ΣΤΟΝ ΣΥΡΙΖΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ: ΑΠΟ ΤΟΝ ΜΑΡΣΑΙ ΣΤΟΝ ΛΕΝΙΝ ΚΑΙ ΑΠΟ ΤΗ ΡΕΝΕ ΣΤΟΝ ΜΗΤΣΟ…




Προ ημερών κάποιος συνεργάτης του Τσίπρα θυμήθηκε τον Ζωρζ Μαρσαί, τον ιστορικό ηγέτη του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο ευρωκομμουνισμός, οι σχέσεις με τη Μόσχα και το Κοινό Πρόγραμμα της Αριστεράς με τους Σοσιαλιστές του Μιττεράν προκαλούσε εντάσεις και διαφωνίες στο εσωτερικό του κόμματος. Στις εκλογές του 1971 τα δυο κόμματα ήρθαν σχεδόν ισοδύναμα (21% ΚΚΓ- 19% ΣΚΓ), με τον Μιτεράν να πανηγυρίζει για την “αποκατάσταση των ισορροπιών στη γαλλική αριστερά”. Και ήταν λογικό αφού μέχρι τότε η αριθμητική υπεροχή των κομμουνιστών έναντι των σοσιαλιστών ήταν καταφανής. Σε μια από τις θυελλώδεις συνεδριάσεις εκείνης της εποχής ο Μαρσαί για να ελέγξει την ένταση που υπήρχε ανάμεσα στις φράξιες του κόμματος και να περάσει τη γραμμή της ηγεσίας είπε στους συντρόφους του: «Δεν είμαστε στρατώνας, αλλά ούτε και μπουρδέλο».

Ο συνεργάτης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης θυμήθηκε το συμβάν όχι με αφορμή τη συζήτηση για «προοδευτική διακυβέρνηση» του ΣΥΡΙΖΑ με το ΚΙΝΑΛ, αλλά για το κείμενο συμπαράστασης στον Δημήτρη Κουφοντίνα που υπέγραψαν 15 στελέχη της Κουμουνδούρου. Και το θυμήθηκε όχι για να επιπλήξει τον Πάνο Λάμπρου και τους άλλους υπογράφοντες, αλλά για περιγράψει εμμέσως την κατάσταση που επικρατεί στον ΣΥΡΙΖΑ. Και κυρίως για να υπενθυμίσει το καθήκον του αρχηγού να επιβάλλει την τάξη στο κόμμα του. Και δεν είναι ο μόνος. Είναι πολλοί οι βουλευτές, τα στελέχη και οι ψηφοφόροι του ΣΥΡΙΖΑ που απορούν με την «μεγαθυμία» του Αλέξη Τσίπρα. «Δεν μπορεί ο καθένας να λέει και να (υπο)γράφει ότι θέλει, χωρίς να υπολογίζει τον αντίκτυπο στην εικόνα του κόμματος. Και ειδικά όταν είναι, όπως ο Λάμπρου, μέλος της Πολιτικής Γραμματείας ή ο Μανιός και η Καββαδία, πρώην βουλευτές και μέλη της Κεντρικής Επιτροπής», μάς λέει βουλευτής που ανήκει στην Ενωτική Κίνηση, την πλειοψηφούσα τάση στον ΣΥΡΙΖΑ.

«Και το πρόβλημα», όπως προσθέτει, «δεν είναι ότι το αξιοποιούν κατά το δοκούν η κυβέρνηση και τα φιλοκυβερνητικά Μήντια για να μάς εκθέσουν στα μάτια των πολιτών δήθεν για σχέση με την τρομοκρατία, που δεν είναι αληθές. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι δημιουργείται στην κοινωνία η εντύπωση ότι ο Αλέξης είναι άτολμος ακόμη και έναντι κάποιων αφελών ή και ιδεοληπτικών, οι οποίοι δεν καταλαβαίνουν ότι πολιτική αντιπαράθεση με την κυβερνητική και κρατική εξουσία δεν κάνεις με συναισθήματα». Και είναι άτολμος επειδή το περιβάλλον του διαδίδει ότι εκνευρίστηκε με τους 15. Οι αρχηγοί δεν δηλώνουν τον εκνευρισμό τους, επιβάλλουν τη βούλησή τους εφόσον διαφωνούν και θεωρούν ότι συμπεριφορές και ενέργειες βλάπτουν το κόμμα, για το οποίο οι ίδιοι έχουν, πρωτίστως, την ευθύνη εύρυθμης λειτουργίας και πολιτικής ενότητας. Καλείς τους …αόμματους στη γραμμή του κόμματος και τους λες: «Αυτή είναι η θέση μας. Αν σύντροφε Πάνο Λάμπρου δεν σου αρέσει παραιτήσου από την Πολιτική Γραμματεία, μείνε απλό μέλος και συμπεριφέρσου ανάλογα με τις ευαισθησίες σου». Όσο ο Αλέξης δεν το κάνει, και αφήνει τα τρένα να περνούν παρατηρώντας τα, βλάπτει και τον εαυτό του και το κόμμα του.

Η ατολμία του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε περιόδους κρίσης, όπως αυτή που ζούμε με την πανδημία, εξ αντανακλάσεως ενισχύει, σε ηγετικό προφίλ, τον βασικό του αντίπαλο, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος εμφανίζεται να μην έχει αντιστάσεις στη διοίκηση της κυβέρνησης και το κόμματος του. Επιπροσθέτως, η ατολμία (κάποιος από την προεδρική ομάδα την χαρακτηρίζει «ανεξήγητο δημοκρατικισμό» αν και κάποιοι άλλοι έχουν τη γνώμη ότι ο Αλέξης αφήνει τα πράγματα χαλαρά επειδή μέσα από τη φαγωμάρα των άλλων ευνοείται ο ίδιος) του Τσίπρα σε συνδυασμό με τα ισχυρά ρεύματα (Ομπρέλα, ΡΕΝΕ, Γέφυρα, Ενωτική Κίνηση κ.α) που δέρνουν το τελευταίο 20μερο την Κουμουνδούρου, συνθέτουν μια εικόνα Βαβέλ, που απωθεί τους ψηφοφόρους, ενώ δημιουργεί και ρωγμές στην ενότητα του κόμματος. Μπορεί στον ΣΥΡΙΖΑ να υποστηρίζουν ότι «οι διαφορετικές πολιτικές πλατφόρμες και οι ιδεολογικές διαφωνίες αποτελούν υγεία για ένα κόμμα και ιδιαίτερα της αριστεράς», η πικρή όμως αλήθεια είναι ότι τους πολίτες, των οποίων την ψήφο θέλουν να κερδίσουν για να επανέλθουν στην εξουσία, δεν τους ενδιαφέρει ποιός ή ποιά ομάδα έχει μεγαλύτερη ισχύ στο κόμμα, αλλά ποιός και με ποιό τρόπο θα τους βοηθήσει να λύσουν τα πολύ σοβαρά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα -συν βεβαίως τα ιατρικά- που δημιούργησε η πανδημία του covid-19.

Οι πολίτες δεν θέλουν να τους τα κάνεις «πενηνταράκια», όπως αρέσκεται να λέει ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, αλλά να καταλάβουν τα τρία τέσσερα βασικά πράγματα που θα κάνεις γι’ αυτούς. Ο Μητσοτάκης, όπως ορθά μάς επισημαίνει συνομιλητής του Αλέξη Τσίπρα, δεν κέρδισε τις εκλογές επειδή οι ψηφοφόροι διάβασαν όλες τις λεπτομέρειες, τα «πενηνταράκια», του προγράμματος της ΝΔ, αλλά γιατί τους εκτυπώθηκαν πέντε πράγματα: μείωση φόρων, επενδύσεις, ανάπτυξη, στήριξη της μεσαίας τάξης, αξιοκρατία. Και αντίστροφα ο ΣΥΡΙΖΑ έχασε λόγω της υπερφορολόγησης, ειδικά της μεσαίας τάξης, του νόμου Κατρούγκαλου για ασφάλιση – συντάξεις και ένεκα των Πρεσπών. Απλά πράγματα. Τα «πενηνταράκια» είναι καλά για εσωκομματικές διαφωνίες και καταστροφικά για ευρύτερες λαϊκές συναινέσεις. Στην Κουμουνδούρου αν δεν αποφασίσουν ποιά είναι η προτεραιότητά τους δεν πρόκειται να σηκώσουν (δημοσκοπικά, πολιτικά, εκλογικά) κεφάλι. Εκτός κι αν δεν τους ενδιαφέρει. Εκτός κι αν ορισμένοι δεν πιστεύουν στις πολιτικές πλειοψηφίες ούτε στην αυτοδυναμία και βολεύονται με το ρόλο του δεύτερου κόμματος. Ενδεχομένως να είναι και έτσι, αν πιστέψουμε τα όσα δηλητηριώδη λένε στα παρασκήνια οι «ενωτικοί» για τους «ομπρελοποιούς».

Σε κάθε περίπτωση, «τους πολίτες τους ενδιαφέρει η υγεία τους, η δουλειά τους, η σύνταξή τους, η ασφάλεια τους, το μέλλον των παιδιών τους, η κλιματική αλλαγή, η ηρεμία με την Τουρκία και σειρά άλλων ζωτικών προβλημάτων, δεν τους ενδιαφέρουν τα προβλήματα και οι αγωνίες του Τσακαλώτου, του Παππά, του Κοτσακά, του Βίτσα και του Μπίστη για το αν ο ΣΥΡΙΖΑ θα είναι κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς ή της αριστερής σοσιαλδημοκρατίας», μάς λέει μέλος του Πολιτικού Συμβουλίου, που προέρχεται από το χώρο του ΠΑΣΟΚ και το οποίο έχει απηυδήσει με όσα γίνονται στην Κουμουνδούρου, ενώ έχει μεταφέρει τον προβληματισμό του και στον Αλέξη Τσίπρα. Το πρόβλημα πολιτικής ενότητας είναι ολοφάνερο στον ΣΥΡΙΖΑ. Και πιθανολογείται ότι το επόμενο διάστημα θα οξυνθεί λόγω και των εσωκομματικών εκλογών για την ανάδειξη νέων νομαρχιακών οργάνων και των συζητήσεων που ξεκινούν από αυτή την εβδομάδα στο Πολιτικό Συμβούλιο για το Πρόγραμμα. Προφανώς, αυτός είναι και ο λόγος που ορισμένοι εισηγούνται στον Αλέξη Τσίπρα να θέσει χρονικό όριο στην ολοκλήρωση των οργανωτικών διαδικασιών. «Όσο οι ζυμώσεις τραβάνε σε μάκρος τόσο αναπτύσσονται οι αντιθέσεις και μεγαλώνουν τα ρήγματα στην κομματική βάση και την ηγεσία», μάς λέει ιστορικό στέλεχος της ανανεωτικής αριστεράς.

Πάντως, πέραν της απουσίας πολιτικής ενότητας είναι αρκετοί αυτοί οι οποίοι υποστηρίζουν ότι η βαθύτερη αιτία των προβλημάτων του ΣΥΡΙΖΑ είναι η στρατηγική αμηχανία για το τι ακριβώς θέλουν: «Να γίνουν ένα μεγάλο κυβερνητικό κόμμα, προοδευτικό, το ένα από τα δύο στο παιχνίδι του δικομματισμού ή να διεξαγάγουν αντικαπιταλιστικό αγώνα και στο όνομα του Μαρξ να ανατρέψουν το αστικό σύστημα;». Η στρατηγική αμηχανία, ως είναι φυσικό, αφήνει …όλα τα λουλούδια ν’ ανθίσουν, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συμφωνήσουν στην πολιτική γραμμή, τις προτεραιότητες και τις συμμαχίες της Κουμουνδούρου. «Δεν μπορείς να λες ψηφίστε με για να συνεργαστώ με τον Βαρουφάκη ή την Φώφη. Δεν μπορείς να βάζεις το άλογο μπροστά από το κάρο. Πρώτα προσπαθείς να κερδίσεις τις εκλογές και μετά, αν δεν υπάρχει κυβερνητική πλειοψηφία, συζητάς για τις συνεργασίες», αποφαίνεται πρώην υπουργός.

Κατ’ επέκτασιν, οι διαφωνίες πρέπει να είναι για τη στρατηγική επικράτησης στις εκλογές και όχι για το αν είναι καλύτερα με τον Κουτσούμπα ή με τον Παπανδρέου. Ούτε, ψηφίστε με για να νικήσει η αριστερά την δεξιά. Το σωστό είναι: Ψηφίστε με για να κυβερνήσω. Ψηφίστε με για να φύγει η κυβέρνηση επειδή είναι έτσι, είναι αλλοιώς, είναι κακή, μάς καταστρέφει, πίνει το αίμα του λαού με το μπουρί της σόμπας, είναι μειοδότες, είναι, είναι… Ψηφίστε με για να κάνω αυτό, αυτό κι αυτό. Για να λύσω με αυτό τον τρόπο, αυτά τα προβλήματα. Αυτό είναι το πρόγραμμα μου, σ’ αυτές τις δυνάμεις της κοινωνίας απευθύνομαι και αυτές είναι οι προτεραιότητες μου για τη χώρα. Απλά πράγματα, αλφαβήτα της πολιτικής, την οποίαν στον ΣΥΡΙΖΑ ακόμη να την μάθουν, παρότι κυβέρνησαν τη χώρα για πέντε χρόνια. Η αξιωματική αντιπολίτευση χρειάζεται εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης και όχι μανιφέστα για την εναλλακτική, την πληθυντική και την άλλη αριστερά. Στοιχειώδες Γιουκλίντις, στοιχειώδες.

Όπως στοιχειώδες -και σωστό- είναι ότι η «η θεωρία του σάπιου φρούτου» -που σύμφωνα με τους «ομπρελοποιούς» έχουν υιοθετήσει ο Τσίπρας και η προεδρική ομάδα- δεν είναι αποτελεσματική. Όχι μόνο για να υπάρξει κυβερνητική αλλαγή, αλλά και για να αναδημιουργηθεί, όπως μάς επισημαίνει με δηκτικό τρόπο στέλεχος της Ομπρέλας «η μεγάλη Δημοκρατική και Προοδευτική Παράταξη, στην οποίαν ομνύουν ο Τσίπρας, ο Παππάς, ο Φλαμπουράρης, ο Σπίρτζης και οι λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις της ήσυχης κεντροαριστεράς».

Όσο στην αξιωματική αντιπολίτευση δεν κατανοούν τι απλές αυτές αλήθειες είναι λογικό να χαντακώνονται και ορισμένες πράγματι αξιόλογες πρωτοβουλίες και προτάσεις της Κουμουνδούρου. Οι τέσσερεις προτάσεις για την οικονομία, που κατέθεσε την προηγούμενη εβδομάδα ο Αλέξης Τσίπρας, πνίγηκαν αρχικά στα ρε(ύ)ματα που ξεχείλισαν στην Κουμουνδούρου, στη συνέχεια από τους «φίλους του Κουφοντίνα» και ενδιαμέσως από τον καυγά Πολλάκη – Τσακαλώτου για το αν «γ@μης@ν ή όχι τη μεσαία τάξη όταν ήταν στην κυβέρνηση. Το ίδιο και με την επέκταση των 12 μιλίων στο Ιόνιο και νότια και ανατολικά της Κρήτης. Όταν η ΝΔ ήταν αντιπολίτευση απειλούσε τον ΣΥΡΙΖΑ να μην επεκτείνει στο Ιόνιο τα 12 μίλια επειδή θα θεωρηθεί ότι απεμπολείται το δικαίωμα στο Αιγαίο και κατά συνέπεια ο Τσίπρας και οι υπουργοί του θα κατηγορηθούν για μειοδοσία. Τώρα το κάνει η ίδια. Και ευτυχώς για τη χώρα ο ΣΥΡΙΖΑ επιδεικνύει μετριοπάθεια και δεν υιοθετεί εμπρηστική φρασεολογία, όπως η ΝΔ στο Μακεδονικό.

Το ίδιο και με την Κρήτη. Όταν πρότεινε ο Τσίπρας την επέκταση των χωρικών υδάτων νότια και ανατολικά της Κρήτης, ως απάντηση στις έρευνες του Ούρουτς Ρέϊς, είπαν ότι είναι τυχοδιώκτης. Τώρα το εξαγγέλει η κυβέρνηση, ως πράξη εθνικής υπερηφάνειας! Δυστυχώς, για τον Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ ακόμη και οι σοβαρές και αξιέπαινες προτάσεις και πρωτοβουλίες του χάνονται στην τύρβη του εσωκομματικού πολέμου. Σίγουρα, για να συμβεί αυτό βάζει το χεράκι της και η κυβέρνηση και τα φιλοκυβερνητικά Μήντια. Όμως έτσι είναι η πολιτική και οι σχέσεις κυριαρχίας. Και δεν χρειάζεται ορισμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ να κάνουν τις μωρές παρθένες. Και αυτή η κυβέρνηση, όπως και του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και οι προηγούμενες κάνουν αυτό που τους ωφελεί και ταυτόχρονα βλάπτει την αντιπολίτευση.

Πιθανότατα, το ίδιο θα συμβεί και με την πρόταση για το ιδιωτικό και δημόσιο χρέος, που κατ’ εντολήν του Τσίπρα ανέλαβαν να καταρτίσουν η Έφη Αχτσιόγλου και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος προκειμένου να κατατεθεί για διαβούλευση και αποφάσεις στα ευρωπαϊκά όργανα. Η πανδημία μεταξύ των άλλων παρενεργειών έχει διογκώσει τα χρέη ιδιωτών, επιχειρήσεων, κρατών. Σύμφωνα λοιπόν με τον Αλέξη Τσίπρα, πέραν του Ταμείου Ανάκαμψης και των άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων, απαιτείται και πανευρωπαϊκή πολιτική για ρύθμιση των χρεών που δημιούργησε ο κορονοϊός. Όχι με τη λογική της διαγραφής, και μάλιστα μονομερώς, όπως προπαγάνδιζε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2015, αλλά με διευκολύνσεις, επιμήκυνση, και μερικό κούρεμα. Στην Κουμουνδούρου αντί λοιπόν να παίζουν τις «κουμπάρες» θα ήταν καλό όλοι να ρίξουν όλες τους τις δυνάμεις στην προπαγάνδιση και την προώθηση τέτοιων προτάσεων, που ενδιαφέρουν πράγματι τους πολίτες και είναι επ’ ωφελεία των εργαζομένων, των επιχειρηματιών και του κράτους. Μόνον έτσι θα γυρίσουν υπέρ τους το κλίμα. Μόνον έτσι οι ψηφοφόροι θα τους ακούσουν.

Όσο πολώνουν την κοινωνία μόνο για τα δικαιώματα, ως προνόμιο δήθεν της αριστεράς, τόσο ενισχύουν την ενότητα της δεξιάς, ενώ βαθαίνουν και τα ρήγματα με τους μετριοπαθείς και συντηρητικούς κεντρώους, που διαχρονικά είναι η ζυγαριά για το εκλογικό αποτέλεσμα. Η ιδεολογική πόλωση είναι λάθος. Αντίθετα η προγραμματική ευνοεί την συσπείρωση των δυνάμεων. Η αστυνομία στα πανεπιστήμια και τα δικαιώματα των κρατουμένων μπορεί να είναι -και είναι-σοβαρές υποθέσεις όμως δεν προσφέρονται για γενικότερη πόλωση. Για να δημιουργηθεί ευρύτερο αντικυβερνητικό μπλοκ χρειάζεται πόλωση στα εθνικά, στα εργασιακά, τα ασφαλιστικά, την οικονομία. Σαφώς και στα θέματα των ατομικών ελευθεριών και των δημοκρατικών δικαιωμάτων. Όμως χωρίς τα προηγούμενα, σε περιόδους ήσυχου κοινοβουλευτισμού και δεξιάς ηγεμονίας, τόσο στην κυβέρνηση όσο και στην κοινωνία, οι «δικαιωματιστές» δεν αρκούν για να ανατραπεί ο συσχετισμός δύναμης και να υπάρξει πολιτική αλλαγή.

Και όπως υποστηρίζει παλαιός και έμπειρος κοινοβουλευτικός «ο ΣΥΡΙΖΑ αν δεν θέλει να χάσει το τρένο θα πρέπει να βιαστεί στην αλλαγή του προσώπου του». Και το κυριότερο: Δεν μπορεί ο Τσίπρας να στριμώχνεται ανάμεσα στην ΡΕΝΕ και τον Μήτσο (Κουφοντίνα) αντί να ανοίξει τις πόρτες και τα παράθυρα του κόμματός του να μπει φρέσκος αέρας. Από την κοινωνία. Όχι μόνον επειδή μπορεί να …πλευριτώσει από τα «ρεύματα», αλλά γιατί δεν έχει και την πολυτέλεια του χρόνου. Η εξομάλυνση όσον αφορά τα εμβόλια είναι, όπως λέγεται, υπόθεση δύο τριών μηνών. Μετά ο Μητσοτάκης θα ασχοληθεί με την οικονομία. Και θα πει: «όπως σας έβγαλα με τις λιγότερες δυνατές απώλειες από κορονοϊό έτσι θα σας βγάλω και από την τελματωμένη οικονομία. Εμπιστευτείτε με». Είτε για να κάνει εκλογές. Είτε για να εξαντλήσει την τετραετία, αν δει ότι ο τουρισμός πάει καλά και η κοινοτική βοήθεια έρχεται απρόσκοπτα μετά το καλοκαίρι.

Η εικόνα ότι ο ένας ασχολείται με τα προβλήματα της κοινωνίας και ο άλλος με τα προβλήματα του Σκορίνη, του Λιάκου και της Καλαμαρά είναι προφανές ποιόν ευνοεί και σε ποιόν θέτει, με επιτακτικό τρόπο, το ερώτημα: «Τι να κάνω». Και ο μόνος που δεν μπορεί να του δώσει απάντηση είναι ο Λένιν. Όχι γιατί το δικό του ερώτημα ήταν διατυπωμένο στον πληθυντικό, αλλά γιατί από τότε έχει περάσει περισσότερο από ένας αιώνας. Και το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού δεν είναι ο ιμπεριαλισμός, αλλά ο ψηφιακός κόσμος και η μοναξιά του ανθρώπου σ’ αυτόν…

πηγη