Ο σουλτάνος απέναντι στον ιμάμη

Του Πέτρου Παπακωνσταντίνου 

Οσοι είδαν στην κοινωνική αναταραχή του περασμένου Ιουνίου τον προάγγελο μιας «Τουρκικής Ανοιξης» γρήγορα διαψεύστηκαν. Οι προσπάθειες να αναβιώσουν αυτό το φθινόπωρο οι διαδηλώσεις και οδομαχίες του Ιουνίου εναντίον του «σουλτάνου» δεν είχαν παρά αναιμικά αποτελέσματα. Επειτα από μια βραχύβια κάμψη, η δημοτικότητα του Ταγίπ Ερντογάν βρίσκεται και πάλι στα ύψη, ενώ το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) κυμαίνεται σταθερά γύρω στο 50% των προτιμήσεων ψήφου. Ο άνεμος πνέει ούριος στα πανιά του Ερντογάν ενόψει των δύο κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων του 2014: των τοπικών εκλογών του Μαρτίου και των προεδρικών του Αυγούστου, οπότε οι Τούρκοι πολίτες θα κληθούν για πρώτη φορά να εκλέξουν οι ίδιοι τον πρόεδρό τους.

Αποτελεί κοινό μυστικό ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός θα επιθυμούσε να μεταπηδήσει στον θώκο του Αμπντουλάχ Γκιουλ εφόσον η Βουλή αναθεωρήσει το σύνταγμα, καθιερώνοντας προεδρικό σύστημα. Οι αντίπαλοί του φρίττουν ενώπιον αυτού του ενδεχομένου, θεωρώντας ότι θα αποκτήσουν τον δικό τους «Πούτιν», έναν απολυταρχικό ηγέτη με κρυφή ισλαμική ατζέντα. Οι οπαδοί του το βλέπουν ως τη φυσιολογική επιβράβευση του πολιτικού που άλλαξε την εικόνα της χώρας του, περιόρισε τους πασάδες του στρατού στους στρατώνες, έσυρε στη φυλακή τους πραξικοπηματίες και έθεσε τις βάσεις για την επίλυση του Κουρδικού. Εχοντας συντρίψει τους Κεμαλικούς σε τρεις αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις –την τελευταία φορά με ποσοστό σχεδόν 50%, σε εκλογές όπου συμμετείχε το 87% των ψηφοφόρων– ο Ερντογάν δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από μια διασπασμένη και ανυπόληπτη αντιπολίτευση.

Εσωτερικός αντίπαλος

Ωστόσο, ένας άλλος αντίπαλος παραμονεύει στη γωνία, έχοντας ξεπηδήσει αυτή τη φορά από το εσωτερικό του ισλαμικού στρατοπέδου. Αυτό διαμηνύει η σύγκρουση για ένα φαινομενικά δευτερεύον ζήτημα, που κυριαρχεί το τελευταίο διάστημα στην τουρκική πολιτική επικαιρότητα: το κυβερνητικό νομοσχέδιο για την κατάργηση των λεγόμενων «προπαρασκευαστικών σχολείων» (dershaneler). Πρόκειται για ιδιωτικά σχολεία, τα οποία λειτουργούν το Σαββατοκύριακο, προετοιμάζοντας τους υποψήφιους φοιτητές για τις εισαγωγικές εξετάσεις. Η κυβέρνηση επικαλείται την ισότητα ευκαιριών, αλλά οι πάντες μετέφρασαν το νομοσχέδιο ως κήρυξη πολέμου εναντίον της πολυπλόκαμης Αδελφότητας Γκιουλέν, η οποία ελέγχει το 25% των εν λόγω σχολείων. Ενας από τους ισχυρότερους συμμάχους του Ερντογάν, μέχρι πρόσφατα, ο ιμάμης Φετουλάχ Γκιουλέν, θεωρείται από πολλούς σήμερα ο πιο επικίνδυνος εχθρός του.

Ο πιο χαρισματικός θρησκευτικός παράγοντας της νεότερης Τουρκίας γεννήθηκε το 1941 στο συντηρητικό Ερζερούμ της Ανατολίας. Το 1963 άρχισε την καριέρα του ως ιεροκήρυκας, ενώ ταυτόχρονα εντάχθηκε στην Ενωση για την Καταπολέμηση του Κομμουνισμού. Συνδυάζοντας το Ισλάμ με τις Δυτικές αξίες, τη νεοφιλελεύθερη οικονομική φιλοσοφία με τον κοινωνικό συντηρητισμό, βάλθηκε να διαμορφώσει μια νέα, θεοσεβούμενη επιχειρηματική τάξη, δίνοντας έμφαση στην εκπαίδευση. Προϊόντος του χρόνου, κατάφερε να οικοδομήσει μια ολόκληρη αυτοκρατορία θρησκευτικών οργανώσεων, κοινωνικών δικτύων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και μέσων ενημέρωσης σε πολλές χώρες του κόσμου.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’70 εξέδωσε το πρώτο του περιοδικό, με τίτλο Sintizi, δηλαδή Διείσδυση. Μιλώντας σε κλειστό κύκλο οπαδών του, το 1999, ανέπτυξε ως εξής τη στρατηγική της άλωσης του Κεμαλικού καθεστώτος εκ των ένδον: «Πρέπει να κινηθείτε στις αρτηρίες του συστήματος, χωρίς κανείς να καταλάβει την παρουσία σας μέχρις ότου φθάσετε σε όλα τα κέντρα εξουσίας… Μέχρι τότε, οποιοδήποτε βήμα θα είναι πρόωρο, σαν να σπάσεις ένα αυγό αντί να περιμένεις σαράντα ημέρες να εκκολαφθεί. Θα ήταν σαν να σκοτώνεις το έμβρυο που κλείνει μέσα του».

Σε καίριες θέσεις

Η στρατηγική αυτή προκάλεσε, όπως ήταν φυσικό, διώξεις εναντίον της Αδελφότητας από το Κεμαλικό, στρατιωτικό κατεστημένο, με αποτέλεσμα ο Γκιουλέν να εγκατασταθεί μόνιμα στην Πενσιλβάνια των ΗΠΑ. Ωστόσο, χάρη και στην ευμενή μεταχείρισή της από τις κυβερνήσεις Οζάλ και Τσιλέρ, η Αδελφότητα καταφέρνει να διεισδύσει σε βάθος στην αστυνομία, τη Δικαιοσύνη και τις μυστικές υπηρεσίες. Τα εν λόγω στελέχη της διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στις αποκαλύψεις για τις συνωμοσίες «Εργκένεκον» και «Βαριοπούλα», που οδήγησαν στην εδραίωση του ΑΚΡ επί της στρατιωτικής ηγεσίας.

Ωστόσο, Γκιουλέν και Ερντογάν, παρά τη συμμαχία τους εναντίον του κοινού εχθρού, ανήκαν σε διαφορετικές πτέρυγες του πολιτικού Ισλάμ. Στενά συνδεδεμένος με τις ΗΠΑ και ανοιχτός έναντι «του έθνους του Αβραάμ», ο Γκιουλέν δεν είδε με καλό μάτι τη ρήξη του Ερντογάν με το Ισραήλ και την αυταρχική στροφή του στο εσωτερικό της χώρας. Η πρώτη ανοιχτή ρήξη ήρθε τον Φεβρουάριο του 2012, όταν εισαγγελέας, προσκείμενος στην Αδελφότητα, κάλεσε σε ανάκριση τον αρχηγό της μυστικής υπηρεσίας ΜΙΤ, στενό συνεργάτη του Ερντογάν, προκαλώντας έκρηξη οργής του τελευταίου. Ακολούθησαν οι ανοιχτές επικρίσεις εναντίον του Ερντογάν από το συγκρότημα Zaman, ιδιοκτησίας Γκιουλέν, για τους χειρισμούς του έναντι των διαδηλωτών του πάρκου Γκεζί, στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και η διαφοροποίηση του προέδρου της Δημοκρατίας, Αμπντουλάχ Γκιουλ, και του αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Μπουλέντ Αρίντς. Και οι δύο πολιτικοί υπήρξαν μέλη της ιδρυτικής τρόικας του ΑΚΡ, μαζί με τον Ερντογάν, ενώ συνδέονται στενά με την Αδελφότητα. Αρκετοί αναλυτές εκτιμούν πως η εσωτερική αντιπολίτευση Γκιουλέν – Γκιουλ – Αρίντς είναι σε θέση να αποτρέψει την αναθεώρηση του συντάγματος που επιθυμεί ο Ερντογάν και την εκλογή του στο προεδρικό αξίωμα. Αυτό όμως απομένει να αποδειχθεί, δεδομένου ότι ο Ταγίπ Ερντογάν, με την αμείωτη γοητεία που συνεχίζει να ασκεί σε μεγάλο μέρος των λαϊκών στρωμάτων, είναι ο μόνος που εγγυάται τη μακροημέρευση των ισλαμιστών στην εξουσία, κάτι που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν οι άχρωμοι εσωκομματικοί ανταγωνιστές του.

Info
– Σταύρος Λυγερός, Κώστας Μελάς, «Μετά τον Ερντογάν τι;», Πατάκης, 2013.
– E. Peker, J. Parkinson, «Turkey’s main coalition teeters», The Wall Street Journal, 28/11/2013.
– Alain Gresh, «Une puissance perenne», Le Monde Diplomatique, decembre 2013.
– Erik J. Zurcher, «Turkey, a modern history», I. B. Tauris, 1998.