Με τις συγγνώμες δεν ασκείται πολιτική

Με τις συγγνώμες δεν ασκείται πολιτική

Ο δήμαρχος Αθηναίων ζήτησε συγγνώμη για τα εγκαίνια της πλατείας Ομονοίας, και καλά έκανε. Ήταν περιττά και μόνον πολιτική ζημία τού προξένησαν, ενώ αποτέλεσαν πλήγμα στην κυβερνητική προσπάθεια να περιοριστούν οι ανοικτές συναθροίσεις.

Είχε προηγηθεί μια άλλη «συγγνώμη», όταν η Πολιτική Προστασία, υπό την πίεση μιας ολιγάριθμης ομάδας, κατέβασε σποτ που θεωρήθηκε σεξιστικό. Κατά την γνώμη μου το λάθος στην προκειμένη περίπτωση δεν βρισκόταν στο σποτάκι, αλλά στην «συγγνώμη» που ακολούθησε.

Και λίγο πιο πριν είχαμε την «συγγνώμη» για τον τρόπο που θα γινόταν η επιμόρφωση των ελεύθερων επαγγελματιών, ώστε να εισπράξουν τα 600 ευρώ.

Νομίζω πως μαζεύτηκαν πολλές συγγνώμες σε λίγες ημέρες.

Είναι φανερό πως η κυβερνητική πρακτική έχει αναγάγει τη συγγνώμη σε άσκηση πολιτικής. Εξαγγέλλει μέτρα, βλέπει τις αντιδράσεις και, αν είναι σημαντικές, τα ανακαλεί.

Έτσι όμως δεν ασκείται πολιτική.

Οι κυβερνήσεις οφείλουν να εκτιμούν τι αντιδράσεις θα προκαλέσουν τα προτεινόμενα μέτρα, πριν την εξαγγελία τους. Και αν πιστεύουν πως θα πρέπει να εφαρμοσθούν, ανεξαρτήτως πολιτικού κόστους, επιμένουν μέχρι τέλους στην εφαρμογή τους.

Κλασσικό παράδειγμα προς αποφυγήν, η συμπεριφορά του Κ. Σημίτη στο νομοσχέδιο Γιαννίτση για το Ασφαλιστικό. Εφόσον πίστευε πως είναι ορθό, θα έπρεπε να δώσει τη δική του μάχη, για να το υπερασπισθεί, μέχρι τέλους, κυριολεκτικά.

Σήμερα όλη η Ελλάδα έχει αντιληφθεί πως η υπαναχώρηση τότε τού πρωθυπουργού ήταν μια από τις βασικές αιτίες της χρεοκοπίας της πατρίδας μας.

Μπορεί μια κυβέρνηση να επιμένει στην εφαρμογή μιας πολιτικής που προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις; Ναι, εφόσον πιστεύει πως είναι αναγκαία. Οι κυβερνήσεις δεν εκλέχτηκαν για να «χαϊδεύουν αυτιά», αλλά για να παράγουν έργο. Αν στις πρώτες αντιδράσεις κάνουν πίσω, τότε έχουν ουσιαστικά παραιτηθεί από την άσκηση πολιτικής. Όταν οι κυβερνήσεις αποκτούν δημοσκοπικές συμπεριφορές χάνουν τον καθοδηγητικό-διαπαιδαγωγικό τους ρόλο. Όταν υποκύπτουν στις οργανωμένες πιέσεις ομάδων συμφερόντων έχουν απωλέσει την αξιοπιστία τους και την αποτελεσματικότητα τους.

Μα, όταν κάνει λάθος μια κυβέρνηση, τι θα πρέπει να κάνει; Να επιμείνει στο λάθος; Αναρωτιέται ο κοινός νους. Κυβέρνηση που παράγει έργο, παράγει και λάθη, συμπληρώνει.

Προφανώς και υπαναχωρεί. Το ζήτημα είναι πόσο συχνά υπαναχωρεί. Αν δηλαδή η υπαναχώρηση έχει γίνει ένα μόνιμο παρακολούθημα της κυβερνητικής πολιτικής. Σε αυτήν την περίπτωση η συγγνώμη χάνει την αξία της.

Εννοείται πως η μέχρι τώρα κυβερνητική πορεία είναι επιτυχημένη σχεδόν σε όλους τομείς. Οι υπαναχωρήσεις έγιναν έγκαιρα μεν, φανερώνουν όμως είτε μια προχειρότητα είτε μιαν απειρία στον χειρισμό των αντιδράσεων οργανωμένων ομάδων συμφερόντων.

Η περίπτωση της προχθεσινής συγκέντρωσης στην Ομόνοια αποτελεί κλασικό παράδειγμα της προαναφερθείσας πολιτικής απειρίας. Ο δήμαρχος και οι συνεργάτες του δεν πρόβλεψαν πως τα εγκαίνια ενός τόσο εμβληματικού έργου μοιραία θα συγκέντρωναν πολύ κόσμο. Έτσι σήμερα αντί να ασχολούμαστε, αντί να σχολιάζουμε θετικά το έργο του, στεκόμαστε κριτικά στην συμπεριφορά του.

Πάντως καλόν είναι στην κυβέρνηση να αντιληφθούν πως η πολιτική δεν ασκείται ούτε με δημοσκοπήσεις ούτε με υποταγή σε ομάδες συμφερόντων ή σε ομάδες διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Η πολιτική είναι, σε τελική ανάλυση, η επιδίωξη συναινέσεων, αλλά αν αυτό καταστεί ανέφικτο τότε είναι μοιραίο να επακολουθήσουν ρήξεις και συγκρούσεις. Αυτό που χρειάζεται είναι οι ηγέτες να πιστεύουν στην πολιτική τους.

 

πηγη