση αν πετάχτηκε προπάνιο ή δεν πετάχτηκε προπάνιο, τι έγινε με τη φωτοβολίδα η οποία [ακατάλληπτο], “μου ’καψες την καντίνα – δεν σου ’καψα την καντίνα”, αρχίζουν αυτές οι κουβέντες. Η οποία θεωρώ ότι είναι μία τελείως μάταιη συζήτηση. Η μόνη απάντηση είναι αυτό που είπα και την προηγούμενη φορά. Εγώ δεν βλέπω περιθώριο διαλόγου. Εσείς καλά κάνετε να εξαντλείτε τα περιθώρια διαλόγου και να επιδιώκετε το διάλογο και την εκτόνωση της συζήτησης, απλά εγώ νομίζω ότι η έμφαση πρέπει να δοθεί στην αντίσταση του κόσμου, στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό».

● Κατέθεσε, τέλος, την προσωπική διαθεσιμότητά του να συνδράμει τους εξεγερμένους (και) ως δικηγόρος: «Τώρα από τη δική μας την πλευρά, απ’ τη δική μου πλευρά, ό,τι μπορούμε να κάνουμε, να το φέρνουμε στη Βουλή, να το λέμε, να το ξαναλέμε, να πιέζουμε, να πάμε στην Ενωση, να πάμε…, θα τα κάνουμε όλα –έτσι;– και τα κάνουμε όλα. Απλώς να προσθέσω ένα τελευταίο: μέσα σ’ όλα τα οποία εγώ τουλάχιστον προσπαθώ να κάνω, εάν θεωρείτε ότι χρειάζεται και κάποια ανάγκη νομικής στήριξης, θα μου το πείτε. Αυτό βέβαια είναι στην κρίση και των παιδιών –έτσι;– και τη δική σας, ποιον θέλουν να τα υπερασπιστεί πιο καλά· αν θέλετε οτιδήποτε σ’ αυτό το [ακατάλληπτο], μου λέτε κι έρχομαι».

πηγη