Το τριπλό πλήγμα – Σε ζόμπι εξελίσσεται η ελληνική οικονομία

Λυγερός Σταύρος

Λυγερός Σταύρος28 Δεκεμβρίου

Από την εποχή των Μνημονίων, η ελληνική οικονομία ήταν υποχρεωμένη μέχρι το 2022 να παράγει πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ και στη συνέχεια, μέχρι το 2060, 2,2%. Η πανδημία ανέστειλε την εκπλήρωση αυτής της ελληνικής υποχρέωσης, όπως και άλλες γενικές δημοσιονομικές υποχρεώσεις όλων των κρατών-μελών. Η «ανάσα» αυτή, ωστόσο, είναι πανάκριβη, αφού τα lockdown έχουν γονατίσει όλες τις ευρωπαϊκές οικονομίες.

Αυτό ισχύει περισσότερο για την ελληνική, η οποία είναι ευάλωτη. Οι πόροι από το Ταμείο Ανάκαμψης είναι αναμφίβολα σημαντικοί και υπό προϋποθέσεις μπορούν να λειτουργήσουν ως ευκαιρία. Υπάρχουν, όμως, μεγάλες αμφιβολίες για την ικανότητα της κυβέρνησης και του κράτους ευρύτερα να διοχετεύσει τους πόρους εκεί που πραγματικά θα τροφοδοτήσουν μία αναπτυξιακή δυναμική. Είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο να διοχετευθούν σε λάθος κατεύθυνση είτε λόγω των οδηγιών της ΕΕ, που είναι προσαρμοσμένες στις γερμανικές εξαγωγικές ανάγκες, είτε λόγω της διαπλοκής με εγχώριους ολιγάρχες.

Οι δεσμεύσεις, όμως, θα επιστρέψουν όταν η πανδημία θα έχει υποχωρήσει. Και θα βρουν την οικονομία στα γόνατα. Ειδικά τη μικρομεσαία θάλασσα που αποτελεί τον κορμό της ελληνικής κοινωνίας. Μετά τα μαζικά λουκέτα που προκάλεσε η μνημονιακή περίοδος ο κορονοϊός αναμένεται να εξοντώσει και δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες χιλιάδων μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ειδικά στους κλάδους της εστίασης και του λιανεμπορίου, οι οποίοι συγκριτικά επλήγησαν περισσότερο.

Η έλλειψη ρευστότητας είχε καταντήσει ενδημικό φαινόμενο από τη μνημονιακή εποχή και επιτάθηκε από την αφαίμαξη που είχε επιβάλει η κυβέρνηση Τσίπρα ειδικά στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα μεταξύ των άλλων και για να χρηματοδοτήσει την επιδοματική πολιτική της προς τα φτωχά στρώματα. Τα lockdown θα είναι η χαριστική βολή για πολλές τέτοιες επιχειρήσεις, αλλά θα μετατρέψει και πολλές ακόμα σε ζόμπι, με την έννοια ότι δεν θα τους αφήσει περιθώρια να ξανασταθούν στα πόδια τους.

Στο χείλος του γκρεμού

Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της ΕΕ, το 2019 το 22,2% των Ελλήνων επιβίωνε σε συνθήκες ένδειας. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που οι ληξιπρόθεσμες οφειλές των φορολογουμένων προς το δημόσιο αυξάνονταν με υψηλό ρυθμό. Σ’ αυτό πρέπει να προσθέσουμε και τις αυξανόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τα ασφαλιστικά ταμεία και τις τράπεζες. Τα κόκκινα δάνεια έχουν πλέον καταστεί καρκίνος για το τραπεζικό σύστημα.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας μεγάλος αριθμός νοικοκυριών και επιχειρήσεων αδυνατεί να ανταποκριθεί στις κάθε είδους υποχρεώσεις τους. Οι κατασχέσεις καταθέσεων σε λογαριασμούς και η δρομολόγηση των πλειστηριασμών ακίνητης περιουσίας ήταν ισχυρότατο μέσο πίεσης προς τους οφειλέτες. Το γεγονός ότι τελικώς πραγματοποιούνταν και κατασχέσεις και πλειστηριασμοί είναι η ατράνταχτη απόδειξη ότι ολοένα και περισσότεροι πολίτες έπεφταν στον γκρεμό και δεν ήταν κακοπληρωτές. Το γεγονός ότι υπάρχουν και τέτοιοι δεν σημαίνει πως θα μετατρέψουμε την εξαίρεση σε κανόνα.

Πολλά είναι τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, λοιπόν, που βρίσκονταν στο χείλος του γκρεμού. Εξαντλούσαν όλα τα περιθώρια για να ανταποκρίνονται με τα δόντια στις υποχρεώσεις τους, αλλά αρκετά δεν τα κατάφερναν. Την ίδια ώρα, μεγάλες υγιείς επιχειρήσεις εγκατέλειπαν την Ελλάδα σε αναζήτηση φτηνότερης χρηματοδότησης, αλλά και για να αποφύγουν τις επιπτώσεις από την αβεβαιότητα, η οποία συνέχιζε να αιωρείται πάνω από την ελληνική οικονομία. Αβεβαιότητα, η οποία λειτουργούσε ως πρόσθετο αντικίνητρο για νέες άμεσες ξένες παραγωγικές επενδύσεις, αλλά και για επιχειρηματικές πρωτοβουλίες από νέους επιστήμονες.

Η αλλαγή κυβέρνησης

Η κυβερνητική αλλαγή τον Ιούλιο 2019 δεν άλλαξε ουσιαστικά την κατάσταση παρά την αντίθετη ρητορική της «γαλάζιας» κυβέρνησης. Μέχρι να ενσκήψει ο κορονοϊός, ο Μητσοτάκης βρισκόταν στο τιμόνι της χώρας για περίπου οκτώ μήνες. Ο χρόνος δεν είναι μεγάλος, αλλά ούτε και μικρός. Το σημαντικό είναι ότι δεν είχαν καν διαφανεί σ’ αυτό το διάστημα σημάδια ότι η οικονομία εισέρχεται σε φάση ανάκαμψης π.χ. με την έλευση άμεσων ξένων επενδύσεων.

Το πρώτο lockdown, λοιπόν, έπληξε μία οικονομία, η οποία συνέχιζε να σέρνεται. Το πλήγμα ήταν μεγάλο, αλλά επικαλύφθηκε από το γεγονός ότι η Ελλάδα τα πήγε πολύ καλά στο επίπεδο της αντιμετώπισης της πανδημίας. Με τον αέρα αυτό η κυβέρνηση «άνοιξε» τα σύνορα το καλοκαίρι, ενώ η πολύ καλή εικόνα της Ελλάδας διεθνώς επέτρεπε μία πιο στοχευμένη τουριστική πολιτική, με σκοπό την προσέλκυση υψηλού εισοδηματικού επιπέδου επισκεπτών.

Τελικώς, τα έσοδα από τον τουρισμό το 2020 ήταν ένα κλάσμα των εσόδων του 2019. Έστω και έτσι κατά κανόνα οι τουριστικές επιχειρήσεις απέφυγαν την κατάρρευση. Το τίμημα, όμως, ήταν πολύ βαρύ. Οι ξένοι τουρίστες και οι ξένοι εργάτες στη βόρεια Ελλάδα, σε συνδυασμό με το γενικότερο κλίμα χαλάρωσης, τροφοδότησαν το φονικό δεύτερο κύμα της πανδημίας και το δεύτερο lockdown.

Ο σκοτεινός ορίζοντας

Αυτό επιδείνωσε σε δραματικό βαθμό την κατάσταση των ήδη βαριά καταπονημένων επιχειρήσεων, ειδικά των μικρομεσαίων, οι οποίες δεν είχαν τη δυνατότητα να ανταγωνισθούν τις μεγάλες στο ηλεκτρονικό εμπόριο. Ταυτοχρόνως, επιδείνωσε σε δραματικό βαθμό και την κατάσταση των εργαζομένων ειδικά στους κλάδους που έχουν πληγεί περισσότερο. Είναι δεδομένο ότι όταν θα αρχίσουμε να βγαίνουμε από το τούνελ της πανδημίας (υπολογίζεται γύρω στο Πάσχα) το ΑΕΠ θα έχει συρρικνωθεί και η ανεργία θα έχει εκτοξευθεί, με αποτέλεσμα μία νέα φουρνιά μικρομεσαίων νοικοκυριών να έχει πέσει στον γκρεμό.

Αυτή είναι η πραγματική εικόνα για τουλάχιστον για το πρώτο εξάμηνο του 2021 και καμία προπαγανδιστική ρητορική δεν μπορεί να την αλλάξει. Η επιβολή των εξοντωτικών μέτρων λιτότητας όλα τα προηγούμενα χρόνια το μόνο που είχε καταφέρει ήταν να σταθεροποιήσει την ελληνική οικονομία σε πολύ χαμηλό επίπεδο, τόσο χαμηλό που δεν μπορούσε να στηρίξει την στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων.

Η νέα κατακόρυφη πτώση του ΑΕΠ λόγω πανδημίας, μετά από την αθροιστική συρρίκνωσή του κατά 25% στα χρόνια των Μνημονίων, συνιστά δεύτερο συνεχόμενο βαρύ πλήγμα για την ελληνική οικονομία. Και επειδή δεν φαίνονται σημάδια πως από το καλοκαίρι του 2021 και μετά θα προκύψει ένα κύμα άμεσων ξένων επενδύσεων, το πιθανότερο είναι ότι η αναμενόμενη ανοδική κίνηση του ΑΕΠ μετά την έξοδο από το τούνελ της πανδημίας θα είναι πολύ κατώτερη της προηγηθείσας δεύτερης πτώσης.

Η ελληνική οικονομία μετατρέπεται σε ζόμπι

Αυτό μπορεί να μετατρέψει ολόκληρη την ελληνική οικονομία σε ζόμπι, δεδομένου ότι θα κληθεί να επιστρέψει στην παραγωγή υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων, που εκ των πραγμάτων θα αφυδατώνουν για άλλους λόγους πλέον την αφυδατωμένη πραγματική οικονομία. Εκτός κι αν η κυβέρνηση διαψεύσει τις αρνητικές προβλέψεις και χειρισθεί τους κοινοτικούς πόρους κατά τρόπο που αλλάξει το πλαίσιο, εντός του οποίου κινείται παραδοσιακά η ελληνική οικονομία.

Ο μόνος τρόπος για να μπορέσει η Ελλάδα να ξανασταθεί στα πόδια της και με κάποιον τρόπο να ανταποκριθεί στο υπέρογκο δημόσιο χρέος της είναι να τεθεί σε τροχιά δυναμικής ανάπτυξης. Προϋπόθεση γι’ αυτό δεν είναι μόνο η διάλυση του κλίματος αβεβαιότητας, που σκοτώνει την οικονομία, και η δημιουργία ευνοϊκών συνθηκών για μεγάλες παραγωγικές επενδύσεις.

Οι επενδυτές δεν ενδιαφέρονται μόνο για χαμηλό κόστος εργασίας και για περικοπή των εργασιακών δικαιωμάτων. Αυτά, άλλωστε, έχουν σε μεγάλο βαθμό ήδη συντελεστεί. Στην περίπτωση της Ελλάδας ενδιαφέρονται πολύ περισσότερο για μία σειρά άλλους παράγοντες, όπως είναι ο καθαρός οικονομικός ορίζοντας, οι σταθεροί κανόνες, η συρρίκνωση των γραφειοκρατικών διαδικασιών και η μείωση της φορολογίας.

Θα ήταν παράλειψη εάν δεν προσθέσουμε πως η δαμόκλειος σπάθη του χρέους λειτουργεί εμμέσως πλην σαφώς απαγορευτικά για την πραγματοποίηση σοβαρών άμεσων ξένων επενδύσεων. Αυτό σημαίνει πως χωρίς μία νέα γενναία ρύθμιση από την Ευρωζώνη, η Ελλάδα θα είναι καταδικασμένη να φυτοζωεί. Τα σημαντικότερα διεθνή οικονομικά ινστιτούτα συγκλίνουν στη θέση ότι το κούρεμα (όχι μόνο η αναδιάρθρωση) του ελληνικού χρέους είναι όρος για ανάκαμψη.

πηγη