Θα δίνατε ποτέ 1100 δραχμές για τρία γιαούρτια;

Ακούμε διαρκώς από ανθρώπους της αγοράς ότι πρέπει να βάλουμε πλάτη στηρίζοντας τα ελληνικά προϊόντα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία.

Το όφελος θα είναι διπλό.
Από την μία πλευρά θα βοηθηθούν οι ελληνικές επιχειρήσεις να αντέξουν ενώ παράλληλα θα περιοριζόταν το αρνητικό πρόσημο στο ισοζύγιο εισαγωγών-εξαγωγών. Επιπρόσθετα θα δίναμε μια εθνική απάντηση στις χώρες της βόρειας Ευρώπης των οποίων καταναλώνουμε τα προϊόντα, τους δίνουμε τα χρήματά μας αλλά εξυβρίζουν την Ελλάδα με την παραμικρή ευκαιρία. Θα τους δίναμε να καταλάβουν πως πάψαμε να είμαστε κορόιδα.

Δυστυχώς όμως πάντα υπάρχει ένα ΑΛΛΑ.ΑΛΛΑ πώς να γίνει αυτό όταν πας στο κατάστημα να αγοράσεις τυρί για τοστ και βλέπεις το αντίστοιχο ελληνικό πολύ καλής εταιρείας στα € 10,17 και το ολλανδικό gouda στα € 5,96;

Ή πως να αγοράσεις το ελληνικό γάλα στα € 1,40 όταν ακριβώς δίπλα γαλλικά ή κεντροευρωπαϊκά γάλατα προσφέρονται στα € 0,89;

Επίσης, πώς είναι δυνατόν τρία κεσεδάκια γιαούρτι να κοστίζουν με το ένα δώρο κοντά € 3,00!

Για αναλογειστείτε… Θα δίνατε ποτέ 1100 δραχμές για τρία γιαούρτια ή 477 δραχμές για ένα κουτί γάλα;

Ο σκληρά εργαζόμενος Έλληνας οικογενειάρχης με δύο ή τρία παιδιά που σημαίνει ότι χρειάζεται μεγάλη ποσότητα των παραπάνω (που απλά αναφέραμε ενδεικτικά) για κατανάλωση σε μία εβδομάδα, πώς είναι δυνατό όσο και να θέλει να στηρίξει μια ελληνική επιχείρηση ώστε να διατηρηθούν ταυτόχρονα οι θέσεις εργασίας; Άλλωστε για να έχει επιτυχία μια τέτοια στροφή, χρειάζεται να γίνει από όλους.  Και το ερώτημα είναι.

Μπορούν όμως όλοι; Σαφώς όχι.

Και πώς να μπορέσουν εν μέσω ανεργίας, περιορισμού των εισοδημάτων τους, δηλαδή της αγοραστικής τους δύναμης και φορο-επιδρομών;

Το μακρινό 1992 το μποϊκοτάζ στα ολλανδικά προϊόντα και τις δανέζικες μπύρες πέτυχε γιατί αφενός οι διαφορές στις τιμές δεν άγγιζαν τα παραπάνω μεγέθη κι αφετέρου διότι με τη δραχμή ο Έλληνας είχε αγοραστική δύναμη.

Ας μην ξεχνάμε επίσης πως το γάλα των 150 δραχμών ήτοι € 0,44 εκτινάχθηκε με άλματα προς τα πάνω κι όχι πάντα λόγω αυξήσεως μεταφορικών και λοιπών ενεπλεκομένων διαδικασιών.

Και φυσικά στο μυαλό του απλού πολίτη υπάρχει η απορία: πώς είναι δυνατόν τα εισαγώμενα να είναι φθηνότερα από τα ελληνικά αντίστοιχα προϊόντα;

Μήπως ήρθε η στιγμή οι ελληνικές επιχειρήσεις να χαράξουν νέα στρατηγική εν όψει των νέων δεδομένων; Τι είναι καλύτερο; Να πωλούν ακριβά σε λίγους; Ή φθηνότερα σε πολλούς; Η τιμολογιακή πολιτική δε διαφέρει πολύ από τα όσα αναλύουν εγνωσμένοι οικονομολόγοι για τη φορολογία. Ότι δηλαδή όταν ξεπερνάται ένα συγκεκριμένο όριο, πλέον αποδίδει δραματικά λιγότερα από όσα θα απέφερνε αν εκινείτο σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα.

Έτσι και με τα προϊόντα μας όλων των ειδών. Μια πραγματικά σημαντική – ανταγωνιστική μείωση των τιμών θα υπερκαλυπτόταν με το παραπάνω από την αύξηση των πωλήσεων. Διότι το ελληνικό καταναλωτικό κοινό προτιμά να δίνει τα χρήματά του σε συμπατριώτες του αντί για ξένους. Υπάρχει όμως μια βασική προϋπόθεση.

Να μπορεί να το κάνει. Τώρα όμως δεν μπορεί να το κάνει διότι πολύ απλά αν θυμηθούμε μια παλιά πετυχημένη διαφήμιση καφέ “ντεν έχω αυτοκίνητο καρντιά μου!”.

Οι ελληνικές επιχειρήσεις λοιπόν ας έρθουν σε μια συνεννόηση, ας κάνουν το μεγάλο βήμα, ας το κοινοποιήσουν στους καταναλωτές με μια μεγάλη ενημερωτική καμπάνια σε όλα τα μέσα που θα μπορούσαν να προβάλλουν την προσπάθεια αμισθί για το καλό της χώρας και των εργαζομένων.

Ποιος δε θα ανταποκρινόταν σε ένα τέτοιο κάλεσμα; Ποιος δε θα έβαζε πλάτη;

Μαζίδης Στρατής  πηγη