Μεσσίες τα φαντάσματα του παρελθόντος;

Περάσαμε δέκα μέρες από τη ζωή μας παρακολουθώντας την μάχη εξουσίας στο ΠΑΣΟΚ και άλλες δύο την προσπάθεια ολικής επαναφοράς του σημιτικού παρελθόντος.
Ό,τι ζήσαμε, εξακολουθούμε να ζούμε και πρόκειται να ζήσουμε στο επόμενο διάστημα δεν είναι μια απλή κυβερνητική κρίση.
Είναι η απόδειξη ότι το πολιτικό μας σύστημα μπορούσε να λειτουργεί μόνο για όσο διάστημα είχε στη διάθεσή του άφθονο χρήμα για να σκορπάει και να εξαγοράζει ψήφους.
Είναι η απόδειξη ότι μέσα σ’ αυτό το κλίμα συβαριτισμού καταργήθηκαν όλες οι αρχές της πολιτικής, αλλά και αυτή η ίδια η έννοιά της.
Πολιτική είναι η τέχνη του προβλέπειν.
Και αυτά που συμβαίνουν στην πατρίδα μας μαρτυρούν ότι μας κυβερνούν άνθρωποι (εκλεγμένοι, βέβαια, με τον γνωστό τρόπο της δια των ρουσφετιών υφαρπαγής της ψήφου) που δεν είναι σε θέση να προβλέψουν τίποτα.
Με τη σειρά τους, αυτοί οι άνθρωποι έπιασαν τα πόστα και συστηματικά εμπόδισαν την ανάπτυξη κάθε δημιουργικής δύναμης του τόπου σε οποιονδήποτε τομέα.
Αρκούσε να είναι κανείς ικανότερος από τους ίδιους, για να εξαφανιστεί από προσώπου γης.
Κάθε πρόταση, κάθε συμβουλή, κάθε σκέψη, κάθε ιδέα που θα μπορούσε να αποδειχθεί αρκετά καλή για να θεωρηθεί απειλητική, γινόταν πάντοτε αντικείμενο χλευασμού και λοιδορίας.
Με αντικειμενικό σκοπό την απαξίωση, στα μάτια του αρχηγού, του προσώπου που έχει το «ελάττωμα» να κατεβάζει ιδέες.
Με τον τρόπο αυτό φθάσαμε να ζούμε σήμερα την απόλυτη επικράτηση της μετριοκρατίας, η οποία δεν μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού παρά στα σημερινά αποτελέσματα.
Ένα ολόκληρο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, δυο χρόνια τώρα χαροπαλεύει, αλλά τα στελέχη του συνεχίζουν να υποτάσσονται – με συνδετικό κρίκο την, πρόσκαιρη όπως αποδείχθηκε, καρέκλα και την εξουσία – στη βούληση μιας γκρίζας εξουσίας που κινεί τα νήματα για λογαριασμό του κ. Παπανδρέου.
Ένα άλλο μεγάλο κόμμα, η Νέα Δημοκρατία, βρέθηκε ξαφνικά, ως μη όφειλε, με την πλάτη στον τοίχο, λες και αυτό κυβερνά κατά την τελευταία καταστροφική διετία, λες και εμπόδισε κανέναν να κυβερνήσει.
Όπως είπαμε, πολιτική είναι η τέχνη του προβλέπειν.
Να ξαναθυμίσω; Στις 21 Ιουλίου υπήρξε μια συμφωνία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, την οποία η κυβέρνηση έβαλε στην τσέπη της και έφυγε για διακοπές.
Στις 31 Αυγούστου υπήρξε ένα υπουργικό συμβούλιο που ασχολήθηκε με την… αναδιοργάνωση του Εθνικού Συστήματος Κοινωνικής Αλληλεγγύης, την … διεύρυνση της άμεσης και συμμετοχικής δημοκρατίας δια δημοψηφισμάτων, την… αντιμετώπιση τις βίας στα γήπεδα και το ντόπινγκ, αλλά και… την κτηνοτροφία.
Στο ίδιο εκείνο υπουργικό συμβούλιο ο κ. Παπανδρέου επετέθη στην αξιωματική αντιπολίτευση, χαρακτηρίζοντας… αποπροσανατολιστική την συζήτηση περί συγκυβέρνησης.
Πρόσθεσε ότι το αίτημα για εθνική συνεννόηση παραμένει «ωστόσο πρέπει να δούμε αν υπάρχει και από την άλλη πλευρά», σημειώνοντας ότι… «η μπάλα, τώρα, είναι στο γήπεδό τους».
Παράλληλα, πρότεινε να διεξαχθεί μια… άτυπη συζήτηση μεταξύ των υπουργών, των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων και του κόμματος, «για να δούμε και από την εμπειρία που είχαμε δυο χρόνια τώρα, πώς θα λειτουργήσουμε καλύτερα, πιο αποτελεσματικά, με όλα τα θετικά που πετύχαμε, αλλά και για να βελτιωθούμε περαιτέρω». Και πρόσθεσε:
«Άρα, λοιπόν, με τους ΚΤΕ, με την Κοινοβουλευτική Ομάδα, με το κόμμα, με την κοινωνία, μέσα από το διαδίκτυο, πρέπει να επιδιώκουμε συνεχώς το διάλογο και τη διαβούλευση».
Οι επόμενες μέρες πέρασαν μέσα σε επαναστατικό και επετειακό κλίμα, με το ΠΑΣΟΚ, δια του Μ. Καρχιμάκη, να οργανώνει περιφερειακές συνδιασκέψεις με αποκορύφωμα τις φιέστες της Εθνικής Συνδιάσκεψης της 3ης Σεπτεμβρίου.
Το πώς πέρασε ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος είναι γνωστό. ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΤΙΠΟΤΕ. Η κυβέρνηση συνέχισε τον αρειμάνιο ύπνο της, εκπέμποντας μόνο προπαγάνδα, μέχρι την 27η Οκτωβρίου.
Το πώς πέρασε το τελευταίο δραματικό δεκαήμερο είναι επίσης γνωστό. Τα έχουμε ξαναπεί: Τριήμερο με την Σοσιαλιστική Διεθνή για την Αραβική Άνοιξη, δυο μέρες στο G20 μετά την εξυπνάδα του δημοψηφίσματος – για την ορθότητα της οποίας επιμένει ο κ. Καστανίδης, που προκλητικά είπε στην κρατική τηλεόραση «έκανε τη δουλειά του» – τρεις μέρες ανούσιας συζήτησης για ψήφο εμπιστοσύνης.
Υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μετά από όλα αυτά θα καταλήγαμε στη σημερινή ντροπιαστική κατάσταση;
Δεν τα έβλεπε κανείς όλα αυτά; Να σηκωθεί κάποιος πάνω και να πει «φτάνει!»; Θέλουν, μετά από όλα αυτά, να συνεχίσουν να υποδύονται τους πολιτικούς;
Πόσο ακόμη θα έπρεπε να εξευτελιστεί η χώρα για να ξυπνήσουμε;
Έχουμε γίνει ο διεθνής περίγελως. Έχουμε επαναφέρει στην πρώτη γραμμή ό,τι πιο σημιτικό υπάρχει σ’ αυτή τη χώρα.
Όλοι οι πρωταγωνιστές όλων των σκανδάλων – από το σκάνδαλο Κοσκωτά ως το Χρηματιστήριο, τα swaps και την εξαφάνιση μιας ολόκληρης τράπεζας – παρήλασαν ως σωτήρες και μεσσίες.
Αναξιόπιστοι, σερνάμενοι, εθελόδουλοι, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να υπογράψουν δηλώσεις νομιμοφροσύνης, έχουν όλοι ντροπιάσει την Ελλάδα, την οποία ουδέποτε υπερασπίστηκαν.
Στρατηγικές, τακτικισμοί, μπαρουφολογίες, ψέματα έχουν οδηγήσει σε μια υπεράνω πάσης περιγραφής κατάσταση αθλιότητας και αναξιοπρέπειας.
Ο κ. Παπανδρέου από τις 31 Αυγούστου προετοίμαζε τα του δημοψηφίσματος. Από τότε δήλωνε ότι είχε στείλει την μπάλα στο γήπεδο της Νέας Δημοκρατίας.
Και, όπως αποδεικνύεται, το είχε κάνει, στην προσπάθειά του μαζί με τα ξερά να κάψει και τα χλωρά.
Και αυτό δεν χρειαζόταν καν να το προβλέψει κανείς. Είχε συμβεί!
Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να επιστραφεί στον αποστολέα το φλεγόμενο τόπι της προπαγάνδας.
Από την στιγμή που αυτό δεν έγινε, ας περιμένουμε τα χειρότερα.
Διότι αν καταβληθεί προσπάθεια να μας κυβερνήσουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, τότε τις εξελίξεις θα τις έχουν προβλέψει μόνο αυτοί που κατέχουν την τέχνη του προβλέπειν…
πηγη