Ιωάννης Μεταξάς και η Δικτατορία της 4ης Αυγούστου 1936

Ιωάννης Μεταξάς

4ης Αυγούστου 1936

Ο Ι. Μεταξάς στις σκάλες της Παλαιάς Βουλής, πιθανώς, σε ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου. Διακρίνονται ο Κ. Κοτζιάς και ο π. Υπουργός Τουρκοβασίλης με τους περισσότερους από τους παριστάμενους να αποδίδουν τον φασιστικό χαιρετισμό.

Εκπομπή Αρχείου ΕΡΤ για την 4η Αυγούστου(VIDEO)

Ο Ιωάννης Μεταξάς ήταν γιος του Παναγή Μεταξά και της Ελένης Τριγώνη από το Αγρίνιο και γεννήθηκε στην Ιθάκη, όπου ο πατέρας του ήταν έπαρχος.

Ήταν γόνος του οικονομικά ξεπεσμένου Κεφαλληνιακού κλάδου των Αντζουλακάτων της παλαιάς Βυζαντινής οικογένειας των Μεταξάδων, ενώ η οικογένειά του διατηρούσε τον τίτλο του Κόμη.[i]

Είχε δύο αδέρφια, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος σπούδασε νομικά, αλλά σχετικά νέος οδηγήθηκε στο ψυχιατρείο γι’ αυτό και ο Ιωάννης Μεταξάς του είχε ιδιαίτερη αδυναμία και τη Μαριάνθη. Τα παιδικά του χρόνια ήταν ευτυχισμένα παρ’ ολες τις οικονομικές δυσκολίες της οικογενείας του. Η κατάσταση επιδεινώθηκε το 1879, όταν ο πατέρας του έχασε την πολιτική θέση που κατείχε και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Κεφαλονιά. Εκεί ο Μεταξάς γράφτηκε στο γυμνάσιο της πόλης απ’ όπου και αποφοίτησε με επιτυχία. Από τότε είχε φανεί η ιδιαίτερη κλίση που είχε στα μαθηματικά.

Στις 24 Σεπτεμβρίου του 1885, σε ηλικία 14 ετών, εισήλθε στη στρατιωτική Σχολή Ευελπ’ιδων .. Το 1890 εξήλθε από τη σχολή ως ανθυπολοχαγός του Μηχανικού .. Το 1897 μετατέθηκε στο υπουργείο Στρατιωτικών, δίπλα στον θείο του, τον υπουργό Νικόλαο Μεταξά. Ύστερα από πιέσεις του ίδιου μετατέθηκε στο επιτελείο του τότε Αντιστράτηγου, στη θέση του υπευθύνου των εμπιστευτικών αρχείων του επιτελείου. Εκεί είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον διάδοχο του θρόνου Κωνσταντίνο και να συνδεθεί φιλικά .. Το 1889 κέρδισε υποτροφία από τον Βασιλιά και έτσι συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γερμανία, στην Πολεμική Ακαδημία του Βερολίνου, από την οποία και αποφοίτησε, το 1902, με ιδιαίτερες διακρίσεις [ii], δεχόμενος εμφανείς επιρροές από τον πρωσικό μιλιταρισμό. Επανερχόμενος στην Ελλάδα το 1903 τοποθετήθηκε στο τότε νεοσύστατο κατά τα ξένα πρότυπα Γενικό Επιτελείο Στρατού συμβάλλοντας σημαντικά στην οργάνωση του στρατού. Ως μέλος του επιτελείου ανέπτυξε στενή φιλία με τον πρίγκηπα Ανδρέα, αδερφό του διαδόχου Κωνσταντίνου, ενώ το 1907 του ζητήθηκε να αναλάβει τη στρατιωτική εκπαίδευση του μετέπειτα Βασιλιά Γεωργίου Β΄. Για τα επόμενα δύο χρόνια ο Ιωάννης Μεταξάς του δίδασκε στρατιωτική ιστορία και τακτική.

Με την έκρηξη του στρατιωτικού κινήματος το 1909, οι επαναστάτες μετέθεσαν το Μεταξά στη Λάρισα, αφού ήταν γνωστός για τις σχέσεις του με τη βασιλική οικογένεια. Χαρακτηριστικό της στενής του σχέσης είναι ότι η Βασίλισσα Σοφία τον αποκαλούσε Γιαννάκη. Στις 19 Οκτωβρίου του 1910 ο Βασιλιάς διόρισε πρωθυπουργό τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Την ίδια μέρα ο Ιωάννης Μεταξάς, ο οποίος είχε ανακληθεί πίσω στην Αθήνα, έλαβε πρόσκληση να επισκεφθεί τον Βενιζέλο στο ξενοδοχείο που διέμενε. Όταν τον συνάντησε, ο Βενιζέλος του πρόσφερε τη θέση του πρώτου υπασπιστή του. Έτσι ο Μεταξάς έγινε ο ουσιαστικός σύνδεσμος μεταξύ του πρωθυπουργού και των ανακτόρων. Αυτόν τον σκοπό εξυπηρετούσε ο διορισμός του ως υπασπιστή και στρατιωτικού συμβούλου του Βενιζέλου.

Συμμετείχε σε όλες τις μάχες του πρώτου Βαλκανικού πολέμου, ενώ μαζί με τον Δούσμανη διαπραγματεύτηκε την παράδοση της Θεσσαλονίκης από τον Ταξίν Χασάν Πασά.

Το σχετικό πρωτόκολλο υπεγράφη στις 26 Οκτωβρίου 1912 δια του οποίου παραδόθηκε ο Τούρκος στρατηγός Ταξίν Χασάν Πασάς με όλο το σώμα στρατού που διοικούσε ..

Θεωρείται ο εμπνευστής και ο δημιουργός του σχεδίου κατάληψης του Μπιζανίου, που περιέλαβε τον μεγαλύτερο μέχρι τότε βομβαρδισμό της ιστορίας, ενώ ήταν και αντιπρόσωπος των Ελλήνων στην παράδοση των Ιωαννίνων.[iii]

Τον Απρίλιο του 1913 προήχθη στο βαθμό του ταγματάρχη λόγω αρχαιότητας και διορίστηκε διοικητής του επιτελείου. Από αυτή τη θέση πήρε μέρος στον δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο, μετά δε το πέρας αυτών των πολέμων προήχθη σε αντισυνταγματάρχη και τοποθετήθηκε ως διευθυντής των Επιχειρήσεων του Γενικού Επιτελείου Στρατού, καθώς και ως διευθυντής της Ανώτερης Στρατιωτικής Ακαδημίας

Εθνικός Διχασμός

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε στον Εθνικό Διχασμό του 1915.

Ο Ιωάννης Μεταξάς υποστήριζε τον Βασιλιά και συνεπώς την απόφασή του για ουδετερότητα. Αναγκαστικά λοιπόν ήρθε σε σύγκρουση με τον Βενιζέλο.

Τον Φεβρουάριο του 1915, ύστερα από την απόταξη του Δούσμανη, προήχθη σε αναπληρωτή αρχηγό του Επιτελείου. Η απόφαση του Ελευθέριου Βενιζέλου για ένταξη της Ελλάδας στον πόλεμο στο πλευρό των Συμμάχων εξόργισε τον Μεταξά. Αμέσως υπέβαλλε την παραίτησή του (Μάρτιος 1915) στον Βενιζέλο με το αιτιολογικό ότι δεν συμφωνούσε με τον επικείμενο πόλεμο και επομένως δεν μπορούσε να παραμείνει αρχηγός του Γενικού Επιτελείου.

Στις 6 Οκτωβρίου ο Ελευθέριος Βενιζέλος διώχθηκε από το αξίωμα του πρωθυπουργού, ενώ ο Μεταξάς ανακλήθηκε στο σώμα ως υπαρχηγός του Επιτελείου. Στις 26 Μαΐου του 1916 οι γερμανοβουλγαρικές δυνάμεις επιτέθηκαν εναντίον του οχυρού Ρούπελ στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.

Ο Μεταξάς, ύστερα από πιέσεις του Βασιλιά, έδωσε εντολή να παραδοθεί το οχυρό χωρίς αντίσταση. 

Για τη στάση του αυτή επικρίθηκε πολλές φορές και χαρακτηρίστηκε από τους πολιτικούς του αντιπάλους ως «αρχιπροδότης». Στις 27 Ιουνίου, ύστερα από τελεσίγραφο των Μεγάλων Δυνάμεων, δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής αποστράτευσης. Με την αποστράτευσή του ο Μεταξάς προήχθη σε συνταγματάρχη.

Αμέσως μετά οι απόστρατοι οργανώθηκαν σε ομάδες εφέδρων και έγιναν γνωστοί ως «οι Επίστρατοι». Ανεπίσημος αρχηγός των επιστράτων ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Μεγάλο μέρος του στρατού προσχώρησε στους επίστρατους. Οι Αγγλογάλοι απαίτησαν από την κυβέρνηση των Αθηνών να τους παραδώσει μεγάλο μέρος του στόλου της καθώς και πολεμοφόδια. Ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος αρνήθηκε. Τότε ο Γάλλος αντιναύαρχος Φουρνέ αποβίβασε 3000 στρατιώτες στο Φάληρο και στον Πειραιά για να προελάσουν στην Αθήνα. Το δρόμο όμως τους έφραξε ο στρατός των επιστράτων όπου και συγκρούσθηκε με τους Αγγλογάλλους κυρίως γύρω από την περιοχή του Φιλοπάπου. Οι Αγγλογάλλοι ηττήθηκαν και την επόμενη μέρα αποσύρθηκαν προς το Φάληρο, ενώ ο συμμαχικός στόλος άρχισε να βομβαρδίζει από το Φάληρο την Αθήνα. Κατόπιν αυτής της εξέλιξης το καθεστώς του Κωνσταντίνου άρχισε να καταδιώκει τους βενιζελικούς. Από το 1916 έως το 1917 οι επίστρατοι ασκούσαν ουσιαστικά την εξουσία. Η δράση τους όμως συνεχίστηκε μέχρι το 1920, οπότε και επανήλθαν στην εξουσία οι Βασιλικοί. Στις 7 Ιανουαρίου του 1921 ο Ιωάννης Μεταξάς ανακλήθηκε στο στρατό, προήχθη σε αντιστράτηγο και αποστρατεύθηκε αμέσως.

Εξορία

Αμέσως μετά την εκθρόνιση του Βασιλιά, ο ύπατος αρμοστής των προστάτιδων δυνάμεων έστειλε στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Ζαΐμη κατάλογο με τους ανεπιθύμητους Βασιλικούς, οι οποίοι έπρεπε άμεσα να εξοριστούν. Ο κατάλογος περιείχε μεγάλες προσωπικότητες της εποχής, καθώς και τον συνταγματάρχη Ιωάννη Μεταξά. Στις 20 Ιουνίου του 1917 επιβιβάστηκε στο ελληνικό ατμόπλοιο «Βασιλεύς Κωνσταντίνος» με προορισμό την Κορσική. Στο ίδιο πλοίο επέβαιναν οι Δ. Γούναρης, Γ. Πεσμαζόγλου, Κ. Έσσλιν κ.α. .. Στους επόμενους μήνες που ακολούθησαν ο Μεταξάς ήρθε σε επαφή με ληστές, μασόνους και πολιτικούς προκειμένου να καταφέρει να βρει τρόπο διαφυγής .. Στις 6 Δεκεμβρίου του 1918 οι τρεις εξόριστοι έφυγαν κρυφά από το ξενοδοχείο, αφού διένυσαν μεγάλη απόσταση και επιβιβάστηκαν σε ένα καΐκι με προορισμό τη Σαρδηνία. Μετά την αποβίβασή τους και ύστερα από πολύωρη πεζοπορία κατέλυσαν σε ξενοδοχείο ύστερα από παράκληση των Γούναρη και Πεσμαζόγλου. Τελικά, στις οκτώ το βράδυ οι τοπικές αστυνομικές αρχές κατέφθασαν στο ξενοδοχείο και συνέλαβαν τους φυγάδες. Η ιταλική όμως κυβέρνηση αρνήθηκε την έκδοσή τους στη Γαλλία .. Πρόθεση της ιταλικής κυβέρνησης ήταν να τους χρησιμοποιήσει ως μέσο εκβιασμού σχετικά με το θέμα των Δωδεκανήσων. Στις 21 Δεκεμβρίου μεταφέρθηκαν στην πρωτεύουσα της Σαρδηνίας, το Κάλιαρι. Εκεί παρέμειναν υπό αστυνομική παρακολούθηση. Ο Μεταξάς όντας μασόνος[iv] ζήτησε τη βοήθεια της ιταλικής μασονικής στοάς σχετικά με την ασφαλή επιστροφή τους στην πατρίδα και έλαβε ικανοποιητικές εγγυήσεις.[2] Ύστερα από πιέσεις των μασόνων στον υπουργό των εξωτερικών Tittoni, η ιταλική κυβέρνηση επέτρεψε στους φυγάδες να εγκατασταθούν σε μια από τις παρακάτω πόλεις: Την Περούτζια, τη Σιένα, ή τη Λούκκα. Τελικά ο Μεταξάς με την οικογένεια του, η οποία είχε φύγει από τη Γαλλία, εγκαταστάθηκε στη Σιένα. Εκεί παρέμεινε για έναν περίπου χρόνο. Εν τω μεταξύ στις 7 Νοεμβρίου ξεκίνησε η δίκη του πρώην γενικού επιτελείου. Ο Μεταξάς και ο Βίκτωρ Δούσμανης κατηγορήθηκαν για εσχάτη προδοσία. Το αποτέλεσμα ήταν να καταδικαστεί στις 14 Φεβρουαρίου του 1920 με απόφαση του ειδικού στρατοδικείου σε Κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην Ιταλία είχε τακτική αλληλογραφία με τη βασιλική οικογένεια και ιδιαίτερα με τη βασίλισσα Σοφία και τον πρίγκηπα Ανδρέα.


Το πραξικόπημα της 4ης Αυγούστου

Στις εκλογές της 26ης Ιανουαρίου του 1936 ,

οι Βενιζελικοί και οι Αντι-Βενιζελικοί δεν μπόρεσαν να σχηματίσουν κυβέρνηση, με αποτέλεσμα ο Γεώργιος Β΄ να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού.

Στις 9 Μαρτίου ο βασιλιάς διόρισε υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά.

Η αρχή για τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου είχε αρχίσει ήδη.

Κανένα κόμμα, εκτός από το Κ.Κ.Ε., δεν αποδοκίμασε το συγκεκριμένο διορισμό.

Στις 14 Μαρτίου ορκίστηκε η κυβέρνηση Δεμερτζή, με αντιπρόεδρο και υπουργό στρατιωτικών τον Ιωάννη Μεταξά. Ένα μήνα μετά πέθανε αιφνιδίως από ανακοπή καρδιάς ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Δεμερτζής. Το τραγικό συμβάν έδωσε την ευκαιρία στο Μεταξά να αναρριχηθεί στην εξουσία.

Έτσι στις 13 Απριλίου ο Γεώργιος Β΄ διόρισε τον ίδιο πρωθυπουργό, αφού έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης από τη Βουλή.

Ο βουλευτής Ηλείας Βάσος Στεφανόπουλος είπε τότε:

«Χρεωκοπήσαμεν ως κοινοβουλευτισμός, εξεπέσαμεν ως συνέλευσις και χάσαμε τον ψυχικόν σύνδεσμο προς τον λαόν. Διότι τι είδους ψυχικός σύνδεσμος είναι δυνατόν να διατηρηθή όταν ο μεν λαός φωνάζει δεν θέλω να με κυβερνήση ο Μεταξάς, ημείς δε αδιαφορούντες του απαντώμεν: Και όμως θα σε κυβερνήση ο Μεταξάς».

Ο δρόμος είχε ανοίξει για τον Μεταξά. Και όμως πολλές εξέχουσες προσωπικότητες του τόπου είχαν επισημάνει τον κίνδυνο. Ο Σοφούλης, πρόεδρος της Βουλής, αν και είχε επιφυλάξεις για το διορισμό του Μεταξά, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης. Στις 30 Απριλίου του 1936 η Βουλή παραχώρησε με ψήφισμα απόλυτη ελευθερία στον Μεταξά. Το ψήφισμα διέκοπτε τις εργασίες της βουλής ως τις 30.9.36 και παρείχε εξουσιοδότηση στην Εκτελεστική εξουσία να εκδίδει νομοθετικά διατάγματα για όλα τα θέματα, κάτω από την επίβλεψη μιας 40μελούς επιτροπής, η οποία τελικά δε λειτούργησε. Επικαλούμενος τον κίνδυνο εσωτερικών ταραχών και την ασταθή διεθνή κατάσταση, στις 4 Αυγούστου 1936 ο Μεταξάς κατήργησε και τον κοινοβουλευτισμό[v] με τη συγκατάθεση του Γεωργίου Β’, ο οποίος διέλυσε τη Βουλή χωρίς να προκηρύξει εκλογές και ανέστειλε πολλά άρθρα του Συντάγματος.

Οι λεπτομέρειες που παραλείφτηκαν και η συνέχεια εδώ:http://el.wikipedia.org

ΠΗΓΗ

____________________________________________________________________________________________

Κάτι πουδεν ήταν  ευρέως γνωστό αλλά λόγω της οικονομικής κρίσης  ,

ξανάρθε στο προσκήνιο,και αυτό δεν είναι άλλο από την

«Άρνηση Πληρωμής του Δημοσίου χρέους της Χωρας «απο τον Μεταξα.

__________________________________________________________________________________________

Η ΑΡΝΗΣΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΤΟΥ ΧΡΕΟΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΕΠΙ ΙΩΑΝΝΗ

ΜΕΤΑΞΑ ΚΑΙ Η ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΣΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ!!

Σημ. Για όσους δεν το γνωρίζουν το 1936 ο Ιωάννης Μεταξάς διορίστηκε πρωθυπουργός της Ελλάδας και στην συνέχεια πρωτοστάτησε στην επιβολή δικτατορικού καθεστώτος του οποίου ήταν επικεφαλής.

Ακόμα και αυτός έβαλε την Ελλάδα και τους Έλληνες πάνω από τους δανειστές και τις τράπεζες !!

Η ιστορία έχει ως εξής : το 1936, η Ελλάδα του Ιωάννη Μεταξά αρνήθηκε να συνεχίσει την εξυπηρέτηση του δανείου που είχε συνάψει με τη βελγική τράπεζα «Societe Commerciale de Belgique».

Η κυβέρνηση του Βελγίου προσέφυγε στο Διεθνές Δικαστήριο, που είχε ιδρύσει η Κοινωνία των Εθνών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι αθετεί τις διεθνείς της υποχρεώσεις. Η Ελλάδα απάντησε ότι αδυνατεί να εκπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, διότι δεν μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την κατάσταση του Λαού και της χώρας!

Στο υπόμνημά της, η Ελληνική κυβέρνηση ανέφερε : «Η Κυβέρνηση της Ελλάδος, ανήσυχη για τα ζωτικά συμφέροντα του Ελληνικού λαού και για τη διοίκηση, την οικονομική ζωή, την κατάσταση της υγείας και την εσωτερική και εξωτερική ασφάλεια της χώρας, δεν θα μπορούσε να προβεί σε άλλη επιλογή. Όποια κυβέρνηση κι αν ήταν στην θέση της, θα έκανε το ίδιο». (Αμ δε!!! ) (Yearbook of the International Law Commission, 1980, v.l., σελ.25).

Το επιστέγασμα ήρθε με το υπόμνημα που κατέθεσε στο Διεθνές Δικαστήριο ο νομικός εκπρόσωπος της Ελληνικής κυβέρνησης το 1938, όπου τόνισε τα αυτονόητα :

«Ενίοτε, μπορεί να υπάρξει μια έκτακτη κατάσταση, η οποία κάνει αδύνατο για τις Κυβερνήσεις να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους προς τους δανειστές και προς τον Λαό τους. Οι πόροι της χώρας είναι ανεπαρκείς για να εκπληρώσουν και τις δύο υποχρεώσεις ταυτόχρονα. Είναι αδύνατον να πληρώσει μια Κυβέρνηση το χρέος και την ίδια στιγμή να παρασχεθεί στον λαό η κατάλληλη διοίκηση και οι εγγυημένες συνθήκες για την ηθική, κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη. Πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στα δύο. Και φυσικά, το καθήκον του Κράτους να εξασφαλίσει την εύρυθμη λειτουργία των βασικών δημοσίων υπηρεσιών, υπερτερεί έναντι της πληρωμής των χρεών της. Από κανένα κράτος δεν απαιτείται να εκπληρώσει, μερικά ή ολικά, τις χρηματικές του υποχρεώσεις, αν αυτό θέτει σε κίνδυνο την λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών του κι’ έχει σαν αποτέλεσμα την αποδιοργάνωση της διοίκησης της χώρας (σας θυμίζει κάτι;). Στην περίπτωση που η αποπληρωμή των χρεών θέτει σε κίνδυνο την οικονομική ζωή και τη διοίκηση, η Κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να διακόψει ή και να μειώσει την εξυπηρέτηση του χρέους»!

Με αυτά τα επιχειρήματα λοιπόν, το Διεθνές δικαστήριο δικαίωσε την Ελλάδα, δημιουργώντας νομικό προηγούμενο, στο οποίο μάλιστα το 2003 στηρίχθηκε η Αργεντινή και ο αείμνηστος πρόεδρος της, Νέστωρ Κίχνερ, ο οποίος επέλεξε να διαγράψει μονομερώς το μεγαλύτερο μέρος του δημοσίου χρέους της χώρα του, αντί να την υποδουλώσει στο Δ.Ν.Τ.!

Χωρίς άλλα λόγια, και ο νοών νοήτω …

πηγη