Δημοσιογραφία και ηθική

Giannis_Marinos

Του Γιάννη Μαρίνου (*)

Το θέμα «Δημοσιογραφία και ηθική» που κλήθηκα να παρουσιάσω με έριξε στα βαθιά νερά. Θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να το διερευνήσει ένας απλός δημοσιογράφος όπως ο ομιλών, έστω κι αν θεωρείται επιτυχημένος. Αναζητώντας στην βιβλιογραφία και στα λεξικά τί είναι ηθική και τί το ηθικό πελάγωσα. Το τί είναι ηθικό για τον άνθρωπο, συνεπώς και για τον δημοσιογράφο ανατρέχει στην αρχέγονη επιλογή μεταξύ του καλού και του κακού, της αρετής και της κακίας. Κι αυτό που τον κρίνει είναι η συνείδησή του. Κι αν είναι κάποιος ασυνείδητος; Εδώ την απάντηση δίνουν οι κανόνες που διέπουν  μια κοινωνία και αποτυπώνονται κυρίως στους νόμους, οι οποίο προσδιορίζουν το τί είναι δίκαιο και τι άδικο. Όμως και πάλι ανακύπτει το ερώτημα αν ό,τι είναι δίκαιο είναι και ηθικό. Μεγάλη συζήτηση έγινε πρόσφατα με αφορμή τη δήλωση Βουλγαράκη ότι το δίκαιο είναι και ηθικό. Και επακολούθησε γενική κατακραυγή. Και η υποτίθεται ενάρετη κοινωνία μας εξανέστη προτάσσοντας την ηθική από το από τον νόμο καθοριζόμενο ως δίκαιο, ίσως γιατί επί χρόνια έχει διδαχθεί ότι νόμος είναι το δίκιο του εργάτη. Που σημαίνει ότι δίκαιο και ηθικό είναι ό,τι συμφέρει τον καθένα μας. Αλλά επειδή αυτό που μπορεί να συμφέρει κάποιον είναι να καταστραφεί ο ανταγωνιστής του ή να πεθάνει ο αδελφός του για να κληρονομήσει όλη την περιουσία του πατέρα τους είναι σαν να ηθικοποιούμε ακόμα και το έγκλημα.

Φοβούμαι ότι σας ζάλισα καθώς άγγιξα υπαρξιακά προβλήματα για το χειρισμό των οποίων δεν έχω την καλύτερη φιλοσοφική παιδεία.

parthenon

Ας προσγειωθούμε λοιπόν. Έτσι προσέφυγα στο καταστατικό της ΕΣΗΕΑ, το οποίο καλεί τα μέλη της να ασκούν την δημοσιογραφία ευσυνείδητα και με καλή πίστη και να τηρούν γενικά όλους τους κανόνες της δημοσιογραφικής ηθικής και δεοντολογίας. Όμως και πάλι πρόκειται για αφηρημένες έννοιες που μπορούν να ερμηνευθούν ποικιλότροπα. Τι είναι δημοσιογραφική ηθική; Π.χ. Το άρθρο 9 του Καταστατικού της ΕΣΗΕΑ ορίζει ότι διαγράφονται από μέλη της οι συντάκτες που γίνονται ιδιοκτήτες ή συνιδιοκτήτες ημερήσιων εφημερίδων ή μέτοχοι εταιριών που εκδίδουν ημερήσιες εφημερίδες ή γίνονται μέλη Δ.Σ. εταιρίας που εκδίδει εφημερίδα. Πολύ ορθά αφού έτσι ο δημοσιογράφος μετατρέπεται σε επιχειρηματία και αυτονόητα θα προτάσσει τα συμφέροντα της επιχείρησης και του εργοδότη του από το καθήκον του να υπηρετεί το εθνικό συμφέρον, την κοινωνική ηθική και προ παντός την αλήθεια. Γίνεται σεβαστή αυτή η ηθική υπαγόρευση; Είναι πασίγνωστο ότι δεκάδες δημοσιογράφοι και μάλιστα πολύ προβεβλημένοι μετέχουν στη διοίκηση εκδοτικών επιχειρήσεων ή είναι και ιδιοκτήτες τους. Θεωρούνται κορυφαίοι δημοσιογράφοι, είτε ανήκουν στην ΕΣΗΕΑ, είτε όχι.

Η δημοσιογραφική ηθική και δεοντολογία υπαγόρευσε επίσης τη διάταξη του Καταστατικού μας που ορίζει ότι διαγράφεται όποιο μέλος της συντάκτης αναλάβει τακτική έμμισθη υπηρεσία στο δημόσιο, σε οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή δημόσια επιχείρηση. Ο λόγος είναι προφανής. Η δημοσιογραφία οφείλει να είναι απέναντι στις εξουσίες και όχι υπηρέτης τους. Η έμμισθη υπηρεσία στην κρατική και όποια άλλη δημόσια εξουσία φαλκιδεύει την ελεύθερη ειδησεογραφία και κριτική.

Στις πιο σοβαρές δημοκρατικές χώρες η απαγόρευση αυτή τηρείται αυστηρά. Δυστυχώς στην Ελλάδα παραβιάζεται σχεδόν συστηματικά με αποτέλεσμα να μην γνωρίζεις αν ο δημοσιογράφος που διαβάζεις ή ακούς πληροφορεί και επιχειρηματολογεί χωρίς να επηρεάζεται από το τί συμφέρει την εκάστοτε κυβέρνηση, το κόμμα, τους δημόσιους οργανισμούς, την τοπική αυτοδιοίκηση στην οποία προσφέρει ταυτόχρονα την υπηρεσία του ή δεσμεύεται λόγω κομματικής ένταξης.

Και με τους δημοσιογράφους που αυτονόητα απασχολούνται σε κρατικά και δημοτικά ραδιόφωνα και τηλεοράσεις τι  γίνεται; Είναι ένα ηθικό ερώτημα την απάντηση στο οποίο δίνει κάθε δημοσιογράφος με την ενημερωτική συμπεριφορά του που δεν μπορεί να υπαγορεύεται από το συμφέρον της Κυβέρνησης, του κόμματος, του δημάρχου ή του ιδιώτη επιχειρηματία, των οποίων είναι αμειβόμενος συνεργάτης.

Ήδη είμαι βέβαιος ότι προβληματίζω το ακροατήριο, το οποίο γνωρίζει ότι αυτή η αδέσμευτη δημοσιογραφία δεν είναι το είδος που κυριαρχεί. Θα αποτολμήσω να είμαι πιο συγκεκριμένος. Πόσο είναι ηθικό και δεοντολογικό να βγαίνει δημοσιογράφος σε ραδιόφωνο και τηλεόραση και να υποστηρίζει ως ενημερωτής της κοινής γνώμης την αθωότητα διωκόμενου για κακούργημα μεγαλοεπιχειρηματία του οποίου είναι έμμισθος συνεργάτης; Ή πόσο αντικειμενικά ή δεοντολογικά πληροφορούσε ή σχολίαζε διακεκριμένος δημοσιογράφος σε κομματική εφημερίδα από την οποία απολύθηκε επειδή τόλμησε να διατυπώσει κάποια άποψη διαφορετική από την κομματική γραμμή την οποία υπηρετεί η εφημερίδα του;

Και τί είδους ηθική υπηρετούν οι δημοσιογράφοι στην Βόρεια Κορέα, τη Μιανμάρ, ή την Κούβα όταν επιτρέπεται να γράφουν και να λένε μόνο ό,τι υπαγορεύει ή συμφέρει την κρατική και μονοκομματική εξουσία, αλλιώς τους εξαφανίζουν;

Μια αξιοπρόσεκτη απάντηση για τη σχέση ηθικής και δημοσιογραφίας μπορεί να θεωρηθούν τα πορίσματα παλαιάς έρευνας που διεξήγαγε το 1999 η γνωστή εταιρεία δημοσκοπήσεων VPRC για λογαριασμό του περιοδικού «Μέτρο» για το ποιόν και την αξιοπιστία των μέσων ενημέρωσης και των δημοσιογράφων. «Με ερωτώμενους 239 δημοσιογράφους, προέκυψε ότι εμείς οι ίδιοι αυτοχαρακτηριζόμαστε για υπερβολή, αλαζονεία, υποτέλεια, κυνισμό, ανευθυνότητα και διαφθορά».

Δικαίως θα εξεγερθείτε όσοι εκ του ακροατηρίου είσθε δημοσιογράφοι, καθώς το πρότυπο ενός άξιου δημοσιογράφου είναι η αντικειμενική και αμερόληπτη πληροφόρηση, που υποτίθεται ότι υπηρετούμε. Πρόκειται για υπερβολή αν όχι ζωτικό ψεύδος. Πράγμα που αποδεικνύεται αν διαβάσεις την ίδια μέρα όλες τις εφημερίδες και ακούσεις όλα τα ραδιοφωνικά τηλεοπτικά δίκτυα. Τότε διαπιστώνεις ότι συχνά προβάλλονται σχεδόν τόσες εκδοχές για το ίδιο γεγονός όσα και τα μέσα και οι περιγράφοντες δημοσιογράφοι και οι τιτλοφορούντες αρχισυντάκτες, αφού πίσω από την ενημέρωση λειτουργεί η επιδίωξη του ΜΜΕ να επηρεάσει και να χειραγωγήσει τον αναγνώστη ή τον ακροατή.

Καθώς μπορεί να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία των όσων σας είπα ή υπαινίχθηκα θα κάνω πολύ πιο συγκεκριμένη την προσέγγισή μου στο θέμα της ομιλίας με βάση την ηθική που υπηρέτησα κατά την πολύχρονη δημοσιογραφική μου πορεία

*

Στο ξεκίνημά μου παρασύρθηκα κι εγώ από την πρακτική της πολυπραγμοσύνης πάρα πολλών από τους παλαιότερους συναδέλφους. Πέρα από τις θέσεις όπου υπηρετούσα στον ΔΟΛ καθώς οι μισθοί τότε ήταν πολύ χαμηλοί (και ξαναέγιναν τώρα) δέχθηκα να προσφέρω δημοσιογραφικές μου υπηρεσίες και στην ΑΤΕ ως σύμβουλος Τύπου. Και ξαφνικά αντιμετώπισα το εξής δίλημμα. Πώς θα μπορούσα, ως όφειλα, να αποκαλύψω την σε βάρος του εθνικού συμφέροντος  πολιτική στον τομέα των λιπασμάτων, που ακολουθούσε η τότε διοίκηση της Αγροτικής Τράπεζας; Αν δεν έγραφα την αλήθεια στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο» και δεν ασκούσα κριτική ως όφειλα θα πρόδιδα την δημοσιογραφική δεοντολογία. Αν έγραφα την αλήθεια θα έπληττα τα συμφέροντα της κρατικής Τράπεζας, της οποίας ήμουν συνεργάτης. Έτσι κατέληξα στο αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι ελεύθερη και αντικειμενική δημοσιογραφία δεν νοείται, όταν ταυτόχρονα υπηρετείς εκτός της τέταρτης και άλλες εξουσίες, ιδίως την κρατική. Γιατί έτσι θα πρέπει να προβαίνεις σε διαρκείς συμβιβασμούς με τη συνείδησή σου, άρα να προδίδεις την δημοσιογραφική σου αποστολή. Έτσι, παραιτήθηκα από όλες τις παράλληλες συνεργασίες και θέσεις που είχα, αισθάνθηκα ελεύθερος και έκτοτε έγραφα χωρίς αναστολές, αδιαφορώντας αν ενοχλώ ή όχι τις διάφορες εξουσίες. Αυτό φυσικά προϋποθέτει να έχεις και τον ιδανικό εκδότη, που σου το επιτρέπει. Εγώ ευτύχησα να έχω τον Χρήστο Λαμπράκη.

Αντιδεοντολογική θεωρώ και την ένταξη σε κόμματα και κομματικά όργανα. Πώς μπορεί να είσαι ελεύθερος και αντικειμενικός στη δημοσιογραφική σου αποστολή, όταν η κομματική ταυτότητά σου επιβάλλει να γράφεις μόνο ό,τι συμφέρει το κόμμα και να αποκρύπτεις ό,τι το βλάπτει;

Δυστυχώς πρόβλημα ανέκυψε και υφίσταται ήδη και από το γεγονός ότι η έκδοση των περισσότερων εφημερίδων και η λειτουργία ραδιοτηλεοπτικών σταθμών περιήλθε σε επιχειρηματίες που έχουν διαφορετικά και συχνά τεράστια συμφέροντα πέραν της εκδοτικής τους δραστηριότητας (βιομήχανοι, τραπεζίτες, εργολάβοι δημοσίων έργων, εφοπλιστές, ιδιοκτήτες ποδοσφαιρικών ομάδων, κ.α.). Αυτοί συχνά χρησιμοποιούν τα ΜΜΕ τους για να εξυπηρετούν αυτά τα διαφορετικά συμφέροντα.

Φοβούμαι ότι εδώ στην Ελλάδα, όπου σπάνια υπάρχουν και γίνονται σεβαστές οι διαχωριστικές γραμμές πολύ δύσκολα μπορεί ένας δημοσιογράφος να συμπλέει με την ηθική και την δεοντολογία. Σημασία έχει να προσπαθεί και να έχει προσωπικές κόκκινες γραμμές ηθικής, τις οποίες δεν δέχεται να παραβιάζει. Έστω κι αν έτσι διακινδυνεύει να βρεθεί άνεργος. Όμως μέχρι πού αντέχει η ηθική ακεραιότητά μας σε μια τέτοια δυσμενή εξέλιξη, όταν μάλιστα έχεις και οικογενειακές υποχρεώσεις; Πάντως αν δεν μπορείς να πεις την αλήθεια τουλάχιστον σιώπησε.

Πάντως ο πολύ γνωστός συνάδελφος Θανάσης Καρτερός, ως διευθυντής του ραδιοφωνικού σταθμού Σκάι, πριν 24 χρόνια, είχε υποστηρίξει τα εξής:

«Εμείς οι δημοσιογράφοι -είπε- που δίνουμε τον τόνο στο επάγγελμα, δηλαδή εμείς που είμαστε τα επιτελικά στελέχη σε μεγάλα μέσα, μόνο ήθος, ακεραιότητα και εντιμότητα δεν αποπνέουμε. Κάποτε, οι πιο ώριμοι από μας, οι μεγαλύτεροι στην ηλικία και οι μεγαλύτεροι στην ιεραρχία, πρέπει να καταλάβουμε ότι πουλάμε αξιοπιστία. Πρέπει εμείς οι δημοσιογράφοι να περιφρουρήσουμε το βασικό εμπόρευμα, που είναι η αξιοπιστία, γιατί σε λίγο θα μας ρίχνουν αυγά και γιαούρτια στους δρόμους». Δυστυχώς επιβεβαιώθηκε. Στις κάθε είδους πορείες στους δρόμους μας χαρακτηρίζουν  αλήτες και πουλημένους. Και το δεχόμαστε αδιαμαρτύρητα.

Επικαλούμαι τη γνώμη αυτή του Θ. Καρτερού διότι η ηλεκτρονική ενημέρωση, και ιδίως η τηλεοπτική, που έφερε επανάσταση στο χώρο των ΜΜΕ και κατέστησε τον πλανήτη μας ένα μικρό χωριό, όπου όλοι γνωρίζουμε ανά πάσα στιγμή τί συμβαίνει σε κάθε γωνιά του, υπο­νόμευσε ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία των δημοσιογράφων. Η έντυπη δημοσιογραφία βρίσκεται πια στη μειονεκτική θέση να ενημερώνει κατόπιν εορτής, αφού τα ραδιόφωνα και οι τηλεοράσεις σε πληροφορούν ασταμάτητα για το τι γίνεται. Όμως η τηλεοπτική και ηλεκτρονική δημοσιογραφία είναι και η περισσότερο παραπλανητική και επικίνδυνη. Γιατί, αντίθετα προς ό,τι πιστεύεται, η εικόνα δεν είναι πάντα αψευδής μάρτυς. Αυτό που βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια είναι συχνά αυτό που θέλουν να μας δείξουν οι παραγωγοί των εκπομπών. Εκείνο που τους ενδιαφέρει πια είναι όχι τόσο η πληροφόρηση όσο ο εντυπωσιασμός του θεατή. Και καθώς το τηλεοπτικό μήνυμα είναι εντονότατο και σου επιβάλλεται χωρίς να σου επιτρέπει να σκεφθείς, είναι και το πιο επικίνδυνο όταν πέφτει σε χέρια ανώριμων ή χωρίς ήθος και αντιστάσεις, δημοσιογράφων, που κυνηγούν τη θεαματικότητα, έστω κι αν χρειασθεί ακόμη και να κατασκευάσουν ή να παραποιήσουν ειδήσεις. Πάντως, η αναξιοπιστία που φθάνει τα όρια της απάτης δεν είναι ελληνικό χαρακτηριστικό, αφού έχει αποδειχθεί ότι ενίοτε τηλεοπτικοί σταθμοί πληρώνουν ανθρώπους για να παριστάνουν σκηνές βίας, ή καταφεύγουν αδίστακτα στο φωτομοντάζ. Το ξέρομε πόση δύναμη έχει η εικόνα. «Αφού το είδα με τα μάτια μου στην τηλεόραση» λέει ο απλός θεατής.

Το ότι τα ΜΜΕ, ακόμη και τα πιο έγκυρα διεθνώς, είναι ενίοτε τόσο αδίστακτα, ώστε να φθάνουν να εξαπατούν εσκεμμένα τους αναγνώστες τους, το πρωτοαντιλήφθηκα με συντριβή όταν έγινα ο ίδιος προσωπικά αποδέκτης γραπτής απόδειξης της αναξιοπιστίας τους. Όταν το 1992 το Μακεδονικό είχε συνεγείρει τον πατριωτισμό μας, στο πολύ σοβαρό αγγλικό περιοδικό «Spectator» δημοσιεύθηκε ένα φοβερό άρθρο σε βάρος της Ελλάδας και των Ελλήνων του συνεργάτη του Noel Malcolm. Με τον τίτλο «Ο νέος τραμπούκος των Βαλκανίων» μάς περνούσε σε αυτό γενεές δεκατέσσερις για την αντίστασή μας στο να ονομάζονται τα Σκόπια «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Καθώς το άρθρο περιείχε απίστευτες ανακρίβειες και αυταπόδεικτα ψεύδη, σκέφθηκα να γράψω έναν πολύ συγκρατημένο και τεκμηριωμένο αντίλογο προς τον κ. Malcolm και να τον στείλω στο «Spectator», ζητώντας πολύ ευγενικά για λόγους αμεροληψίας να δοθεί η ευχέρεια να πληροφορηθούν οι αναγνώστες του περιοδικού και την altera pars, και κυρίως σε ποια σημεία το άρθρο του κ. Malcolm περιείχε ανακρίβειες ή παραποιούσε την πραγματικότητα. Η απάντησή μου δεν δημοσιεύθηκε. Και ο εκδότης του περιοδικού αυτού Dominic Lawson, με επιστολή του μου δήλωνε ότι αρνείται να το δημοσιεύσει διότι δεν τον ενδιαφέρει να ακουσθεί και η άλλη πλευρά. Και κατέληγε: «Θα πρέπει να προσθέσω κατηγορηματικά ότι δεν πιστεύομε στην αρχή της αμεροληψίας εδώ στον «Spectator», ο οποίος είναι περιοδικό μάχης». Το να δηλώνει δημόσια ένα έντυπο ότι δεν επιθυμεί να είναι αμερόληπτο και να γράφει την αλήθεια δεν μου έχει ξανατύχει. Ο «Spectator» ήταν ωμά ειλικρινής και κυνικότατα επιβεβαίωνε ρητά ότι και τα ΜΜΕ δεν ενδιαφέρονται πάντα για την ακριβή ενημέρωση και για την αλήθεια, αλλά για την εξυπηρέτηση των όποιων στόχων τους, ιδεολογικών έως κερδοσκοπικών.

Μα, αν έτσι είναι τα πράγματα, τότε ποια η αναγκαιότητα της ελευθεροτυπίας και της προστασίας του Τύπου, και μάλιστα από το Σύνταγμα, αφού όχι μόνο δεν λέει πάντα την αλήθεια, αλλά όχι σπάνια και την παραποιεί; Η απάντηση εδώ είναι κατηγορηματική. Η ελευθερία της πληροφόρησης και της έκφρασης γνώμης είναι η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση της δημοκρατίας. Αν υπάρχει μόνο μια εφημερίδα και μια τηλεόραση σε μια χώρα και στα χέρια μιας μόνο εξουσίας, όπως συμβαίνει συνήθως σε δικτατορίες κάθε χρώματος, τότε ποτέ δεν θα πληροφορηθεί κανείς όλη την αλήθεια. Αν υπάρχουν πολλά μέσα ενημέρωσης, έστω κι αν δίνουν το καθένα τη δική του εκδοχή και άποψη, πρώτον, δύσκολα περνά για πολύ το ψεύδος, αφού μπορεί να αποκαλυφθεί από κάποια άλλα μέσα. Μετά, η ευκολία της διάψευσης καθιστά προσεκτικότερο το δημοσιογράφο. Τέλος, η πολυφωνία, ο πλουραλισμός απόψεων διευκολύνουν το διάλογο και την προαγωγή των ιδεών. Και αυτό συμφέρει τις ανθρώπινες κοινωνίες και συντελεί στην πρόοδο.

*

Πρέπει να σας πως ότι αισθάνομαι αμήχανος, που υποχρεώθηκα να ηθικολογώ, επικαλούμενος τελικά προσωπικές αντιλήψεις και συμπεριφορές, που μπορεί να ενοχλούν ή και να επιδέχονται αντίλογο. Άλλωστε ο απόλυτος σεβασμός στην ηθική και τη δεοντολογία προσκρούει ακόμα και στη θεολογική ρήση ότι ουδείς αναμάρτητος παρά μόνον εις ο δυνάμενος, δηλαδή ο Θεός.

Πάντως γενική και μάλλον αναμφισβήτητη είναι η διαπίστωση, ότι σε μια κοινωνία, που οι διεθνείς μετρήσεις την χαρακτηρίζουν ως πρωτοπόρο στη διαφθορά, ακόμα και στους πιο αξιοσέβαστους θεσμούς της, όπως είναι η παιδεία, τα συνδικάτα, η δικαιοσύνη, τα κόμματα, ή η στρατιωτική ηγεσία, δεν μπορούσε να αφήσει έξω από τον κατήφορο τα μέσα ενημέρωσης και τους υπηρέτες τους.  Η κοινωνική αποδοκιμασία γι’ αυτά είναι στα ύψη. Η επιδείνωση ως προς την ανήθικη δημοσιογραφία επήλθε αφότου η τηλεόραση εντάχθηκε στα μέσα ενημέρωσης  και έχει φθάσει στο αποκορύφωμά της αφότου ανέλαβε και το διαδίκτυο να μας πληροφορεί και να μας καθοδηγεί. Το γεγονός δε ότι εν ονόματι της ελεύθερης διακίνησης ιδεών δεν υπάρχει σχεδόν καμία δυνατότητα ελέγχου, πειθάρχησης και αποτροπής  ακόμα και από το έγκλημα, αναδεικνύει περισσότερο από ποτέ επείγουσα την ανάγκη να υπάρξουν κάποια όρια και κάποιοι φραγμοί, που θα προκύψουν από την ύψιστη σημασία της κοινωνικής συνοχής και πριν εξελιχθούμε σε ζούγκλα.

Ίσως φαίνομαι υπερβολικός, αλλά η ευθύνη που φέρει η δημοσιογραφία και για τον σημερινό κατήφορο και συνεπώς για την ανάσχεση της ομαλής εξέλιξης της κοινωνίας μας είναι όντως πρωταρχική. Κάτι εξαιρετικά δύσκολο όταν δυστυχώς κυρίαρχη είναι η αντίληψη ότι είδηση είναι μόνο ό,τι κακό συμβαίνει γύρω μας ενώ το καλό θεωρείται βαρετό, ανούσιο και υποβαθμίζεται ή αγνοείται. Κι ακόμα όταν παρασυρόμαστε εύκολα στον ρόλο του καθοδηγητή της κοινωνίας και του δικαστή, ιδιαίτερα στα τηλεοπτικά παράθυρα και στο διαδίκτυο.

Επειδή τέτοιες συμπεριφορές τροφοδοτούν διαθέσεις φίμωσης της ελευθερίας του τύπου και της διακίνησης των ιδεών, που είναι ύψιστη κατάκτηση και από τα βασικά θεμέλια της δημοκρατίας, ανακύπτει  η ανάγκη καταγραφής όχι ενδεικτικών αλλά δεσμευτικών βασικών κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας και όχι μόνο για την τηλεόραση, όπου θα απαιτείται και θα είναι υποχρεωτικός ο σεβασμός τους από τους επαγγελματίες δημοσιογράφους. Υποχρεωτική επίσης θα πρέπει να γίνει για την τηλεόραση η ανασκευή ανακριβειών ή ψευδών, όπως ισχύει για τις εφημερίδες.

Δύσκολη πρόκληση αλλά εξίσου αναγκαία όσο και η αποτροπή της ρύπανσης και της μόλυνσης του αέρα που αναπνέουμε.

(*) Ομιλία στην εκδήλωση της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων για την απονομή του βραβείου εις μνήμην του δημοσιογράφου Κωνσταντίνου Καλλιγά, στην Αθήνα την 18η Φεβρουαρίου 2014.

ΠΗΓΗ

Αρέσει σε %d bloggers: