Ρεσάλτο στη δημόσια διοίκηση από ιδιώτες, που όταν εγκαταλείψουν το καράβι του κράτους δεν θα έχουν πειθαρχικές ευθύνες

Γρηγόρης Θεοδωράκης*

Το ρεσάλτο στη δημόσια διοίκηση από ιδιώτες, που όταν εγκαταλείψουν το καράβι του κράτους δεν θα δώσουν σε κανέναν λογαριασμό, είναι μια επικίνδυνη πρακτική που πρέπει να ανακοπεί εν τη γενέσει της.

Ενα άκρως ανησυχητικό φαινόμενο εξελίσσεται το τελευταίο διάστημα στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Πρόκειται για την τοποθέτηση ιδιωτών αντί δημοσίων υπαλλήλων σε επιλεγμένες θέσεις ευθύνης, δηλαδή στην τεχνική και τη νομική υπηρεσία του υπουργείου. Και μάλιστα με απευθείας τοποθέτηση από τον υπουργό, χωρίς κανένα εχέγγυο αξιοκρατίας. Η νέα αυτή πρακτική δημιουργεί εύλογα ερωτήματα τόσο για τη συνταγματική νομιμότητά της όσο και για τους σκοπούς τους οποίους υπηρετεί.

Η τοποθέτηση ιδιωτών σε θέσεις ευθύνης της δημόσιας διοίκησης βρίσκεται σε καταφανή δυσαρμονία με το πνεύμα και το γράμμα του άρθρου 103 του Συντάγματος που οριοθετούν το σύστημα σταδιοδρομίας του ελληνικού κράτους.

Η επιλογή του συνταγματικού νομοθέτη συνιστά θεσμική εγγύηση υπέρ του δημοσίου συμφέροντος, αφού οι υπηρετούντες δημόσιοι υπάλληλοι, που εξελίσσονται ιεραρχικά εντός της δημόσιας υπηρεσίας, λογοδοτούν στα αρμόδια όργανα, ενώ φέρουν την ευθύνη για τις πράξεις ή τις παραλείψεις τους. Είναι, δε, απευθείας από το Σύνταγμα ιστορικά εντεταλμένοι υπερασπιστές της νομιμότητας και της λαϊκής βούλησης αφού, σύμφωνα με την εμβληματική διατύπωση του άρθρου 103, «είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν τον λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα». Η δε επιλογή τους σε θέσεις ευθύνης πρέπει να γίνεται βάσει ενός πλέγματος αρχών συνταγματικής περιωπής, όπως της αξιοκρατίας, της ισότητας, της αντικειμενικότητας, της δημοσιότητας.

Η σκοπιμότητα της επιλογής ιδιωτών σε θέσεις προϊσταμένων αλλά και στελέχωσης οργανικής μονάδας δημόσιας υπηρεσίας με μετακλητούς (σε ευρεία κλίμακα) φαντάζει τουλάχιστον περίεργη, ιδίως αν συνδεθεί με μια προκλητική πρόβλεψη που είδε το φως της δημοσιότητας. Συγκεκριμένα, η «ιδιωτικοποίηση» του υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου (όπως ονομάστηκε το υπουργείο που ιδρύθηκε ξανά αφού πρώτα καταργήθηκε) πηγαίνει «χέρι χέρι» με την αδιανόητη πρόβλεψη απόρρητων δαπανών για λόγους «εθνικής ασφάλειας» (σαν να μιλάμε για το υπουργείο Εξωτερικών ή το υπουργείο Εθνικής Αμυνας) όπως αποτυπώνεται στο σχετικό σχέδιο νόμου που κατατέθηκε στο Κοινοβούλιο.

Η κυβέρνηση επιδιώκει με αυτόν τον τρόπο τη δημιουργία ενός υπουργείου μόνιμης «εκτάκτου ανάγκης» και γενικής «κατάστασης εξαίρεσης». Προφανώς, η υλοποίηση του σχεδίου είναι ευκολότερη με την κατοχή των θέσεων ευθύνης από προσωπικό που δεν θα δρα με τις πάγιες υπαλληλικές δεσμεύσεις έναντι του δημοσίου, αλλά θα άγεται πρωτίστως από τις σκοπιμότητες των πατρόνων του.

Με λίγα λόγια, η σκοπιμότητα αυτών των κινήσεων δεν είναι απότοκο ιδεολογικών επεξεργασιών, δεν φαίνεται να εντάσσεται σε πολιτικά ρεύματα όπως το new public management, ούτε να φιλοδοξεί να αποτελέσει εξέλιξη της μεταβεμπεριανής γραφειοκρατίας.

Αν και μιλάμε για μια ακραία νεοφιλελεύθερη κυβέρνηση, οι στόχοι είναι πολύ πιο ταπεινοί και συνίστανται στον πλήρη έλεγχο της δημόσιας διοίκησης από την πολιτική ηγεσία προκειμένου να επιτύχει όχι διακηρυγμένους στόχους δημόσιας πολιτικής αλλά πιθανόν ανομολόγητες επιδιώξεις εξυπηρέτησης συμφερόντων. Πρόκειται δε για απευθείας προσβολή στο πρόσωπο των χιλιάδων ικανών δημοσίων υπαλλήλων που ασκούν με ευσυνειδησία τα καθήκοντά τους και επιδεικνύουν καθημερινά τις δυνατότητές τους.

Το ρεσάλτο στη δημόσια διοίκηση από ιδιώτες, που όταν εγκαταλείψουν το καράβι του κράτους δεν θα δώσουν σε κανέναν λογαριασμό, είναι μια επικίνδυνη πρακτική που πρέπει να ανακοπεί εν τη γενέσει της.

Ο νόμος 4375/2016 διατήρησε τις προβλέψεις του ν.3907/2011 που επέτρεπε τη συμμετοχή ιδιωτών κατ’ εξαίρεση με ειδικές πρόνοιες δημοσιότητας και αξιοκρατίας και μόνο για τις ειδικές θέσεις που αφορούσαν τη διαχείριση της πρωτόγνωρης για το ελληνικό κράτος προσφυγικής κρίσης. Ήταν όμως μια εξαιρετική επιλογή που επιβλήθηκε από τα πράγματα.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι δυνατόν να πιστέψει κανείς ότι δεν υπάρχουν ικανοί μηχανικοί ή νομικοί στο ανθρώπινο δυναμικό του Ελληνικού Δημοσίου. Φυσικά και υπάρχουν. Αλλά για την κυβέρνηση η παρουσία τους αποτελεί πρόβλημα: είναι δημόσιοι υπάλληλοι και το υπαλληλικό τους καθήκον είναι το δημόσιο συμφέρον και όχι το ιδιωτικό.

Είναι προφανές ότι οι συγκεκριμένες προβλέψεις πλήττουν ανεπανόρθωτα το κύρος της δημόσιας διοίκησης, εκφυλίζοντας τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της διαφάνειας της διοικητικής δράσης. Οι τελευταίες διασφαλίζονται από την άσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων από δημοσίους υπαλλήλους που εντάσσονται ιεραρχικά στο διοικητικό σχήμα, δεσμευμένους στην τήρηση της νομιμότητας και στην ευσυνείδητη εκπλήρωση του καθήκοντος. Επιπλέον, θυσιάζεται πολύτιμος πλούτος των δημόσιων υπηρεσιών, όπως η θεσμική μνήμη, η εξειδίκευση και η εμπειρία που συνοδεύουν τα στελέχη της δημόσιας διοίκησης.

Η αναχαίτιση του φαινομένου, πριν προλάβει να αποτελέσει πιλότο και γενικευτεί αλλά και πριν δημιουργήσει νομικές καταστάσεις που θα προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα, πρέπει να αποτελέσει προτεραιότητα για τον δημοκρατικό και προοδευτικό κόσμο, τις οργανώσεις των εργαζομένων και όσους πιστεύουν στην αποτελεσματικότητα της διοίκησης που ασκείται βάσει συγκεκριμένων αρχών προς όφελος του δημόσιου συμφέροντος. Πρέπει να σημάνει σήμα κινδύνου και να γίνει από όλους κατανοητό ότι δεν πρόκειται για μια ιδεολογική διαφωνία με μια συγκεκριμένη επιλογή (αν και βεβαίως υπάρχει και αυτή) αλλά για την επιχειρούμενη νόθευση του ιεραρχικού συστήματος και κυρίως για την πραγματολογική υπεράσπιση του δημόσιου συμφέροντος.

*Πρώην γενικός γραμματέας του υπουργείου Διοικητικής Ανασυγκρότησης

https://www.efsyn.gr/

πηγη

 

Αρέσει σε %d bloggers: