Η κρίση και η κρησάρα

αἰέν ἀριστεύειν

 ψωμί

                                     από τον Γελωτοποιό

κρησάρα (η) ουσ. [<αρχ. κρησέρα] λεπτό κόσκινο

Θυμάμαι τη γιαγιά μου να φτιάχνει ψωμί. Είναι μια ανάμνηση σχεδόν μυθική. Περνούσε το αλεύρι από την κρησάρα. Τους σβόλους που έμεναν τους θρυμμάτιζε για να χωρέσουν. Τα σκουπίδια και όλα τα “ξένα σώματα” τα πετούσε. Μετά έβγαζε το προζύμι που είχε φυλαγμένο από παλιότερα ψωμιά.

Αυτό το προζύμι ίσως και να ήταν προαιώνιο, ίσως να προερχόταν από τους αρχαίους.

Για να φτιάξεις προζύμι ανακατεύεις τα πιο απλά υλικά: Λίγο νερό με λίγο αλεύρι. Τα ζυμώνεις, τα αφήνεις μια μέρα και μετά προσθέτεις λίγο ακόμα αλεύρι. Τα ζυμώνεις ξανά. Άλλη μια μέρα. Και πάλι τα ίδια.

Στην τρίτη μέρα το ζυμάρι μουχλιάζει. Το καταλαβαίνεις από τη μυρωδιά του και από την όψη του.

Τότε το βάζεις στην υπόλοιπη ζύμη, το ζυμώνεις, και το αφήνεις να “ξεκουραστεί” ένα εικοσιτετράωρο. Την επομένη ξεχωρίζεις ένα κομμάτι ζύμης (αυτό θα…

Δείτε την αρχική δημοσίευση 1.265 επιπλέον λέξεις